Archive for Μαΐου 2010

Η πρώτη μέρα του πολέμου

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Τζιαντζή Mαριάννα |

Aποτυπωματα
  • Tης Mαριαννας Tζιαντζη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Δίχως εμβατήρια, δίχως στολές και λάβαρα, δίχως το δάκρυ και το φιλί της μάνας στον γιο που τραβάει για το μέτωπο, κύλησε η πρώτη Κυριακή του Μάη, η μέρα της κήρυξης του νέου πολέμου, που άλλοι τον λένε κοινωνικό, άλλοι οικονομικό και άλλοι πόλεμο κατά του κακού εαυτού μας. Ηταν η μέρα της ανακοίνωσης των νέων, όχι όμως και των τελευταίων, μέτρων που θα σφραγίσουν γι’ αρκετά χρόνια τη ζωή μας. Η μέρα που, σύμφωνα με αρκετές φωνές μέσα και γύρω από τα κέντρα εξουσίας, το χρέος προς την πατρίδα και το χρέος προς τους διεθνείς τοκογλύφους γίνονται συνώνυμα.

Πολλά είναι τα ηχητικά και οπτικά τεκμήρια για την πρώτη μέρα της γερμανικής κατοχής, την πρώτη μέρα της δικτατορίας, την πρώτη μέρα της κυπριακής τραγωδίας, την πρώτη μέρα της μεταπολίτευσης, την πρώτη μέρα των πολέμων των τελευταίων δεκαετιών. Δύσκολο να μας αφήσει αδιάφορους η φωνή του ιστορικού εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου («Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Ελληνες μην τον ακούτε»), δύσκολο να ξεχάσουμε τον κόκκινο από τις ανταύγειες των πυρκαγιών ουρανό της Βαγδάτης την πρώτη νύχτα των βομβαρδισμών, όμως δίχως εικονογράφηση, δίχως ραψωδούς και δίχως μουσικές, ήταν η δική μας η πρώτη μέρα του πιο σφοδρού μετασχηματισμού που έχει συντελεστεί μεταπολεμικά στη χώρα μας.

Η Μεγάλη Αλλαγή είναι εδώ. Μια αλλαγή που θα έχει νικητές και ηττημένους και, επιπλέον μια αλλαγή που χρειάζεται εχθρούς, είτε υπαρκτούς είτε επινοημένους. Κι επειδή ο εξωτερικός εχθρός είναι πολύ ισχυρός και μακρινός για να τον αγγίξουμε, χρειαζόμαστε επειγόντως τον εσωτερικό. Ο καθένας μας πρέπει να διεξαγάγει μια ατομική επιχείρηση αρετής με στόχο κυρίως τον πλησίον, τον οκνηρό δημόσιο υπάλληλο, τον φοροφυγά γείτονα, τον νέο που έχει το θράσος να ζητάει μόνιμη ή σχετικά σταθερή εργασία, τον μεσήλικα που κρίθηκε πλεονάζων και που νιώθει σαν το έρμα, τη σαβούρα που πρέπει να πεταχτεί στη θάλασσα για να μη βυθιστεί ολόκληρο το βαρυφορτωμένο από χρέη πλοίο.

Το τεντωμένο δάχτυλο είναι της μόδας. Αυτό που καταδικάζει όλους τους άλλους και αθωώνει τον ομιλούντα ή τον γράφοντα. Η ταπεινοφροσύνη, η σεμνότητα, η συμπόνια δεν έχουν σήμερα αντίκρισμα στην αγορά των ιδεών. Ολοι τους άχρηστοι ή διεφθαρμένοι ή αιθεροβάμονες εκτός από εμένα, τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο της αλήθειας, της σωτηρίας και του συμφέροντος της πατρίδας. Επομένως, ζητούνται επειγόντως σωτήρες, άτομα εκλεκτά και υπεράνω, που δεν τα έχει αγγίξει η σκόνη της Ιστορίας.

Πυκνώνουν οι ιδιωτικοί εφιάλτες που παίρνουν τη θέση του συλλογικού ονείρου, καθώς οι περισσότεροι φοβούνται, και όχι αδικαιολόγητα, ότι θα χάσουν το σπίτι, τη δουλειά, τη ζωή τους. Ισως κάποιοι μπουν στον πειρασμό να κάνουν κλικ στην ιστοσελίδα του κυβερνώντος κόμματος, στην ενότητα «Οι αξίες μας», η οποία μόνον αρχαιολογικό χαρακτήρα έχει σήμερα. Εδώ μπορεί κανείς να μάθει ότι «κοινωνική απελευθέρωση είναι η απελευθέρωση από την ανασφάλεια που δημιουργεί η κοινωνική αδικία, η απελευθέρωση του ανθρώπου από τον φόβο. Το φόβο της αδυναμίας κάλυψης βασικών του αναγκών. Ο φόβος για το αν θα βγάλει τον μήνα, αν τα παιδιά του θα έχουν καλή εκπαίδευση, αν θα βρει δουλειά, αν οι κόποι μιας ζωής θα ανταμειφθούν με μια καλή σύνταξη. […] Αυτή η ανασφάλεια κρατάει τους πολίτες αιχμαλώτους».

Ηδη από την πρώτη μέρα του πολέμου, πολλοί νιώθουν αιχμάλωτοι, χωρίς να έχουν ακούσει «κρότον κτιστών» ή όπλων κλαγγή.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Υπερασπιζόμενοι το κοινό εδώ

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Ξυδάκης Νίκος |

Eνα βλεμμα
  • Tου Nικου Γ. Ξυδακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Στους τοίχους της Τραπέζης της Ελλάδος επί της Πανεπιστημίου, δύο γκράφιτι: Δεν συναινούμε έχουμε πόλεμο· και παρακάτω, Γιώργο θα φύγεις νύχτα. Τις προηγούμενες μέρες, κορυφαία πρόσωπα της απελθούσας κυβέρνησης προπηλακίστηκαν από οργισμένους πολίτες ενώπιον ακροατηρίων, εκδιώχθηκαν από αίθουσες, γιουχαΐστηκαν. Την παγωνιά μετά το σοκ διαδέχεται τυφλή οργή που ξεχειλίζει, και θα ξεσπάει επί δικαίων και αδίκων.

Δικαιολογημένη η οργή και ευεξήγητη. Και πρέπει να ξεσπάσει. Ο οργισμένος πολίτης όμως, προτού παραδοθεί στην αυτοδικία και στον νόμο του Λιντς, οφείλει να αναλογιστεί μήπως η τυφλότητα της οργής του πλήττει ακριβώς το κράτος δικαίου που υπονόμευσαν οι προπηλακιζόμενοι πολιτικοί με την ολιγωρία τους, με τα ψέματα, με τον αριβισμό ή τις δόλιες πράξεις τους. Να μην αθωωθούν, να παραδοθούν στη χλεύη και την καταφρόνια, στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας· να ερευνηθεί η δράση τους και να τιμωρηθούν αν βρεθούν ένοχοι. Αλλά δεν πρέπει να κυριαρχήσει ο τυφλός θυμός, η οργή δεν μπορεί μόνη αυτή να καθοδηγεί τις πράξεις της τραυματισμένης κοινωνίας. Διότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο το ποτάμι της οργής να μη σταματάει πουθενά, να παρασύρει δικαίους και αδίκους σε έναν τρελό στροβιλισμό, που θα εξαρθρώσει τους κοινωνικούς αρμούς και λίγο θα απέχει από εμφύλιο.

Ο κερματισμός και η πολυδιαίρεση της κοινωνίας είναι όπλο των κυρίαρχων, είναι προσφιλές όπλο της αποικιοκρατίας, παλιάς και νέας, μαζί με την προπαγάνδα και την ωμή καταστολή. Η προπαγάνδα, επίσημη ή μεταμφιεσμένη, προσπαθεί να πείσει τη δοκιμαζόμενη κοινωνία, αφενός, ότι φταίμε όλοι εξίσου, γενικεύοντας και ισοπεδώνοντας· η τέτοια γενίκευση διαχέει δολίως σε όλους την ευθύνη και την ενοχή· και όταν όλοι φταίνε, κανείς δεν φταίει. Η προπαγάνδα, αφετέρου, σπείρει διχόνοια, διάσπαση, διαίρεση: οι ιδιωτικοί εναντίον των δημοσίων, οι υπάλληλοι εναντίον των ελευθεροεπαγγελματιών, όλοι εναντίον των φακελάκηδων γιατρών, των ρουφιάνων δημοσιογράφων, των κλεφτών ταξιτζήδων, όλοι εναντίον όλων. Και όλοι ενοχοποιημένοι, διασπασμένοι, οργισμένοι, σαστισμένοι – δηλαδή, έτοιμοι να υποδουλωθούν και πάλι, χωρίς να προλάβουν να κατανοήσουν, να συνθέσουν, να υπερβούν τα δεσμά.

