«Επικοινωνήστε την αλήθεια»…

Posted on Σεπτεμβρίου 20, 2009. Filed under: Γλώσσα, Επικοινωνία | Ετικέτες: |

Τις λέξεις δεν τις έχουμε μόνο για να τις χρησιμοποιούμε στην παραδεδομένη σημασία τους και να συνεννογιόμαστε, αλλά και για να τις θίγουμε, να τις πειράζουμε, να τις δοκιμάζουμε σε νέες σχέσεις και συνάψεις. Είτε από ποιητική έφεση και με γερό αισθητήριο είτε ακόμα και από αγραμμάτιστη υπεροψία ή ασύντακτη πνευματική ελαφρότητα, δεν παύουμε να πειραματιζόμαστε στην ομιλία και στο γράψιμό μας. Κάποια από τα αποτελέσματα των πειραματισμών, αν φύγουν από τον κλειστό χώρο της παραγωγής τους (κάποια συντεχνία, ας πούμε, μια από από αυτές που υποκατέστησαν με τον καιρό τις απορρυθμισμένες πλέον κοινότητες στον τομέα της γλωσσοπαραγωγής) και μετακινηθούν στην κατηγορία των κοινολεκτουμένων, τα παραλαμβάνουν κάποια στιγμή τα λεξικά, όσα εξ αυτών παρακολουθούν με προσοχή τη γλωσσική εξέλιξη. Τα ενσωματώνουν λοιπόν, με κάποια επεξήγηση, στην ύλη τους, στον κόσμο των «παραδοσιακών», «κανονικών» λημμάτων και τα νομιμοποποιούν, τα επικυρώνουν – ή περίπου. Αλλα πάλι νεόπλαστα ασκούν τόση βία στη γλώσσα, που δεν αργούν να απαξιωθούν μέσα στη χλεύη και να αποσυρθούν, αφήνοντας πίσω τους τη θολή μνήμη μιας αχρείαστης ακρότητας.

Μια από τις κυριότερες γλωσσοπαραγωγικές ομάδες ή συντεχνίες των υπερμιντιακών ημερών μας την απαρτίζουν οι επικοινωνιολόγοι. Κι επειδή όλο και λιγότερο μιλούμε και νοιαζόμαστε για την κοινωνία κι όλο και περισσότερο αγωνιούμε για την επικοινωνία (γνωστός ο καημός των κομμάτων για το «επικοινωνιακό πρόβλημά» τους, που φρονούν πως είναι το μοναδικό που τα ταλαιπωρεί, αφού είναι απολύτως βέβαια ότι σε όλους τους υπόλοιπους τομείς διαπρέπουν), σαν επικοινωνιολόγοι σπεύδουν να εμφανιστούν οι πάντες, όσοι έχουν κάποιον δημόσιο λόγο (η εξίσωση «δημόσιος λόγος ίσον τηλεοπτικός λόγος» είναι δυστυχώς ισχυρότερη και από την πασίγνωστη εξίσωση του Αϊνστάιν). «Επικοινωνιολογούν» λοιπόν οι επιστήμονες του σχετικού χώρου, οι δημοσκόποι, οι διαφημιστές, οι υπεύθυνοι προπαγάνδας, οι παραθυρόβιοι σχολιαστές (με αρκετούς δημοσιογράφους να είναι όλο και πιο ανενδοίαστα κομματικοί κήρυκες, όπως συμβαίνει με πολλούς αθλητικολόγους και αθλητικογράφους, που εμφανίζονται δημοσίως πιο παθιασμένοι με την ομάδα τους κι από τους φανατικότερους οπαδούς). Ποιοι εξ όλων αυτών έκαναν την αρχή στη στρέβλωση ή την «αναβάπτιση» του ρήματος «επικοινωνώ», θα το βρει ίσως κάποιος Στέφανος Κουμανούδης του μέλλοντος, αν υπάρξει βέβαια άνθρωπος πρόθυμος για τέτοιο μόχθο και τόσο αφανή.

Από κάποια στιγμή κι έπειτα λοιπόν το ρήμα «επικοινωνώ», που μας παραδόθηκε αρχαιόθεν αμετάβατο και έτσι λεξικογραφείται ακόμα, μετατράπηκε στη δημόσια ρητορική σε μεταβατικό, μεταβατικότατο, ενδεχομένως επειδή κρίθηκαν «αντιεπικοινωνιακά», δηλαδή λιγότερο θορυβώδη, οικεία ρήματα σαν τα «διαδίδω», «μεταδίδω», «ανακοινώνω», «γνωστοποιώ» κ.ο.κ. «Πρέπει να επικοινωνήσουμε το μήνυμά μας», «δεν επικοινωνούμε όπως πρέπει το έργο μας», τέτοια ακούμε και ξανακούμε. Από στόμα σε στόμα κι από αντιγραφή σε αντιγραφή, το λαθεμένο έγινε μόδα και επιβλήθηκε σαν αυτονόητο. Ποιος ξέρει, ίσως το πρότυπο εδώ να είναι η διολίσθηση ή η εξαλλαγή ενός άλλου αρχαιόθεν αμετάβατου ρήματος σε μεταβατικό, του «λήγω» (και του «καταλήγω» επίσης). Με το «λήγω» η ιστορία πρέπει να ξεκίνησε στα γήπεδα, εκεί όπου το οπαδικό πλήθος, μέσα στην πολλή αγωνία του να βλέπει την ομάδα του να προηγείται με ένα μόνο γκολ διαφορά και να απειλείται με ισοφάριση, αρχίζει ήδη από το ογδοηκοστό λεπτό να φωνάζει προς τον διαιτητή «λήξ’ το ρε», για να μη γίνει καμιά στραβή όσο τελειώνει το παιχνίδι. Από το αυθόρμητο γηπεδικό ιδιόλεκτο το μεταβατικό πλέον «λήγω» πέρασε στη σιδερένια κομματικοσυνδικαλιστική αργκό, για ν’ ακούμε έτσι όλο και συχνότερα «να το λήξουμε το θέμα», «να το καταλήξουμε το ζήτημα» και άλλα καταληκτικά.

