Με το βλέμμα στο μέλλον
Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03/03/2010
Οσα γράψαμε στο φύλλο της περασμένης Κυριακής για το γερμανικό αναγκαστικό (με το περίστροφο στον κρόταφο) της Κατοχής και την εξέλιξη των ελληνογερμανικών σχέσεων προκάλεσαν συγκρατημένη αγανάκτηση και οργή σε μερικούς αναγνώστες, ανθρώπους της ηλικίας μου, της ογδόης δεκαετίας. Μα, πώς μπόρεσες να δώσεις συγχωροχάρτι για όσα ζήσαμε εκείνα τα χρόνια και από τότε τα κουβαλάμε μέσα μας, τα απωθούμε, αλλά με κάθε ευκαιρία επανέρχονται σαν εφιάλτες.
Πράγματι, παιδιά ώς δεκατεσσάρων ετών τότε, ζήσαμε γεγονότα απίστευτης βαρβαρότητας. Ο πόλεμος και η Κατοχή είναι το μεγάλο γεγονός της δικής μου γενιάς από το οποίο δεν θα απαλλαγούμε ποτέ. Μεγάλο γεγονός γιατί περικλείνει μέσα του αντίθετα συναισθήματα, δηλαδή ολόκληρη τη ζωή μας. Τώρα που έρχονται, με κάθε ευκαιρία, ως ανάμνηση αισθανόμαστε φόβο και αποτροπιασμό και ταυτόχρονα νοσταλγία για κάτι που ζούσε τότε και το χάσαμε για πάντα.
Ζήσαμε την ψυχρή και οργανωμένη βαρβαρότητα του κατακτητή που με υπεροψία πίστευε ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο σπίτι ενός λαού που τον θεωρούσε κατώτερο. Αυτή ήταν η ιδεολογία του που ανέσυρε από σκοτεινά ένστικτα τη βαρβαρότητα σαν προϊόν δύναμης και ισχύος, τελικά σαν προϊόν ενός νέου «πολιτισμού». Αυτή η ιδεολογία της ανωτερότητας και της υπεροψίας διαπότισε τότε ολόκληρο τον γερμανικό λαό και με μια αισθητική καταστροφής και θανάτου γοήτευσε τον λαό και κυρίως τους νέους της Γερμανίας, που αυτοί κυρίως πλήρωσαν με τη ζωή τους. Η βαρβαρότητα ήταν το φυσικό επακόλουθο της ιδεολογίας και ταυτόχρονα η επιβεβαίωσή της. Αυτά τα σκέφτηκα αργότερα με κύριο βοήθημα τη μελέτη της Ιστορίας. Από εκείνη την εποχή θυμάμαι εικόνες στυλιζαρισμένης υπεροψίας και βαρβαρότητας από τις επιδρομές, τους εμπρησμούς, τις εκτελέσεις, τις αιχμαλωσίες κατά τις επιδρομές εναντίον του χωριού μου. Και από τη συγκέντρωση των Εβραίων της Λάρισας στο «γκέτο» και από κει στα τρένα του Σταθμού, που δεν ξέραμε ακόμη ότι ήταν τα τρένα του θανάτου. Ολα αυτά τα θυμάμαι με αποτροπιασμό. Ελπίζω ότι το ίδιο αισθάνονται και οι σύγχρονοι Γερμανοί για έναν επιπλέον λόγο: ότι κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν μια μεγάλη εισβολή νεωτερικότητας και προόδου στον σύγχρονο κόσμο, στην Ευρώπη ειδικότερα. Ισως αυτή η ειρηνική εισβολή τούς οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η χιτλερική περίοδος χαρακτηρίζεται από παράδοξη πολιτική ανωριμότητα του γερμανικού λαού, με τα πολλά χαρίσματα και ταλέντα.
Οσο για μας, τους «κατώτερους», τα θύματα της βαρβαρότητας τότε, θυμάμαι ότι ποτέ δεν συμβιβαστήκαμε με την ιδέα ότι θα ζήσουμε τα «χίλια χρόνια του Γ΄ Ράιχ», κατώτεροι εμείς σε καθεστώς δουλείας των «ανώτερων». Πάντοτε πιστεύαμε ότι η ιδεολογία της στυλιζαρισμένης βαρβαρότητας δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή, επειδή είναι ψεύτικη και απεχθής. Γύρω από αυτήν την πίστη συγκεντρώθηκε η ελπίδα και η συνοχή του έθνους.
Τώρα που ξαναθυμάμαι τα γεγονότα και την ορολογία εκείνης της περιόδου απορώ πώς σοβαροί και πραγματικά ανώτεροι άνθρωποι μπόρεσαν και τα γεγονότα να διαπράξουν, αλλά και με εκείνη την ορολογία της «ανωτερότητας» να τα δικαιολογήσουν και να τα αποδεχθούν. Πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι σκέφτονται και οι σύγχρονοι Γερμανοί και έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο μέλλον…