Η προπαγάνδα δούλεψε εντατικά όλα τα χρόνια της αμέριμνης σπατάλης κλοπιμαίων και δανεικών για να μας πείσει ότι όλα βαίνουν καλώς, η Ελλάς είναι ισχυρή, οι αγορές μάς ψηφίζουν.  Δούλεψε εντατικά και τον τελευταίο χρόνο, διαχέοντας ευθύνες και ενοχές, αποκρύπτοντας διαρκώς την αληθή εικόνα, τις δυνατότητες εξόδου, τους πραγματικούς υπεύθυνους. Μέχρι που το ολιγόσελιδο μνημόνιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έδειξε τον βαθμό κατάρρευσης του συστήματος και τον βαθμό υποδούλωσης όλων ημών.

Οι έχοντες κυριαρχία και πλούτο έχουν σπεύσει ήδη να μεταφέρουν το χρήμα έξω και να αγοράσουν λονδρέζικα ακίνητα: να σωθεί το χρήμα και ας βουλιάξει η χώρα. Τώρα περιμένουν ευκαιρίες επενδύσεων: η καταρρέουσα χώρα θα προσφέρει πολλές ευκαιρίες. Θα επωφεληθούν, μαζί με το ξένο κεφάλαιο που ώς τώρα λοιδορούσε την Ψωροκώσταινα· θα αγοράσουν πάμφθηνα. Οι εξουθενωμένοι, γονατισμένοι πολίτες ποια αντίσταση μπορούν να προβάλουν; Πολύ περισσότερο αν βρεθούν παραδομένοι στον ψυχικό εμφύλιο, κατακερματισμένοι και αλληλοσπαρασσόμενοι. Καμία αντίσταση· η υποδούλωση θα είναι η μόνη οδός.

Η κοινωνία ραγίζει από απειλές, πρωτόγνωρες τουλάχιστον για δύο – τρεις γενιές· απειλές φτώχειας, απειλές κατά της κοινωνικής συνοχής, απειλές κατά του κοινωνικού συμβολαίου, απειλές κατά του δημόσιου πλούτου και της εθνικής κυριαρχίας. Μόνο αν αναγνωρίσει τον εαυτό της σαν κοινότητα, βάσει συνομολογημένων παρονομαστών, γύρω από ένα μίνιμουμ αξιακό πλαίσιο, η κοινωνία μπορεί να αντισταθεί στις δυνάμεις της διάλυσης και να υπερασπιστεί τον δημόσιο χώρο, τον κοινό λόγο, την πατρίδα.

Ας την πούμε πατρίδα αυτή την οντότητα που μπορεί να μας ενώσει, ας μη φοβόμαστε τη λέξη, δεν είναι η κουρέλα των ακροδεξιών και των χουνταίων, είναι η πατρίδα του Ρήγα Φεραίου και του Παπαδιαμάντη, του Κάλβου και του Εγγονόπουλου, του μαχητή στο Αλβανικό και του αντάρτη. Το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα· οι άθλιες ραντιέρικες ελίτ, που κατάντησαν τη χώρα οικόπεδο ευκαιρίας, δεν έχουν πατρίδα. Οι άνθρωποι της εργασίας, μικροί, μικρομεσαίοι, ποιητές, τεχνίτες, όλοι, έχουν πατρίδα: το από κοινού εδώ, το εδώ που διάλεξαν, αυτό που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν από ανάγκη, τάφους, αμπέλια και σοκάκια, φίλους, οικείους, συμπολίτες, παλιούς συμμαθητές. Μπορούμε να ριζώσουμε κι αλλού, αλλά ας το κάνουμε ως ελεύθεροι, όχι ως ανδραποδισμένοι. Γι’ αυτό το κοινό εδώ, αξίζει να πολεμήσουμε, φτωχοί αλλά ελεύθεροι, ενωμένοι, όχι σπαραγμένοι και δούλοι. Οπως μπορούμε.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Δώσ’ μου τη λέξη σου, πάρε το σέντσι μου

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Μπουκάλας Παντελής |

Yποθεσεις
  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Πιθανότατα σε άλλες εποχές, χαλαρότερες, θα είχε αναπαραχθεί ευρύτερα και θορυβωδέστερα η πρόταση της Γερμανίδας ιστορικού Λεονόρας Ζέελινγκ να επιβληθεί έκτακτος πανευρωπαϊκός πολιτιστικός φόρος προς διάσωση της ελληνικής οικονομίας: να πληρώνει δηλαδή πέντε λεπτά του ευρώ όποιος Αγγλος, Γάλλος, Γερμανός κ.ο.κ. χρησιμοποιεί λέξη ελληνικής καταγωγής, μήπως και μπορέσουμε έτσι να αποπληρώσουμε σε έναν-δυο αιώνες τα ελλαδοφάγα χρέη μας. Τι συνέτρεξε και δεν υποδεχτήκαμε ενθουσιωδώς την πρόταση της κ. Ζέελινγκ, διατυπωμένη σε βιβλίο της, τη θερμή συνηγορία της υπέρ της Ελλάδας, όπως χαρακτηρίστηκε στα λίγα σχετικά δημοσιεύματα, εύκολα το υποθέτει κανείς. Καταρχάς είναι αποθαρρυντικό το ίδιο το ανέφικτον του πράγματος, το οποίο και υποχρέωσε τη Γερμανίδα συγγραφέα να μην εξειδικεύσει ιδιαίτερα την πρότασή της. Θα αφορά άραγε ο φόρος τόσο τη γραπτή χρήση των ελληνογενών λέξεων όσο και την προφορική; Ποιος πανόπτης και πανακουστής Αργος και ποιο Εσελον θα μπορούσε να φέρει εις πέρας έναν τέτοιον έλεγχο, παρακολουθώντας όχι μόνο τα γραπτά (σε εφημερίδες, περιοδικά, συγγράμματα, και στο Ιντερνετ βέβαια), αλλά και τις ομιλίες (στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση) και τις ιδιωτικές συνομιλίες των ανθρώπων σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, ώστε να μην ξεφύγει καμία χρήση ελληνικής προελεύσεως ήχων και νοημάτων, από την «ιδέα» και τη «δημοκρατία» ώς το «γεια σου»; Και, πριν αναρωτηθούμε αν θα πληρώσουμε κάτι στους Αγγλους για το μετρημένο 5ο/ο του λεξιλογίου της νεοελληνικής που δανειστήκαμε από αυτούς, γιατί να μείνουν έξω από τον λογαριασμό οι πλανητικώς ηγεμονεύσουσες Ηνωμένες Πολιτείες, που έχουν άλλωστε σοβαρότατο μερτικό ευθύνης για την πορεία των ελληνικών πραγμάτων;

Και ποιος μηχανισμός, πολυάνθρωπος, άρα και πολυέξοδος, θα μπορούσε να οργανωθεί για να ελέγχει αυστηρά, να καταμετρά προσεχτικά, να κόβει τιμολόγια και να εποπτεύει την πληρωμή αλλά και τη διαχείριση των εισπραττομένων; Αν αναθέταμε στην ελληνική πολιτεία το χρέος αυτό, βέβαιο είναι ότι, αφού πρώτα δημιουργούσε καμιά εικοσαριά επιτροπές κι ύστερα μισθοδοτούσε αδρά και μερικές ντουζίνες συμβούλους, στο τέλος θα φερόταν όπως φέρεται δεκαετίες τώρα, και με τον προσδιορισμό των φόρων, των εργοδοτικών οφειλών στο ΙΚΑ κτλ.: Και στον υπολογισμό τους θα έκανε «λάθη» (για να μην πάψουν να ευνοούνται οι ανέκαθεν ευνοούμενοι) και στη μέχρι τέλους και μέχρι λεπτού απαίτησή τους δεν θα ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. Αλήθεια, πόσοι από τους καθεβραδινά εμφανιζόμενους στο γυαλί προστάτες του λαού (του κοσμάκη, όπως αρέσκεται να τον αποκαλεί ο αριστοκρατισμός τους) είναι άψογοι στις υποχρεώσεις τους απέναντι στην εφορία, στο ΙΚΑ και, φυσικά, στους ίδιους τους εργαζόμενούς τους; Πόσοι από τους πεντακοσιομέδιμνους που υποδύονται τους καημένους θήτες και τα αθώα θύματα, τιμούν όχι το εν γένει χρέος τους προς την πατρίδα αλλά τα διαπιστωμένα φορολογικά τους χρέη;

Κι αν υποθέταμε ότι η ελληνική πολιτεία συγκροτούσε όντως έναν τέτοιο μηχανισμό, ποιος θα είχε την αφέλεια να της εμπιστευτεί τη διαχείριση των ποσών που θα συγκεντρώνονταν; Πικρή η πείρα μας, ανακαλεί αμέτρητα επεισόδια κατασπατάλησης κονδυλίων που προορίζονταν για κοινωφελείς σκοπούς και διασπάθισης ποικίλου τύπου εισφορών, ακόμα και ερανικών. Το παγκάρι είναι πάντοτε πειρασμός, ακόμα και για ιερωμένους, όπως επίσης η απογοητευτική πείρα μας πιστοποιεί.

Δεν έχω την πρόθεση να λοιδορήσω την πρόταση της Γερμανίδας ιστορικού, που δηλώνει οργισμένη – η αγάπη και ο θυμός, όταν μάλιστα συνυπάρχουν, μπορούν να εκδηλωθούν με τρόπους οχληρούς για όσους κρατούν τη νηφαλιότητά τους. Εχω πάντως την αίσθηση ότι και η ίδια η κ. Ζέελινγκ δεν μπορεί παρά να κατανοεί την υπερβολή της· κατέληξε λοιπόν σε μια τέτοια πρόταση όχι για ν’ αλλάξει τη γνώμη όσων συμπατριωτών της αναθεματίζουν τους Ελληνες, αλλά κάπως να τους αποσπάσει την προσοχή, να τους θυμίσει την οικουμενική πλέον ελληνική κληρονομιά. Πιθανόν υπέθεσε ότι η καλύτερη μέθοδος για να ισιώσει ένα ραβδί ήδη λυγισμένο από τη μια μεριά του είναι να το λυγίσουμε βίαια και από την άλλη. Στην αφόρητη υπερβολή της λοιδορίας κατά της Ελλάδας από Γερμανούς πολιτικούς και δημοσιογράφους προέκρινε να απαντήσει με την υπερβολή της πρότασης για τη θέσπιση συμβολικού γλωσσικού φόρου, αναφέροντας δειγματοληπτικά τις λέξεις ψυχή, ψυχανάλυση, δημοκρατία, πολιτική, μουσείο, Ευρώπη και ευρώ. Πιθανολογώ ότι δεν έχει υπόψη της παλαιότερο χαιρετισμό του Ξενοφώντα Ζολώτα σε ξένους, συνταγμένο στα αγγλικά αλλά με ελληνικές λέξεις, άλλως ίσως τον ενέτασσε στα επιχειρήματά της. Ευτυχώς πάντως δεν φαίνεται να γνωρίζει πώς αντέδρασε δεκαπέντε χρόνια πριν τμήμα της πολιτικής μας ηγεσίας και του Τύπου σε πρόταση της Γαλλικής Προεδρίας να αποβληθούν πέντε γλώσσες (και η ελληνική) από τη χορεία των επίσημων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Κατά το «Φέρτε πίσω τα κλεμμένα» που κόλλησε και δεν λέει να ξεκολλήσει στο σκηνικό μιας πρωινής τηλεεκπομπής, υπήρξαν τότε πολιτικοί και δημοσιολόγοι που απαίτησαν από τους ξένους να μας επιστρέψουν τις ελληνικές λέξεις που δανείστηκαν οι γλώσσες τους, κι αν αρνηθούν, να τους απαγορεύσουμε να τις χρησιμοποιούν ή να τις αποσύρουμε (όπως, λ.χ., θα αποσύραμε το κρητικό λάδι από την ευρωπαϊκή αγορά, τόσο προχωρημένη σκέψη).

Ευτυχώς επίσης η κ. Ζέελινγκ δεν έχει ενημερωθεί για τις παραγλωσσικές εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στη χώρα μας, διότι τότε μάλλον δεν θα δημοσίευε την πρότασή της, η εφαρμογή της οποίας θα οδηγούσε σε οικονομικό στραγγαλισμό όλες τις χώρες του πλανήτη. Σύμφωνα λοιπόν με «θεωρίες» που ξεκίνησαν περιθωριακές και με την τηλεοπτική προβολή έγιναν δημοφιλέστατες (άλλωστε υπηρετούν τον φυλετικό ναρκισσισμό), η ελληνική είναι η παμμήτειρα γλώσσα, Κλαδάκια της δεν είναι μόνο τα αγγλικά ή τα γαλλικά αλλά και τα κινέζικα, τα ινδιάνικα, τα πάντα. Εντάξει, η «οικονομική κρίση» που ταλανίζει τον κόσμο ακούγεται ελληνόηχα σε ποικίλες γλώσσες, το ξέρουμε. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν (και ανάμεσά τους ουδείς Αγγλος) ότι και άλλες τρεις λέξεις που σηματοδοτούν το οικονομικό δράμα είναι ελληνικές, ή έτσι τουλάχιστον διατείνεται σε εγχειρίδιό του καθηγητής του Παντείου: το «business» γεννήθηκε από το «βίον ζην», προφανέστατα, το «market» (οι αγορές ντε, που κερδοσκοπούν) από το «μείρομαι», φως φανάρι, το δε «bank» (οι επίσης κερδοσκοπούσες τράπεζες) από το «πήγνυμι», τι άλλο. Τι δηλαδή, θα αναγκάσουμε την ανθρωπότητα σε αλαλία για να γλιτώσει τα έξοδα;

Οι γλώσσες έχουν ανάγκη να δανείζονται, κι αυτά τα δάνεια δεν είναι σαν του ΔΝΤ: δεν προϋποθέτουν ασφυκτική πολιτική κηδεμονία και δεν αποτιμώνται σε χρήμα. Τίποτα λοιπόν δεν μας επιτρέπει να βουλιάζουμε στη φρεναπάτη ότι, σαν πολιτισμικοί οφειλέτες στους προγόνους μας, οι ξένοι μάς χρωστάνε και θα μας χρωστάνε εσαεί. Δανεικός βίος δεν νοείται.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Μακρυγιάννης: μια νέα ανάγνωση

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Βερέμης Θάνος |

  • Tου Θανου Bερεμη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Η Ελλάδα σήμερα δρέπει τα σκυθρωπά γεννήματα δύο δεκαετιών ασωτίας και δημόσιας διαφθοράς. Η πρακτική της εικοσαετίας αυτής είχε νομιμοποιηθεί στις συνειδήσεις των νεοελλήνων πολύ πριν η Ελλάδα αναδυθεί ως ανεξάρτητο κράτος. Οι εκσυγχρονιστικές προσπάθειες δυτικοφρόνων όπως οι Καποδίστριας, Μαυροκορδάτος, Τρικούπης, Βενιζέλος και Καραμανλής, κατάφεραν να κατασκευάσουν μια ευάλωτη κοινωνία πολιτών χωρίς να τιθασεύσουν το παντοδύναμο πελατειακό κράτος και τους πολιτικούς του τροφοδότες. Στη δεκαετία του 1980 συντελείται για πρώτη φορά η λαϊκιστική εκπεφρασμένη νομιμοποίηση της παραβατικότητας. Σ’ αυτήν συνεισφέρουν με τα δικά τους πρότυπα και τα αριστερά κόμματα («Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη») και όσοι ακόμα θα ήθελαν να ιδιοποιηθούν το κρατικό κέρας της Αμαλθείας.

Θα προσπαθήσω από τη στήλη αυτή (κατά το παράδειγμα των Παγουλάτου και Ψαλιδόπουλου) να αναζητήσω τις πηγές της ελληνικής ανομίας και μιας φιλολογίας που άθελά της επιβεβαιώνει και επιβραβεύει το καθεστώς αυτό.

Τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη δημοσιεύτηκαν από τον Γιάννη Βλαχογιάννη το 1907 και έγιναν αντικείμενο άμετρου θαυμασμού από συγχρόνους και μεταγενέστερους ποιητές και διανοούμενους. Ο Παλαμάς, ο Θεοτοκάς, ο Σεφέρης, ο Λορεντζάτος και πολλοί άλλοι ανακάλυψαν στον Ρουμελιώτη οπλαρχηγό τη γνησιότητα του άθικτου από την εκπαίδευση λαϊκού λόγου και στοχασμού. Ο ίδιος ο Βλαχογιάννης, που βρήκε το χειρόγραφο των απομνημονευμάτων και μετέγραψε τη δυσανάγνωστη γραφή του συγγραφέα τους, διατύπωνε αμφιβολίες για την αντικειμενικότητα του Μακρυγιάννη. Αργότερα, όταν έκανε την εμφάνισή του το δεύτερο χειρόγραφο, ο Βλαχογιάννης εμπιστεύθηκε στον Θεοτοκά ότι επρόκειτο για το έργο ενός τρελού. Ωστόσο, όταν το χειρόγραφο αυτό εκδόθηκε το 1983 από το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τράπεζας με τον τίτλο «Οράματα και Θάματα» και γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα, ο Γιώργος Σαββίδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να κάνει τον Μακρυγιάννη άγιο! Ποια σχέση μπορεί να είχαν οι κάθε άλλο παρά θρησκευόμενοι οπαδοί του δυτικού τρόπου σκέψης στην Ελλάδα με τον γνήσιο πράγματι εκπρόσωπο μιας Ελλάδας που οι ίδιοι πάσχιζαν να μεταμορφώσουν; Βέβαια, η αρχή των δημοτικιστών να αγκαλιάζουν καθετί το «απελέκητο» και λαϊκό, οδηγεί τον Σεφέρη στα θαυμαστικά του σχόλια για τον αγράμματο αγωνιστή, που απαξιώνουν όμως τα προϊόντα της ελληνικής εκπαίδευσης.

Ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική αξία του λόγου του, ο Μακρυγιάννης περιγράφει με ακρίβεια στα απομνημονεύματά του μια κοινωνία με άφθονη λεβεντιά αλλά χωρίς νόμους, αρχές και συνέπεια, εκτός από την προαγωγή των συμφερόντων της οικογένειας, της ομάδας των ημετέρων και της πολιτικής φατρίας, δηλαδή της πατρίδας όπως τη φανταζόταν ο καθένας. Η κατακερματισμένη αυτή κοινωνία καθορίζει τελικά τη λειτουργία του ελληνικού κράτους.