Προ ημερών λοιπόν ο κ. Κ. Καραμανλής, κουρασμένος ίσως και από τη μυριοστή επανάληψη των πνευματικώς ανέξοδων και πολιτικώς αδιέξοδων «ευθυνολογημάτων» του (συμβαίνει αυτό με τους πολιτικούς: μιλούν κι είναι σαν να ακούμε σε πλέι μπακ παλιά και πια ξεθυμασμένα σουξέ), εφοδίασε με πρωθυπουργικό κύρος το εν λόγω λαθάκι. Μιλώντας σε ειδική προεκλογική συγκέντρωση, παρότρυνε τις γυναίκες του κόμματός του «να επικοινωνήσουν την αλήθεια στον κόσμο» (αλήθεια, θα υπάρξει ποτέ κομματικός αρχηγός που θα καλέσει σε ειδική συγκέντρωση τους άντρες του κόμματός του; και γιατί πρέπει να θεωρείται φεμινιστική αυτή η «διάκριση υπέρ των γυναικών»;). Το πρόβλημα εδώ φυσικά δεν είναι της φιλολογίας. Της πολιτικής είναι. Κι έχει να κάνει με την απόλυτη βεβαιότητα του κ. Καραμανλή, αλλά και του κ. Παπανδρέου κι όποιου άλλου σωτηριολογεί και μεσσιανίζει, ότι η αλήθεια είναι μία και μόνη και ότι, δεύτερον, αυτός και μόνον είναι ο κάτοχος και κήρυκάς της, ένας πάπας της πολιτικής. Με την ίδια άνεση που ταυτίζουν την παράταξή τους με το έθνος, αν όχι και με το γένος (προηγείται βέβαια η ρουσφετολογική ταύτιση του κράτους με το κόμμα), ταυτίζουν και την αλήθεια με τον εαυτό τους, τη μοναδική «αυθεντία».

Ολοι υποχρεωνόμαστε κάποια στιγμή να πιστέψουμε ότι η ιδέα πως η αλήθεια έχει μόνο ενικό αριθμό και στερείται πληθυντικού κυκλοφορεί αποκλειστικά στο χώρο της πίστης (θεολογικού ή πρωτόγονα πολιτικού τύπου) και πουθενά αλλού. Αν πιστεύεις εις ένα Θεό ή εις ένα Ιωσήφ (Στάλιν), είσαι μακάριος γιατί καμιά αμφιβολία δεν ταλαιπωρεί το μυαλό σου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις αλήθειες, κι αυτό δεν το υπαγορεύει η μόδα του σχετικισμού: η αλήθεια που φτιάχνουμε εμείς για τον εαυτό μας ερήμην της γνώμης των άλλων, η αλήθεια που φτιάχνουν οι άλλοι για μας ερήμην μας, η αλήθεια που φτιάχνουμε για τον εαυτό μας συμμεριζόμενοι λίγο ή πολύ τη γνώμη των άλλων και η αλήθεια που φτιάχνουν οι άλλοι για μας μετρώντας κάπως και τη δική μας άποψη. Για παράδειγμα, όταν ο πρωθυπουργός κηρύσσει «επικοινωνήστε την αλήθεια στον κόσμο», εννοεί τη δική του αλήθεια, ότι δηλαδή ο ίδιος υπήρξε ο λαμπρότερος μεταπολιτευτικός κυβερνήτης (έστω, ο δεύτερος) και το κόμμα του η ηθική δύναμη που μεταρρύθμισε, επανίδρυσε, νοικοκύρεψε κ.τλ. Μια άλλη αλήθεια όμως επιμένει πως, ό,τι άλλο κι αν έπραξε ή θα πράξει, θα καταγραφεί ως ο πρωθυπουργός που σε κάθε θητεία του άφησε την Ελλάδα απανθρακωμένη, κυριολεκτικώς. Με τούτα και μ’ εκείνα ο κ. Καραμανλής κατόρθωσε το ακατόρθωτο: να ετοιμάζεται τώρα για τον θώκο του κυβερνήτη ο κ. Γ. Παπανδρέου. Για να μας περιλάβει έτσι το Βιβλίο Γκίνες (τρίτος πρωθυπουργός από το ίδιο δέντρο) και να αποθεωθεί ο δικομματικός ντετερμινισμός και η ονομαστικώς κληροδοτούμενη δημοκρατία. Προφανώς, αυτήν την εκδοχή αλήθειας δεν την ασπάζεται ο κ. Παπανδρέου, ενθουσιασμένος που βλέπει τους κόλακες να πληθαίνουν γύρω του εν όψει εξουσίας και λαφύρων, οπότε πρέπει να στραφούμε στον κ. Πάγκαλο ή τον κ. Βενιζέλο.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 20/09/2009
Advertisements

Make a Comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...

Αρέσει σε %d bloggers: