Δώσ’ μου τη λέξη σου, πάρε το σέντσι μου
Yποθεσεις
- Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010
Πιθανότατα σε άλλες εποχές, χαλαρότερες, θα είχε αναπαραχθεί ευρύτερα και θορυβωδέστερα η πρόταση της Γερμανίδας ιστορικού Λεονόρας Ζέελινγκ να επιβληθεί έκτακτος πανευρωπαϊκός πολιτιστικός φόρος προς διάσωση της ελληνικής οικονομίας: να πληρώνει δηλαδή πέντε λεπτά του ευρώ όποιος Αγγλος, Γάλλος, Γερμανός κ.ο.κ. χρησιμοποιεί λέξη ελληνικής καταγωγής, μήπως και μπορέσουμε έτσι να αποπληρώσουμε σε έναν-δυο αιώνες τα ελλαδοφάγα χρέη μας. Τι συνέτρεξε και δεν υποδεχτήκαμε ενθουσιωδώς την πρόταση της κ. Ζέελινγκ, διατυπωμένη σε βιβλίο της, τη θερμή συνηγορία της υπέρ της Ελλάδας, όπως χαρακτηρίστηκε στα λίγα σχετικά δημοσιεύματα, εύκολα το υποθέτει κανείς. Καταρχάς είναι αποθαρρυντικό το ίδιο το ανέφικτον του πράγματος, το οποίο και υποχρέωσε τη Γερμανίδα συγγραφέα να μην εξειδικεύσει ιδιαίτερα την πρότασή της. Θα αφορά άραγε ο φόρος τόσο τη γραπτή χρήση των ελληνογενών λέξεων όσο και την προφορική; Ποιος πανόπτης και πανακουστής Αργος και ποιο Εσελον θα μπορούσε να φέρει εις πέρας έναν τέτοιον έλεγχο, παρακολουθώντας όχι μόνο τα γραπτά (σε εφημερίδες, περιοδικά, συγγράμματα, και στο Ιντερνετ βέβαια), αλλά και τις ομιλίες (στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση) και τις ιδιωτικές συνομιλίες των ανθρώπων σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, ώστε να μην ξεφύγει καμία χρήση ελληνικής προελεύσεως ήχων και νοημάτων, από την «ιδέα» και τη «δημοκρατία» ώς το «γεια σου»; Και, πριν αναρωτηθούμε αν θα πληρώσουμε κάτι στους Αγγλους για το μετρημένο 5ο/ο του λεξιλογίου της νεοελληνικής που δανειστήκαμε από αυτούς, γιατί να μείνουν έξω από τον λογαριασμό οι πλανητικώς ηγεμονεύσουσες Ηνωμένες Πολιτείες, που έχουν άλλωστε σοβαρότατο μερτικό ευθύνης για την πορεία των ελληνικών πραγμάτων;
Και ποιος μηχανισμός, πολυάνθρωπος, άρα και πολυέξοδος, θα μπορούσε να οργανωθεί για να ελέγχει αυστηρά, να καταμετρά προσεχτικά, να κόβει τιμολόγια και να εποπτεύει την πληρωμή αλλά και τη διαχείριση των εισπραττομένων; Αν αναθέταμε στην ελληνική πολιτεία το χρέος αυτό, βέβαιο είναι ότι, αφού πρώτα δημιουργούσε καμιά εικοσαριά επιτροπές κι ύστερα μισθοδοτούσε αδρά και μερικές ντουζίνες συμβούλους, στο τέλος θα φερόταν όπως φέρεται δεκαετίες τώρα, και με τον προσδιορισμό των φόρων, των εργοδοτικών οφειλών στο ΙΚΑ κτλ.: Και στον υπολογισμό τους θα έκανε «λάθη» (για να μην πάψουν να ευνοούνται οι ανέκαθεν ευνοούμενοι) και στη μέχρι τέλους και μέχρι λεπτού απαίτησή τους δεν θα ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. Αλήθεια, πόσοι από τους καθεβραδινά εμφανιζόμενους στο γυαλί προστάτες του λαού (του κοσμάκη, όπως αρέσκεται να τον αποκαλεί ο αριστοκρατισμός τους) είναι άψογοι στις υποχρεώσεις τους απέναντι στην εφορία, στο ΙΚΑ και, φυσικά, στους ίδιους τους εργαζόμενούς τους; Πόσοι από τους πεντακοσιομέδιμνους που υποδύονται τους καημένους θήτες και τα αθώα θύματα, τιμούν όχι το εν γένει χρέος τους προς την πατρίδα αλλά τα διαπιστωμένα φορολογικά τους χρέη;
Κι αν υποθέταμε ότι η ελληνική πολιτεία συγκροτούσε όντως έναν τέτοιο μηχανισμό, ποιος θα είχε την αφέλεια να της εμπιστευτεί τη διαχείριση των ποσών που θα συγκεντρώνονταν; Πικρή η πείρα μας, ανακαλεί αμέτρητα επεισόδια κατασπατάλησης κονδυλίων που προορίζονταν για κοινωφελείς σκοπούς και διασπάθισης ποικίλου τύπου εισφορών, ακόμα και ερανικών. Το παγκάρι είναι πάντοτε πειρασμός, ακόμα και για ιερωμένους, όπως επίσης η απογοητευτική πείρα μας πιστοποιεί.
Δεν έχω την πρόθεση να λοιδορήσω την πρόταση της Γερμανίδας ιστορικού, που δηλώνει οργισμένη – η αγάπη και ο θυμός, όταν μάλιστα συνυπάρχουν, μπορούν να εκδηλωθούν με τρόπους οχληρούς για όσους κρατούν τη νηφαλιότητά τους. Εχω πάντως την αίσθηση ότι και η ίδια η κ. Ζέελινγκ δεν μπορεί παρά να κατανοεί την υπερβολή της· κατέληξε λοιπόν σε μια τέτοια πρόταση όχι για ν’ αλλάξει τη γνώμη όσων συμπατριωτών της αναθεματίζουν τους Ελληνες, αλλά κάπως να τους αποσπάσει την προσοχή, να τους θυμίσει την οικουμενική πλέον ελληνική κληρονομιά. Πιθανόν υπέθεσε ότι η καλύτερη μέθοδος για να ισιώσει ένα ραβδί ήδη λυγισμένο από τη μια μεριά του είναι να το λυγίσουμε βίαια και από την άλλη. Στην αφόρητη υπερβολή της λοιδορίας κατά της Ελλάδας από Γερμανούς πολιτικούς και δημοσιογράφους προέκρινε να απαντήσει με την υπερβολή της πρότασης για τη θέσπιση συμβολικού γλωσσικού φόρου, αναφέροντας δειγματοληπτικά τις λέξεις ψυχή, ψυχανάλυση, δημοκρατία, πολιτική, μουσείο, Ευρώπη και ευρώ. Πιθανολογώ ότι δεν έχει υπόψη της παλαιότερο χαιρετισμό του Ξενοφώντα Ζολώτα σε ξένους, συνταγμένο στα αγγλικά αλλά με ελληνικές λέξεις, άλλως ίσως τον ενέτασσε στα επιχειρήματά της. Ευτυχώς πάντως δεν φαίνεται να γνωρίζει πώς αντέδρασε δεκαπέντε χρόνια πριν τμήμα της πολιτικής μας ηγεσίας και του Τύπου σε πρόταση της Γαλλικής Προεδρίας να αποβληθούν πέντε γλώσσες (και η ελληνική) από τη χορεία των επίσημων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Κατά το «Φέρτε πίσω τα κλεμμένα» που κόλλησε και δεν λέει να ξεκολλήσει στο σκηνικό μιας πρωινής τηλεεκπομπής, υπήρξαν τότε πολιτικοί και δημοσιολόγοι που απαίτησαν από τους ξένους να μας επιστρέψουν τις ελληνικές λέξεις που δανείστηκαν οι γλώσσες τους, κι αν αρνηθούν, να τους απαγορεύσουμε να τις χρησιμοποιούν ή να τις αποσύρουμε (όπως, λ.χ., θα αποσύραμε το κρητικό λάδι από την ευρωπαϊκή αγορά, τόσο προχωρημένη σκέψη).
Ευτυχώς επίσης η κ. Ζέελινγκ δεν έχει ενημερωθεί για τις παραγλωσσικές εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στη χώρα μας, διότι τότε μάλλον δεν θα δημοσίευε την πρότασή της, η εφαρμογή της οποίας θα οδηγούσε σε οικονομικό στραγγαλισμό όλες τις χώρες του πλανήτη. Σύμφωνα λοιπόν με «θεωρίες» που ξεκίνησαν περιθωριακές και με την τηλεοπτική προβολή έγιναν δημοφιλέστατες (άλλωστε υπηρετούν τον φυλετικό ναρκισσισμό), η ελληνική είναι η παμμήτειρα γλώσσα, Κλαδάκια της δεν είναι μόνο τα αγγλικά ή τα γαλλικά αλλά και τα κινέζικα, τα ινδιάνικα, τα πάντα. Εντάξει, η «οικονομική κρίση» που ταλανίζει τον κόσμο ακούγεται ελληνόηχα σε ποικίλες γλώσσες, το ξέρουμε. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν (και ανάμεσά τους ουδείς Αγγλος) ότι και άλλες τρεις λέξεις που σηματοδοτούν το οικονομικό δράμα είναι ελληνικές, ή έτσι τουλάχιστον διατείνεται σε εγχειρίδιό του καθηγητής του Παντείου: το «business» γεννήθηκε από το «βίον ζην», προφανέστατα, το «market» (οι αγορές ντε, που κερδοσκοπούν) από το «μείρομαι», φως φανάρι, το δε «bank» (οι επίσης κερδοσκοπούσες τράπεζες) από το «πήγνυμι», τι άλλο. Τι δηλαδή, θα αναγκάσουμε την ανθρωπότητα σε αλαλία για να γλιτώσει τα έξοδα;
Οι γλώσσες έχουν ανάγκη να δανείζονται, κι αυτά τα δάνεια δεν είναι σαν του ΔΝΤ: δεν προϋποθέτουν ασφυκτική πολιτική κηδεμονία και δεν αποτιμώνται σε χρήμα. Τίποτα λοιπόν δεν μας επιτρέπει να βουλιάζουμε στη φρεναπάτη ότι, σαν πολιτισμικοί οφειλέτες στους προγόνους μας, οι ξένοι μάς χρωστάνε και θα μας χρωστάνε εσαεί. Δανεικός βίος δεν νοείται.