Η γνησιότητα της καταγραφής αυτού του καθεστώτος από τον Μακρυγιάννη είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή μέσα από μια ανθρωπολογική ανάγνωση του έργου του. Η ιστορική ανάγνωση δεν αποδίδει παρά μόνο τη λοξή οπτική γωνία ενός δευτεραγωνιστή των γεγονότων της Επανάστασης και μάλιστα από το στρατόπεδο της ρουμελιώτικης φατρίας του εμφυλίου πολέμου και ενός εκ των πρώτων μισθοφόρων της κρατικής εξουσίας που είχε έδρα της το Μεσολόγγι. Ο Μακρυγιάννης, ως ιστορικός, είναι απολογητής μιας συγκεκριμένης μερίδας του εμφυλίου και κακολογεί τους επιφανέστερους αντιπάλους του, όπως τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα και τον Ζαΐμη, μεταξύ άλλων.

Η ανθρωπολογική ανάγνωση του έργου είναι δυνατή αν χρησιμοποιήσει ο αναγνώστης τα εργαλεία που του προσφέρει η έγκυρη περιγραφή μιας παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας του εικοστού αιώνα από τον John K. Campbell (Honour, Family and Patronage. A study of Institutions and Moral Values in a Greek Mountain Community, Oxford University Press, 1964).

Σε ερχόμενο άρθρο θα επιχειρήσω την ερμηνεία, με όρους πλέον της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της κοινωνίας που περιγράφει ο Μακρυγιάννης. Η κοινωνία αυτή αναφύεται στις μέρες μας σαν τα κεφάλια της Λερναίας Υδρας που οι Ηρακλείς του εκσυγχρονισμού προσπάθησαν να κόψουν.

(ΥΓ.: Σε προηγούμενο άρθρο μου απέδωσα την άποψη ότι το ρουσφέτι αποτελεί αγαθό μηχανισμό προσωποποίησης της εξουσίας, σε βιβλίο του Μάρκου Δραγούμη. Πρόκειται βέβαια για άποψη άλλου συγγραφέα, στον οποίο ο Δραγούμης αναφέρεται με επικριτικό σχόλιο.)

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ιστορία ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Κασιμάτης Στέφανος |

  • Tου Στεφανου Kασιματη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Πείτε το ηττοπάθεια ή όπως αλλιώς προτιμάτε, αλλά «η βάσιμη ελπίδα να γλιτώσουμε την πτώχευση», την οποία διαπιστώνει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στην υπερψήφιση της συμφωνίας με τον μηχανισμό στήριξης, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. (Ο επίτιμος μάλλον το ισχυρίζεται από οικογενειακή υποχρέωση – για να ενισχύσει εμμέσως την απόφαση της Ντόρας…) Ελπίδα να ξεφύγουμε από τη μοίρα της υπερχρεωμένης οικονομίας μας δεν υπάρχει, γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δεν έχει τη διάθεση να ακούσει. Επιμένει να ζει τον ηδονιστικό μύθο της, βέβαιη ότι πάντα θα υπάρχει ένας μαγικός τρόπος (η μαγκιά του Ελληνα, βλέπετε…) ώστε να δουλεύεις λιγότερο και να ζεις πλουσιότερα.

Το πρόβλημα ήταν γνωστό και είχε περιγραφεί λεπτομερώς από τον Απόστολο Λάζαρη τον Μάιο του 1988, στην έκθεση που είχε συντάξει για την κατάσταση της οικονομίας, με αποδέκτη τον Ανδρέα Παπανδρέου: «Σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση φτάσαμε λόγω των ανεξέλεγκτων αυξήσεων των δημοσίων δαπανών κατά τα προηγούμενα χρόνια. Και το πρόβλημα τώρα είναι ότι δεν μπορούμε πια εύκολα να ελέγξουμε την κατάσταση, γιατί μπήκε ήδη σε λειτουργία ο αυτόματος πιλότος του δημοσίου χρέους και άλλων ανελαστικών κονδυλίων, που επηρεάζουν αυτόνομα τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού, ανεξάρτητα, δηλαδή, από την κυβερνητική βούληση».

Μέσω του δανεισμού, οι κυβερνήσεις του Παπανδρέου δεκαπλασίασαν τις δημόσιες δαπάνες μέσα στα πρώτα επτά χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, χτίζοντας έτσι το κομματικό κράτος. Οκτώ χρόνια μετά την προειδοποίηση του Απ. Λάζαρη, το κράτος είχε πλέον αυτονομηθεί και καθοδηγούσε τις κυβερνήσεις. Τότε, το 1996, με συνέντευξή του σε τούτη την εφημερίδα, ο Στέφανος Μάνος προειδοποιούσε: «Το κράτος ξοδεύει χωρίς κανέναν έλεγχο. Δεν διορθώνεται αυτή η κατάσταση με μικρά βήματα. Την κατάσταση έχει αποδώσει πλήρως ο κ. Σημίτης, με αυτά που λέει για “το κλίμα του ωχαδελφισμού, την κοινωνία της αρπαχτής και των κολλητών”, αλλά δεν είναι σε θέση να προσφέρει τη λύση. Ο χαρακτήρας και το μέγεθος του κράτους είναι αυτά που μας έκαναν να γίνουμε έτσι. Βολεμένοι, συμβιβασμένοι, φοβούμενοι κάθε αλλαγή. Κανείς δεν θέλει να τα βάλει μαζί του γιατί όλοι έχουν δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης. Το κράτος είναι βαθύτατα διεφθαρμένο σε όλες του τις βαθμίδες, εκτός ελέγχου. Επηρέασε ακόμη και τον επιχειρηματικό κόσμο, που είναι από τη φύση του καινοτόμος».

Το 2008, είκοσι χρόνια μετά τον Απ. Λάζαρη, στην ομιλία του για τον προϋπολογισμό του 2009, ο Αλέκος Παπαδόπουλος φώναζε σε ώτα μη ακουόντων: «Πρέπει να ομολογήσουμε ενώπιον του ελληνικού λαού ότι ένας ιδιότυπος παραπλανητικός λαϊκισμός διατρέχει το σύνολο της πολιτικής ζωής της χώρας μας. Είναι εκείνος ο οποίος δημιούργησε την πεποίθηση ότι η άσκηση πολιτικής δεν είναι η παραγωγή πλούτου, αλλά η άσκηση πολιτικής γίνεται με δανεικά […] Η σημερινή κρίση συναντά μια χώρα χωρίς παραγωγική βάση, με αποξηραμένες παραγωγικές δυνατότητες, αφού στο ΑΕΠ μας το 70% είναι κατανάλωση, με μια εκτεταμένη μαύρη οικονομία πάνω από 45%. Αυτό συνδυάζεται με τη θεσμική καταρράκωση της χώρας. Συνδυάζεται, επίσης, με το υψηλότερο στον κόσμο –και πρέπει να το πούμε στον ελληνικό λαό– έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, αλλά και με το δημόσιο χρέος. Αυτό το δημοσιονομικό κατάντημα, που είναι το χειρότερο στην Ευρώπη, δείχνει πολύ χαρακτηριστικά ότι το επόμενο διάστημα, στην κρίση που έρχεται τους επόμενους μήνες, το οικονομικό κραχ θα συναντηθεί με το κοινωνικό κραχ». Επομένως, το πρόβλημα ήταν εξαρχής γνωστό σε όσους είχαν το θάρρος να το κοιτάξουν, αλλά ήσαν λίγοι και οι πολλοί τους θεωρούσαν γραφικούς, νεοφιλελεύθερους ή, απλώς, ενοχλητικούς…

Θα υπήρχε ελπίδα αν ο πολιτικός κόσμος αποφάσιζε να κάνει τη δουλειά του, δηλαδή να οδηγήσει την κοινωνία, αντί να σύρεται πίσω από τους ψηφοφόρους και να τους τροφοδοτεί με φρούδες ελπίδες. Αν οι πολιτικοί –όσοι τουλάχιστον έχουν αίσθηση της ευθύνης τους– εξηγούσαν ευθέως την κατάσταση και δεν την παρουσίαζαν συγκεκαλυμμένη με στομφώδεις κορώνες και λυρικές αρλούμπες. Πώς να το τολμήσουν, όμως, όταν αυτό θα τους υποχρέωνε αυτομάτως να δώσουν και εξηγήσεις για την πορεία ώς εδώ και τη στάση τους στο παρελθόν; Ετσι, σήμερα, της προσπάθειας για την εφαρμογή του προγράμματος διάσωσης ηγείται ένας πολιτικός, ο οποίος μόλις πριν από επτά μήνες επανελάμβανε ενσυνειδήτως το ψέμα ότι «λεφτά υπάρχουν», προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές. Είναι επόμενο, λοιπόν, ο Γιώργος Παπανδρέου να καταβάλλει την προσπάθεια και, συγχρόνως, να την υπονομεύει, αφού με κάθε τρόπο φροντίζει να μεταδίδει πόσο αβάστακτη του είναι η αντιμετώπιση της δυσάρεστης πραγματικότητας. Κρύβεται πίσω από την παραδοσιακή πασοκική ρητορική του ηρωικού αγώνα των Ελλήνων εναντίον της ξένης κηδεμονίας, αντί να εξηγήσει απερίφραστα πόσο τυχεροί είμαστε επειδή –λόγω του κινδύνου για το ευρώ και μόνον– προστρέχουν οι ξένοι στη σωτηρία μας.

