Αριστερά

Τρίμηνο ήταν και… πέρασε

Posted on Ιανουαρίου 11, 2010. Filed under: 100 ΜΕΡΕΣ, Παππάς Τάσος |

  • Του ΤΑΣΟΥ ΠΑΠΠΑ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Οι πρώτες 100 μέρες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ δεν μπορούμε να πούμε ότι «συγκλόνισαν την Ελλάδα» – άλλωστε και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου είχε προειδοποιήσει ότι «δεν πρόκειται ν’ αλλάξουμε τη χώρα σε 100 μέρες».

Ωστόσο, με το κλείσιμο αυτού του κύκλου τα στελέχη του κόμματος δικαιούνται να υποστηρίξουν ότι η κοινωνία τουλάχιστον δεν έπληξε. Απ’ όλα είχε αυτή η περίοδος: Πρωτοβουλίες, διαφωνίες, συγκρούσεις, παλινωδίες, αλλά και κινήσεις προωθητικού χαρακτήρα.

*Οικονομία: Το στοίχημα της επιτυχούς αντιμετώπισης της κρίσης παραμένει ανοιχτό. Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε δίβουλος. Από τη μια υπήρχε η πίεση των Βρυξελών για επώδυνα μέτρα και από την άλλη η απαίτηση του κόμματος, για πιστή εφαρμογή του προγράμματος. Η αντιπαράθεση για το ποια πολιτική είναι ενδεδειγμένη κράτησε αρκετό διάστημα και ακόμη δεν έχει τελειώσει.

Σε κάποια φάση μάλιστα φάνηκε ότι το δίδυμο του οικονομικού επιτελείου (Παπακωνσταντίνου-Σαχινίδης) αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα πολιτικής κάλυψης, με τον πρωθυπουργό να δίνει την εντύπωση ότι επιχειρεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί.

Στο μέτωπο αυτό η κριτική στο ΠΑΣΟΚ ότι δεν είχε ολοκληρωμένο σχέδιο, μοιάζει δικαιολογημένη και η κυβερνητική άμυνα ότι «βρήκαμε τα πράγματα σε χειρότερη κατάσταση απ’ αυτή που περιμέναμε» δεν δείχνει ισχυρή, αφού οι αρμόδιοι της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος είχαν ενημερώσει ενδελεχώς τον κ. Παπανδρέου.

Αναγκαστική στροφή είχαμε σε δύο κρίσιμα σημεία:

* Προεκλογικώς ο Γ. Παπανδρέου είχε διαφωνήσει διαρρήδην με τις ιδέες Καραμανλή για πάγωμα των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων, μετεκλογικώς όμως ακολουθεί αυτή τη γραμμή.

* Είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο δυναμικής εισόδου του κράτους στον ΟΤΕ, στα λιμάνια και στην Ολυμπιακή, μετεκλογικώς οι σχετικές προτάσεις έχουν εγκαταλειφθεί.

*Αναδιανομή εισοδήματος: Τα νομοσχέδια για το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης και για τη μερική ρύθμιση των χρεών εντάσσονται στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι «ήρθε στην εξουσία για να περιορίσει τις ανισότητες».

Ωστόσο, το επαπειλούμενο πάγωμα των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων, η αναμενόμενη σφιχτή εισοδηματική πολιτική σε συνδυασμό με την αντικειμενική αδυναμία της να περιορίσει την ανεργία, καθώς και οι αντιδημοφιλείς ρυθμίσεις που ετοιμάζονται για τη διάσωση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως και οι αυξήσεις στους έμμεσους φόρους, προκαλούν δυσφορία στα χαμηλά στρώματα και διαμορφώνουν σκηνικό κοινωνικής έντασης με τα κόμματα της αριστεράς να «προπονούνται» για τη μεγάλη αναμέτρηση. Το ευτύχημα για την κυβέρνηση είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης, με χαμηλό ηθικό λόγω του προτέρου «ανέντιμου» βίου της στη διακυβέρνηση της χώρας.

*Οι μεταρρυθμίσεις: Η παραπομπή όλων των προσλήψεων στο ΑΣΕΠ θεωρείται αυτονόητη πράξη και ελπίζουν στην κυβέρνηση ότι θα καταφέρει ένα ισχυρό χτύπημα στις πελατειακές πρακτικές. Οι άλλες δύο μεγάλες τομές (Καποδίστριας 2 και εκλογικό σύστημα) θα πάνε στη διαδικασία του διαλόγου. Είναι σφόδρα πιθανόν να προκύψουν αντιδράσεις και από το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

*Συνοχή: Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις αντιπαλότητας μεταξύ κυβερνητικών στελεχών. Η υπόθεση της απεργίας στο λιμάνι και οι γκρίνιες υπουργών για την τακτική της Λούκας Κατσέλη, η αναδίπλωση στο θέμα των τελών κυκλοφορίας, η παραίτηση Ρόβλια και η παρ’ ολίγον παραίτηση Λοβέρδου, περιγράφουν με ενάργεια το έλλειμμα συντονισμού, παρά το γεγονός ότι δύο κορυφαίοι κυβερνητικοί παράγοντες έχουν επωμιστεί το καθήκον της εξουδετέρωσης των δυσλειτουργιών (Πάγκαλος και Παμπούκης).