Ως εναλλακτική επιλογή προβάλλει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος καταψήφισε τη συμφωνία χρηματοδότησης από τον μηχανισμό στήριξης, «όχι γιατί αρνούμαστε τη χρηματοδοτική στήριξη, που το ΠΑΣΟΚ κατέστησε απαραίτητη πλέον, αλλά διότι διαφωνούμε με την πολιτική που μας οδήγησε ώς εδώ»! Με απλά λόγια, μας λέει ότι δεν αρνείται την πραγματικότητα, αλλά την πορεία που μας οδήγησε στην πραγματικότητα. Και λοιπόν; Είτε διαφωνεί κανείς με την πορεία είτε όχι, η πραγματικότητα παραμένει η ίδια. Δυσκολεύομαι να καταλάβω –μολονότι πολύ θα το ήθελα– σε τι διαφέρει αυτή η ενσυνείδητη άρνηση της πραγματικότητας από την ανάλογη στάση της Αριστεράς, η οποία, ούτως ή άλλως, κινείται μονίμως στη σφαίρα του φανταστικού.

Ολα αυτά, όμως, εκπέμπουν προς τα έξω την εικόνα ότι το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος είναι συνυφασμένο και αξεδιάλυτο από το πολιτικό και το πολιτισμικό. Δεν πρόκειται, λοιπόν, να χάσουν ούτε τον χρόνο ούτε τα κεφάλαιά τους προκειμένου να διασώσουν μια χώρα που δεν θέλει η ίδια να σωθεί. Η πρωτοφανής επιχείρηση για τη διάσωσή μας είναι ό,τι για τον εθισμένο στην ηρωίνη η εισαγωγή του στην κλινική αποτοξίνωσης. Αν όμως ο ίδιος δεν έχει τη δύναμη να ακολουθήσει τη θεραπεία, είναι βέβαιο ότι θα ξανακυλήσει στα ίδια. Αν ο πολιτικός κόσμος ανεδείκνυε την αποφασιστικότητά του να εφαρμόσει το σχέδιο διάσωσης, αδιαφορώντας για τις απώλειες στις τάξεις του, είναι βέβαιο ότι οι ελεγκτές θα αντιμετώπιζαν με επιείκεια τις επιδόσεις μας. Θα κάνουν, όμως, το ίδιο όταν βλέπουν την πολιτική τάξη απρόθυμη να αποκαλύψει στους Ελληνες ότι το «Greek dream» τελείωσε για όλους μας; Η πολιτική ηγεσία του τόπου, ανησυχώντας κυρίως για το δικό της αύριο, επιχειρεί να πείσει τον ασθενή να ακολουθήσει μια οδυνηρή θεραπεία, ενώ την ίδια στιγμή κάνει ό,τι μπορεί ώστε ο ασθενής να μην καταλάβει τη φύση της ασθένειάς του. Τέτοιους πολιτικούς είχε και η Αργεντινή και είδατε πού κατάντησε μια χώρα η οποία, πριν από περίπου έναν αιώνα, ήταν η τρίτη πλουσιότερη στον κόσμο…

  • Ποιον κοροϊδεύουν;

Ως υστερόγραφο στα παραπάνω, μία είδηση από το μέτωπο της περιστολής του δημόσιου τομέα. Ως γνωστόν, ανακοινώθηκε, με τις δέουσες τυμπανοκρουσίες, ότι ο «Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε.» πρόκειται να κλείσει. Ωστόσο, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αριθμός φύλλου 152, 30 Απριλίου 2010) δημοσιεύεται απόφαση, υπογεγραμμένη από τον υπουργό Πολιτισμού Παύλο Γερουλάνο, με την οποία οι θέσεις των δεκαπέντε παραιτηθέντων στελεχών της προηγούμενης διοίκησης του υπό κατάργηση οργανισμού καλύπτονται με τον διορισμό άλλων δεκαπέντε ατόμων, για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας των παραιτηθέντων, ο οποίος λήγει στις 18 Ιουνίου 2014! Κατόπιν τούτου, πιστεύετε σοβαρά ότι υπάρχει ελπίδα διάσωσης;

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Για μια Ελλάδα σύγχρονη, δημιουργική και δίκαιη

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Αθανασόπουλος Τάκης, Uncategorized |

  • Του Τακη Αθανασοπουλου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Την περασμένη Κυριακή ακούσαμε όλοι τα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, τα οποία πράγματι προδιαγράφουν μια μακρά και δύσκολη περίοδο για τη χώρα μας. Αυτό όμως που προβληματίζει όλους μας, περισσότερο και από αυτά τα ίδια τα μέτρα, δημιουργώντας ένα βαθύ συναίσθημα ανασφάλειας, είναι ότι δεν είναι ευδιάκριτοι οι τρόποι διεξόδου από αυτή την κρίση, δηλαδή τι πρέπει να γίνει για να αποφευχθούν τα χειρότερα, γιατί όλοι αρχίζουμε να κατανοούμε ότι, δυστυχώς, τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ χειρότερα. Υπάρχουν όμως πολλοί που πιστεύουν ότι, παρά τα πολλαπλά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας αλλά και τις σοβαρές δυσκολίες που όλοι μας θα αντιμετωπίσουμε στην καθημερινότητά μας, η περίοδος αυτή μπορεί να αποτελέσει μια μεγάλη ευκαιρία να δούμε με σύνεση και ψυχραιμία όλα όσα πρέπει να γίνουν για την ανάπτυξη της οικονομίας μας και την επάνοδο της χώρας μας στη διεθνή και ευρωπαϊκή σκηνή ως ένα μέλος ισότιμο, σε πορεία οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας.

Για να πετύχουμε αυτόν τον εθνικό και εξαιρετικά σημαντικό στόχο, επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, να κινηθούμε σε δύο άξονες.

Ο πρώτος άξονας έχει να κάνει με την αυτογνωσία μας.

Θα πρέπει όλοι οι Ελληνες, και ιδιαίτερα οι δύο γενιές πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον βαθμό βέβαια που αναλογεί στον καθένα μας από τη θέση και τον ρόλο του, να παραδεχτούμε ότι έχουμε μεγάλη ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας. Θα πρέπει άμεσα να σταματήσουμε να αναλωνόμαστε σε ατέρμονες συζητήσεις και αλληλοκατηγορίες για το ποιος φταίει και με ψυχραιμία να συνειδητοποιήσουμε ότι, είτε ενεργά είτε παθητικά, έχουμε όλοι συμβάλει να φτάσουμε ώς εδώ.

Ο δεύτερος άξονας, στον οποίο θα πρέπει να εστιάσουμε όλη μας τη προσοχή και να διοχετεύσουμε όλη μας τη δημιουργικότητα, έχει να κάνει με αυτό που όλοι θέλουμε, παρότι αρκετοί από εμάς δεν το ομολογούν ανοιχτά: τη διατήρησή μας στη Ζώνη του Ευρώ και την παραμονή μας στον κεντρικό πυρήνα της Ευρώπης. Αυτή μας όμως η επιθυμία θα πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από τη βούλησή μας να συγκλίνουμε με την «καλύτερη» Ευρώπη.

Να μελετήσουμε, δηλαδή, τις πρακτικές, τις συμπεριφορές, τα μέτρα, τις ενέργειες, τους κανόνες και το πλαίσιο βάσει των οποίων λειτουργούν οι οικονομικά ανεπτυγμένες και κοινωνικά ευημερούσες ευρωπαϊκές χώρες, και να υιοθετήσουμε εκείνα που θα βελτιώσουν τις δικές μας επιδόσεις.

Η υιοθέτηση απ’ όλους μας της σύγκλισης με την καλύτερη Ευρώπη ως ενεργοποιού μας στόχου και ως ατομικής ή/και κοινωνικής αποστολής μας, με απώτερο όραμα να κάνουμε την Ελλάδα μια χώρα σύγχρονη, δημιουργική και δίκαιη για όλους τους πολίτες της, θα μας βοηθήσει:

α) Να φτάσουμε εύκολα στο επιθυμητό επίπεδο αυτογνωσίας, αφήνοντας στην άκρη την προσφιλή μας ασχολία του επιμερισμού ευθυνών, διότι πλέον, οι απόψεις, οι συζητήσεις και οι διαβουλεύσεις μας θα έχουν όριο και περιεχόμενο, εφόσον θα στοιχίζονται στο όραμά μας και την αποστολή μας τόσο από τους συνομιλητές όσο και από τους ακροατές μας.

β) Να μην περιμένουμε όλες οι λύσεις και κατευθύνσεις να δίνονται από την κυβέρνηση, περιορίζοντας όλους τους υπόλοιπους Ελληνες σε έναν ρόλο παθητικό στην καλύτερη περίπτωση, αντιδραστικό στη χειρότερη, αλλά ο κάθε δημόσιος οργανισμός ή Αρχή, επιχείρηση, κοινωνικός φορέας, συντεχνία κ. λπ. να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες εναρμόνισής τους με τις καλύτερες πρακτικές των καλύτερων αντίστοιχων φορέων της Ευρώπης.

Για παράδειγμα, η εναρμόνιση των ελληνικών πρακτικών στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας με τις καλές πρακτικές του κλάδου αυτού στη Δανία ή στην Ολλανδία ή στην Αυστρία ή στην Τσεχία ή στην Πορτογαλία, ή η εναρμόνιση των πρακτικών της ελληνικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με αυτές της Φινλανδίας ή της Ολλανδίας ή της Ιρλανδίας, και η σύγκλισή τους –από τους δείκτες παραγωγικότητας μέχρι τις αποδοχές των εργαζομένων– θα επέφερε σημαντικές αλλαγές βελτίωσης για όλους τους συμμετέχοντες στους κλάδους αυτούς, αλλά και αναπτυξιακές ευκαιρίες για την εθνική μας οικονομία. Θα μειωνόταν επίσης σημαντικά ο χρόνος συζητήσεων, διαβουλεύσεων, αντιδικιών και αντεγκλήσεων στη Βουλή, στις τηλεοράσεις, στα καφενεία και στους δρόμους, που, τις περισσότερες φορές, δεν καταλήγουν πουθενά ή, στη χειρότερη περίπτωση, καταλήγουν σε αυτοσχεδιασμούς που περιπλέκουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Με τη διαδικασία της σύγκλισης, έχοντας αποσυμφορήσει και αποπροσωποποιήσει τα θέματα, θα καταφέρουμε να σταματήσουμε να στρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας και να γίνουμε πραγματικοί Ευρωπαίοι.

Ετσι, η κυβέρνηση θα μπορέσει ακόμα περισσότερο να επικεντρώσει την προσοχή της στην ενίσχυση της εθνικής ανταγωνιστικότητας, εδραιώνοντας σταθερούς, υγιείς και διαχρονικούς κυβερνητικούς θεσμούς, παρέχοντας ένα σταθερό βασικό οικονομικό πλαίσιο, καλές βασικές υποδομές και έγκυρη και έγκαιρη οικονομική και κοινωνική πληροφόρηση. Στο πλαίσιο αυτό, θα είναι εφικτός ο καθορισμός ενός συνόλου μικροοικονομικών κανόνων και κινήτρων που θα διέπουν τον ανταγωνισμό, έτσι ώστε να ενθαρρύνεται η ανάπτυξη της παραγωγικότητας, ενώ, παράλληλα, θα εξελίσσει ένα δίκαιο και αποτελεσματικό νομικό και φορολογικό σύστημα, αλλά και κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης που θα καθιστούν τα στελέχη υπεύθυνα για τις επιδόσεις των εταιρειών ή των οργανισμών που ηγούνται.

Ετσι, οι κυβερνώντες θα είναι σε θέση να εκπληρώσουν τη δική τους αποστολή, που δεν είναι άλλη από την ανάπτυξη πολιτικής που να ενισχύει τον ανταγωνισμό, εξαλείφοντας παράλληλα τους παράγοντες που συντελούν στη χαμηλή παραγωγικότητα της οικονομίας της χώρας και αποδυναμώνουν το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων.

γ) Να κάνουμε τη χώρα μας, μια διαλεκτική χώρα.

Η Ελλάδα, όσο δυσχερής και αν είναι η κατάστασή της σήμερα, είναι σε πολύ καλύτερη θέση από αυτή που ήταν στο παρελθόν άλλες ανεπτυγμένες και ευημερούσες σήμερα χώρες της Ευρώπης, που κάποια περίοδο βρέθηκαν κυριολεκτικά στον πάτο, τόσο οικονομικά όσο και ηθικά.

Προεξέχον παράδειγμα είναι η Γερμανία, αλλά και άλλες χώρες πολύ πιο κοντά στα δικά μας μεγέθη, όπως η Δανία, η Φινλανδία, η Ολλανδία και η Τσεχία.

Σε όλες αυτές οι χώρες, αλλά και εν γένει σε όλες τις ευημερούσες και κοινωνικά δίκαιες χώρες, διακρίνουμε τα βασικά στοιχεία που τις καθιστούν διαλεκτικές χώρες:

Εχουν εθνικό όραμα και κεντρικό ενεργοποιό στόχο.

Τα στοιχεία αυτά τους επιτρέπουν να ελευθερώνουν τις δημιουργικές δυνάμεις των πολιτών τους κατά τρόπο εξισορροπητικό και να «διαλέγονται», δημιουργώντας έτσι συνεχώς γνώση και αξίες, χωρίς να χάνουν τον προσανατολισμό τους σε συζητήσεις χωρίς αρχή, μέση και τέλος, που καταλήγουν πάντα στο ότι κάποιος άλλος φταίει.

* Ο κ. Τάκης Αθανασόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Συλλογική ανασφάλεια, ελλείψει συλλογικού οράματος…

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Καλλίτσης Κώστας |

  • Tου Κωστα Kαλλιτση, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Φαίνεται ότι πολλοί στην κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος της προσπάθειας που οφείλουμε να κάνουμε. Η ευκαιρία να μπορούμε να δανειζόμαστε από τις αγορές έστω ακριβά (με 6%) υπήρχε μέχρι τον περασμένο Μάρτιο, τώρα δεν υπάρχει. Οι αγορές για την Ελλάδα είναι και θα μείνουν κλειστές για άγνωστο χρονικό διάστημα. Είτε εφαρμόζουμε τη συμφωνία που υπογράψαμε με τον τριμερή μηχανισμό στήριξης είτε πτωχεύουμε. Το δίλημμα θα επανέρχεται (δεν τελειώσαμε με αυτό…) και η απάντηση θα δίδεται ανά τρίμηνο στις εξετάσεις απολογισμού, με πρώτες αυτές του Ιουλίου. Αν δεν υλοποιούνται οι συμφωνημένοι στόχοι καθαρά (χωρίς διαδικαστικές αναβολές πληρωμών και άλλα τεχνάσματα…), οι τριμερείς πιέσεις θα γίνονται αφόρητες. Εφόσον περάσουμε τις εξετάσεις, παραμένει ο κίνδυνος να «κοπούμε» στην ανάπτυξη, από την ύφεση και την ανεργία, αν δεν γίνει άμεσα η επανεκκίνηση των κινητήρων της οικονομίας – αλλά καθυστερούμε. Ο κόμπος δεν λύθηκε.

Αλλά φοβούμαι ότι κάποιοι στον κυβερνητικό μηχανισμό νομίζουν ότι, εφόσον επικυρώθηκε η συμφωνία, τώρα μπορούν να συνεχίσουν «business as usual». Οτι την Κυριακή ανακοινώθηκαν τα μέτρα και τη Δευτέρα άλλαξαν όλα για όλους τους άλλους, αλλά για τους ίδιους δεν υπάρχουν νέα καθήκοντα, όλα μένουν ίδια και μπορούν να ασκούν τις συνήθεις ασχολίες τους. Ως αν ο πόλεμος αφορούσε όλους τους άλλους, ίσως και τον κ. Γ. Παπακωνσταντίνου –τους ίδιους, πάντως, δεν φαίνεται να τους αφορά. Εκτιμώ ότι αυτό είναι ένα κεντρικό πρόβλημα που άμεσα θα λύσει ο πρωθυπουργός, κ. Γ. Παπανδρέου.

Αλήθεια: πόσοι μήνες ακόμη απαιτούνται προκειμένου να κτυπηθεί η σπατάλη στα νοσοκομεία; Ως πότε θα αποφεύγουμε να αναθέσουμε σε σοβαρές ελεγκτικές εταιρείες να τα κάνουν «φύλλο φτερό» ώστε άμεσα να ισχύσει η υποχρέωση τήρησης βιβλίων αποθήκης; Πόσοι μήνες θα «πρέπει» να περάσουν για να εκδοθεί μια σωστή εγκύκλιος ώστε να ισχύσει η νέα τιμολόγηση των φαρμάκων; Πόσα εκατομμύρια «πρέπει» να σπαταληθούν πριν απαγορευτεί στους δήμους να δανείζονται χωρίς την άδεια του υπουργείου Οικονομικών; Πόσοι τόνοι «λάδι» επιπλέον θα «πρέπει» να πνίξουν εφορίες και πολεοδομίες πριν οι αρμόδιοι αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα για εξυγίανση και αυτών των ευαγών ιδρυμάτων; Και πόσες «κουρτίνες» θα πρέπει να έχουν φτάσει στον εισαγγελέα, πριν οι κυβερνητικοί επιτελείς καταφέρουν να βρουν χρόνο να ασχοληθούν και με τα υπόλοιπα καθήκοντά τους, πέραν της χάραξης «στρατηγικής» – όπως ευσχήμως αποκαλείται η διευθέτηση υποθέσεων της «καλής κοινωνίας»;

Η ελληνική κοινωνία είναι θυμωμένη και φοβισμένη. Γνωρίζει ότι η μείωση του βιοτικού επιπέδου της είναι αναπόφευκτη – δεν εξαρτάται καν από τη βούληση της (όποιας) κυβέρνησης. Αλλά δεν έχει ακούσει απάντηση στο ερώτημα «μετά τις θυσίες, τι;». Είναι η απάντηση που θα μπορούσε να νοηματοδοτήσει μια νέα εθνική προσπάθεια, να περιορίσει την μοιρολατρία και την απαξίωση των πάντων, να ανοίξει δρόμο σε μια νέα στράτευση. Είναι η απάντηση που λείπει. Γι’ αυτό σήμερα περισσεύει η συλλογική ανασφάλεια και απουσιάζει το συλλογικό όραμα.

Η κυβέρνηση, αντί να αφηγηθεί ένα συνολικό και πειστικό σχέδιο που θα οδηγήσει στην Ελλάδα του αύριο, εξαντλείται να υπαινίσσεται τι «δεν θα ήθελε αλλά υποχρεώνεται από τους ξένους να πράξει». Ουδείς συγκινείται από τη θλίψη της. Διότι στερείται ουσιαστικής βάσης. Τι θα έκανε, δηλαδή, αν δεν της το επέβαλαν; Μήπως διέθετε εναλλακτική λύση για να βρει δάνεια; Μήπως θα απέλυε 100 χιλιάδες υπεράριθμους δημοσίους υπαλλήλους, θα έκλεινε σχολεία και νοσοκομεία αντί να διανείμει το σχετικό κόστος περικόπτοντας τους μισθούς όλων των υπαλλήλων; Προφανώς, όχι. Η επί πολλά έτη άρνηση του εκσυγχρονισμού, αυτή είναι που επιβάλλει σήμερα τον βίαιο εκσυγχρονισμό – όχι οι ξένοι.

Θα περάσουμε δύσκολα χρόνια. Ο κ. Γ. Παπανδρέου, ο οποίος μαζί με τις εκλογές κέρδισε και το πρόβλημα, έχει την ευκαιρία να ηγηθεί σε αυτόν τον δύσκολο εκσυγχρονισμό, να μεγιστοποιήσει το όφελος που θα προκύψει και να μηδενίσει τις (όχι ασήμαντες…) απειλές για τα εθνικά συμφέροντα – θα ήταν επικίνδυνη αφέλεια να νομίσουμε ότι το ΔΝΤ και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις χαρακτηρίζονται από ανιδιοτέλεια. Απαιτείται ένα συγκροτημένο σχέδιο και δράση με πρωτοβουλίες που θα απαλύνουν τους πόνους αυτής της σκληρής διαδικασίας, θα μεταβάλουν το μοντέλο διακυβέρνησης και θα κινητοποιήσουν εκείνες τις ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον από την αλλαγή του χρεοκοπημένου μοντέλου της οικονομίας. Ο άθλος είναι τιτάνιος. Γι’ αυτό, ο πρωθυπουργός έχει ανάγκη (τουλάχιστον) από μια κυβέρνηση των αρίστων.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ηγεσία κατώτερη των περιστάσεων

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Ζούλας Στάμος |

  • Toυ Σταμου Zουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Η σημερινή κατάσταση της χώρας θυμίζει σαφέστατα τις ημέρες που κατέρρεε η δικτατορία το 1974, έχοντας πυροδοτήσει την τραγωδία της Κύπρου και αφήνοντας πίσω της ένα χαίνον πολιτικό κενό. Πρώτο ζητούμενο, τότε, η λαϊκή ομοψυχία για την αντιμετώπιση της εθνικής κρίσεως. Επιτεύχθηκε, με το «μονοδρομικό» δίλημμα «Καραμανλής ή τα τανκς», που διακήρυξε ο Μίκης Θεοδωράκης. Πειθαναγκαστικά, έστω, όπως εξακολουθεί να διατείνεται η Αριστερά. Αποτελεσματικά, όμως, αφού με τη λαϊκή πλειοψηφία των πρώτων εκλογών αποκαταστάθηκε και εδραιώθηκε η Δημοκρατία, ενώ παράλληλα δρομολογήθηκε η ένταξη της χώρας μας στην Ευρώπη.

Κάθε άλλο παρά υποδεέστερο είναι το σημερινό δίλημμα «εθνική χρεοκοπία ή διεθνής εποπτεία». Γιατί, λοιπόν, η λαϊκή ομοψυχία παρουσιάζεται ελλειμματική ή και αμφιλεγόμενη; Για το σημερινό αδιέξοδο υπάρχουν αναντίρρητα υπεύθυνοι και ένοχοι. Και όχι μόνον πολιτικοί. Οπως υπήρχαν βαρύτατες ευθύνες και για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας το 1967. Ομως, το 1974 δεν προτάξαμε τον κολασμό των ενόχων, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την εθνική κρίση. Ούτε θέσαμε ως προϋπόθεση λαϊκής συσπείρωσης την αποκατάσταση των «κεκτημένων» που απωλέσαμε κατά τη διάρκεια της 7ετίας. Συστρατευθήκαμε, άνευ όρων, για την επίτευξη της δημοκρατικής ομαλότητος, παραμερίζοντας πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές. Κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει σήμερα.

Ασφαλώς το έλλειμμα αυτό δεν προκύπτει από «ανωριμότητα» των πολιτών. Οφείλεται αποκλειστικά στη μειονεξία των πολιτικών μας. Αν κανείς καταγράψει λεπτομερώς τις -εν μέσω κρίσεως- διαδοχικές αντιδράσεις (ιδίως των δύο κομμάτων εξουσίας) κατά τους οκτώ τελευταίους μήνες, θα διαπιστώσει μόνον παλινωδίες, σύγχυση και ανευθυνότητα. Το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και τρεις μήνες αφ’ ότου ανήλθε στην εξουσία, διακήρυττε υπερηφάνως ότι θα εφαρμόσει απαρεγκλίτως το πλουσιοπάροχο προεκλογικό του πρόγραμμα. Η Ν.Δ., η οποία προκάλεσε τις πρόωρες εκλογές, επισείοντας το φάσμα της οικονομικής χρεοκοπίας, υποστηρίζει και σήμερα τη θεωρία της πασοκικής σταγόνας, που πλημμύρισε το ποτήρι. Από «τα λεφτά υπάρχουν» του κ. Παπανδρέου, περάσαμε στο «εσείς προκαλέσατε την αδυναμία δανεισμού» του κ. Σαμαρά. Και αυτά εν γνώσει των δύο πολιτικών ότι το δημόσιο έλλειμμα θα πλησίαζε το 14%…

Η ανευθυνότητα των δύο ηγεσιών κορυφώθηκε στην προχθεσινή ψήφιση του σχεδίου στήριξης. Η Ν.Δ. το καταψήφισε επί της αρχής, με το επιχείρημα ότι σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου το κόμμα αυτό θα παραμείνει εναλλακτικός πυλώνας ελπίδας για τον ελληνικό λαό. Δηλαδή δεν συμβάλλει στην επώδυνη επιβολή του σχεδίου, αλλά ποντάρει κομματικά στην αποτυχία του. Το δε ΠΑΣΟΚ απέφυγε την εφαρμογή του άρθρου 28 του Συντάγματος, που προβλέπει υπερψήφιση από 180 βουλευτές και την ενέκρινε με σχετική πλειοψηφία. Και τούτο για να μην «επισημοποιηθεί» πως πρόκειται για εκχώρηση κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Οταν όμως ο κ. Σαμαράς διαμαρτυρήθηκε στη Βουλή για αναφορές της εισηγητικής εκθέσεως, που μείωναν τη Ν.Δ., ο Κ. Παπανδρέου τον διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του ήταν αμέτοχη, διότι το κείμενο είχε συνταχθεί από την «τρόικα». Οι υπουργοί του απλώς άσκησαν το «κυριαρχικό δικαίωμα» της υπογραφής…

Το συμπέρασμα είναι ότι οι πολιτικές μας ηγεσίες εξακολουθούν να τοποθετούνται έναντι της κρίσεως κυρίως με κομματικά κριτήρια. Επόμενο είναι όχι μόνον να μην εμπνέουν στον λαό ομοψυχία, συστράτευση και αγωνιστικότητα, όπως απαιτούν οι σημερινές συνθήκες, αλλά να επιτείνουν τις φοβίες του για ένα άδηλο μέλλον.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Εάλω η πόλις, εάλω η χώρα;

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Παξινός Δημήτρης |

  • Toυ Δημητρη Παξινου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Πέντε Μαΐου 2010. Τρεις νέοι νεκροί εν ώρα εργασίας, από άγνωστους που παρεισέφρησαν στους ειρηνικούς διαδηλωτές και πέταξαν βόμβες μολότοφ εντός του χώρου εργασίας τους.

Τις προηγούμενες μέρες από τις οθόνες της τηλεόρασης παρακολουθούσες χαμογελαστούς κάποιους πολιτικούς να εκφέρουν την άποψή τους. Ηταν προφανές ότι δεν συνειδητοποίησαν σε ποια κατάσταση βρίσκεται η χώρα. Είναι προφανές ότι και αυτοί βρίσκονται στον δικό τους μικρόκοσμο, από τον οποίο θεώνται τα γενόμενα.

Τα μέτρα που λήφθηκαν, σκληρότατα, και ο κόσμος έχει αναστατωθεί, έχει εξοργισθεί και βάλλει εναντίον πάντων. Ετσι πάντα συμβαίνει όταν μια χώρα είναι σε παρατεταμένη κρίση πολιτική, κοινωνική, οικονομική. Σε κρίση θεσμών και αξιών, λόγω της εκτεταμένης διαφθοράς και διαπλοκής.

Ο κόσμος σε κατάθλιψη, το χαμόγελο έχει εκλείψει. Η αγανάκτηση, αν όχι το μίσος, έχει συσσωρευθεί. Η λογική παραμερίζεται, περιθωριοποιείται, οι ακραίες απόψεις φαίνεται να επικρατούν σε πολλά θέματα και επισκιάζουν κάθε προσπάθεια βελτίωσης της ψυχολογίας. Από τηλεοράσεως οι μόνιμοι εθνικοί κριτές προτρέπουν και εκτρέπουν σε πρακτικές μη ελεγχόμενες, απευθυνόμενοι στο θυμικό. Η υπευθυνότητα είναι το ζητούμενο. Αλλά στους χρόνους που διανύουμε, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη των διαδραματιζομένων για να ανεύρουμε και τον υπεύθυνο. Ο ένας τα φορτώνει στον άλλο και οι συσταθείσες επιτροπές στη Βουλή, με τον τρόπο που λειτουργούν, διαιωνίζουν το πρόβλημα και ο χορός καλά κρατεί.

Υπεύθυνοι όλοι πλην ημών. Πολύς κόσμος, ιδιαίτερα νέα παιδιά, που έχουν τη μικρότερη, αν όχι καθόλου, ευθύνη, αισθάνονται την ανάγκη να εκφρασθούν, να διαδηλώσουν ειρηνικά, να διαμαρτυρηθούν για το άδηλο μέλλον που τους επιφυλάσσεται, για την έλλειψη φροντίδας από την Πολιτεία να τους δοθούν τα επαρκή εφόδια να βγουν στην αγορά και να είναι ανταγωνιστικοί.

Να αισθανθούν ότι εφόσον έχουν τα προσόντα θα αξιοποιηθούν και θα ανταμειφθούν με τρόπο αξιοκρατικό και όχι πελατειακό, με βάση την κομματική επετηρίδα ή γνωριμία με παρέες ξέγνοιαστων, ανέμελων ανεπάγγελτων κάθε είδους συμβούλων, που απομυζούν χρόνια το δημόσιο χρήμα, ατιμωρητί.

Ολη λοιπόν αυτή η κατακραυγή, όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα, που χρήζουν κάποτε άμεσης αντιμετώπισης για μια μεσομακροπρόθεσμη προοπτική, όλα αυτά τα πράγματι σκληρά μέτρα έφεραν ένα μεγάλο όγκο πολιτών σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Θα μπορούσαν να είναι τριπλάσιοι, όμως από τη μια υπάρχει ο κίνδυνος των εκτροπών και από την άλλη έχει χαθεί η εμπιστοσύνη σε πολιτικούς, συνδικαλιστές, οι οποίοι όμως αναπαράγονται πάντα μέσα από τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες διαδικασίες.

Ο τόπος έχει ανάγκη αναγέννησης και ελπίδας. Αυτό είναι το κυρίως ζητούμενο και για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, απαιτείται συνοχή, κυρίως μεταξύ των αρχηγών των κομμάτων, που οφείλουν έναντι της χώρας να αναλάβουν τις μεγάλες ευθύνες που τους αντιστοιχούν και να καταλήξουν σε κανόνες με βάση το εθνικό και όχι το κομματικό συμφέρον. Η χώρα είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, αν δεν έχει ήδη χρεοκοπήσει. Υπάρχει λίγος καιρός για σύνεση. Χρέος όλων μας να συμβάλουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

* Ο κ. Δημήτριος Χ. Παξινός είναι πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Δάσκαλε που δίδασκες…

Posted on Μαΐου 9, 2010. Filed under: Καραϊσκακη Τασουλα |

  • Tης Τασουλας Kαραϊσκακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010

Ειδικά σήμερα, που τα κοινωνικά συμβάντα εκρήγνυνται σαν αλυσιδωτός πάταγος, στις θυελλώδεις ελληνικές ημέρες των διάπυρων «χαρακωμάτων», των σκοτεινών προοπτικών, των αποκαρδιωτικών καταστάσεων, δεν θα έπρεπε να χάσουμε το «παιχνίδι» με την εκπαίδευση. Ωστόσο, αμφότερες οι πλευρές, υπουργείο Παιδείας και εκπαιδευτική κοινότητα, εγκλωβίζονται στην επιφάνεια της επικαιρότητας, στις ανυποχώρητες θέσεις, αδυνατώντας να κάνουν την υπέρβαση. Δηλαδή, να ενδιαφερθούν περισσότερο για την τύχη του ελληνικού σχολείου και λιγότερο για τη δημόσια εικόνα ή τη βολή τους.

Από φέτος (από Σεπτέμβριο) προαιρετικά η εσωτερική αξιολόγηση στα σχολεία και από του χρόνου υποχρεωτικά, διεμήνυσε δι’ εγκυκλίου η κ. Διαμαντοπούλου. Να μη συμμετάσχουν οι εκπαιδευτικοί στη διαδικασία, προέτρεψε η ΟΛΜΕ.

Σε μια εποχή που οι εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας τροποποιούν κάθε λεπτό τις ανθρώπινες δυνατότητες, στην Ελλάδα δεν έχουμε καθαρή εικόνα αυτού που λαμβάνει χώρα στις σχολικές αίθουσες. Από το 1982 που καταργήθηκε –και ορθώς– ο θεσμός του επιθεωρητή, δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια το πώς παρέχεται η εκπαίδευση και ποιο είναι το αποτέλεσμά της, αφού έκτοτε δεν εφαρμόστηκε κάποιο σύστημα αξιολόγησης. Οι υπουργοί Παιδείας ετοίμαζαν νόμους (πάνω από επτά έχουν προωθηθεί συνολικά), εξέδιδαν Προεδρικά Διατάγματα, η Ομοσπονδία των εκπαιδευτικών εξέφραζε αντιρρήσεις για τα κριτήρια του εκάστοτε συστήματος, τους φόβους της για την αναβίωση του αμαρτωλού καθεστώτος της επιθεώρησης, την άρνησή της για τη σύνδεση μισθού και παραγωγικότητας και οι ψηφισθείσες ρυθμίσεις αποσύρονταν.

Σίγουρα η αξιολόγηση είναι μια πολύπλοκη λεπτή διαδικασία, τρωτή σε ιδεολογίες, κομματικές–συνδικαλιστικές σκοπιμότητες, κοινωνικά πρότυπα, την κυρίαρχη τάση της φρενήρους κούρσας των υψηλών επιδόσεων, που ενισχύει την ανισότητα… Εξαρτάται από τον παράγοντα άνθρωπο, του αξιολογητή, ο οποίος εκφράζει κρίσεις όχι μόνον επί του πλέγματος των σχέσεων, στάσεων, συμπεριφορών που επηρεάζουν τη λειτουργία του σχολείου αλλά και επί των επαγγελματικών ικανοτήτων των εκπαιδευτικών. Ομως δεν θα έπρεπε κάποτε, κάπως, να αρχίσει; Είναι δυνατόν, το αυτονόητο, δηλαδή η σύγκριση του αποτελέσματος με τον στόχο, της αρχικής με την τελική κατάσταση να είναι επί τριάντα χρόνια, τα «χρυσά» μεταπολιτευτικά χρόνια της ευημερίας αλλά και της αποχαλίνωσης, ακόμη ζητούμενο; Πώς μπορεί κανείς να επιχειρήσει βελτιώσεις αν δεν έχει κοιτάξει ποτέ το πρόσωπό του στον καθρέφτη;

Διαρκώς διαφωνούντες επί της διαδικασίας, οι πολυτελώς εγκατεστημένοι στην κατάσταση του «θιγόμενου» καταφέρνουν να μην προχωράει ποτέ τίποτα. Με την αξιολόγηση επιχειρείται, λένε –ίσως δικαίως– η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων. Αυτός ο διαρκής φόβος μήπως κάτι προσβάλλει τα κεκτημένα, σε συνδυασμό με τις κυβερνητικές παλινωδίες και το «ράβε-ξήλωνε» των ατελών μεταρρυθμίσεων, έχει ως συνέπεια την αποσπασματικότητα, ασυνέχεια και ασυνέπεια στην παροχή γνώσης και τον εξοβελισμό του κοινού νου, που αποτελεί τον πιο σταθερό μοχλό προόδου. Δεν χρειάζεται να αξιολογηθούμε, λένε κάποιοι εκπαιδευτικοί, τα αποτελέσματα φαίνονται στις εξετάσεις. Μα ακριβώς στις προαγωγικές εξετάσεις το 30% των μαθητών γράφει κάτω από τη βάση και στις πανελλαδικές το 33% έως 40%! Αλλά θα υπάρχει και γι’ αυτό κάποιο «πειστικό» επιχείρημα.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

« Προηγούμενες Καταχωρίσεις

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...