*Εξωτερική πολιτική: Καμία θεαματική αλλαγή. Αξίζει να επισημανθεί, πάντως, η υπερκινητικότητα του Γ. Παπανδρέου στο εξωτερικό για να καλυφθεί το κενό που άφησε ο προκάτοχός του. Εχει τη συμβολική σημασία της η επιλογή του να πραγματοποιήσει το πρώτο ταξίδι του (ανεπίσημο) στην Τουρκία.

*Ηλεκτρονική διακυβέρνηση: Η σημαία του Γ. Παπανδρέου. Τα μηνύματα είναι θετικά, υπάρχουν πάντως και οι παρενέργειες. Για παράδειγμα, ο διάλογος στο Διαδίκτυο για το φορολογικό έχει δημιουργήσει μια χαοτική κατάσταση. Στο μεταναστευτικό, το μέγαρο Μαξίμου υποψιάζεται ότι ακροδεξιές ομάδες χρησιμοποιούν τη διαβούλευση για να περάσουν τις σκοταδιστικές θέσεις τους.

Οι πρώτες 100 μέρες της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είναι σίγουρα πολύ καλύτερες από τις 100 τελευταίες μέρες της κυβέρνησης της Ν.Δ. Ομως, ούτε «οι αντιεξουσιαστές βρέθηκαν στην εξουσία», σύμφωνα με το ευφυολόγημα του πρωθυπουργού, ούτε εκείνο το «πάμε τώρα» έχει γίνει πράξη στο βαθμό που είχε δεσμευθεί η κυβέρνηση. Ο Γ. Παπανδρέου υποσχέθηκε ότι το 2010 θα είναι χρονιά «μεγάλων ανατροπών». Οψόμεθα.

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η Αριστερά ως όμηρος κάθε «επαναστάτη»

Posted on Οκτώβριος 31, 2009. Filed under: Αριστερά |

Η μετάβαση από τους «Αθανάσιους Διάκους» του Αλ. Αλαβάνου στην (έστω και ημιαυτόνομη) «Λωρίδα της Γάζας» του Α. Τσίπρα εκφράζει, αν μη τι άλλο, τη συνέπεια με την οποία η –εκτός ΚΚΕ– Αριστερά στην Ελλάδα βαδίζει μακριά από κάθε σύγχρονη αριστερή αντίληψη. Επιλέγει –είτε με Αλαβάνο είτε με Τσίπρα– συγκεκριμένη ιδεολογική στάση, ένα, γνωστό από το παρελθόν, προϊόν αριστερίστικου ακτιβισμού και σεχταρισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ, στεγάζοντας πολιτικά το «Χώρο», ουσιαστικά λειτουργεί σαν μαγνήτης προς όλους αυτούς που εκτιμούν ότι η Κοινωνία της Ειρήνης δεν είναι δυνατή. Ο αριστερίστικος ακτιβισμός διαφέρει από τον αντίστοιχο της σύγχρονης Αριστεράς, από αυτόν της Κοινωνίας των Πολιτών διότι είναι συγκρουσιακός και όχι προϊόν «συμβιβασμών» – της πεμπτουσίας του πολιτικού πολιτισμού, όπως έλεγε ο αείμνηστος Μιχάλης Παπαγιαννάκης.

Επιπλέον, ο σεχταρισμός, δηλαδή η βεβαιότητα πως η Αριστερά ως δύναμη αλλαγής είναι φύσει μειοψηφική στις καπιταλιστικές κοινωνίες, οδηγεί στην πεποίθηση πως τελικά η Αριστερά είναι «αντισυστημική» και πως μόνο με τη ρήξη μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Μόνον έτσι (αυτο) εκπληρώνεται ο σχεδόν μεσσιανικός χαρακτήρας των «γκρουπούσκουλων» μικρών και μεγαλύτερων.

Για παράδειγμα, στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική και αποτελεσματική αστυνομία, ο κ. Τσίπρας και οι περί αυτόν έχουν σαφέστατα απαντήσει αρνητικά. Γι’ αυτό και δεν τη θέλουν στα κάστρα τους (Εξάρχεια, ΑΕΙ κ. λπ.).

Ο ναρκισσισμός του αντισυστημικού «μάρτυρα» δεν επιτρέπει να αντιληφθούν, πρώτον, πως η εγκληματικότητα είναι μείζον κοινωνικό πρόβλημα και πως, δεύτερον, πλήττει κυρίως τα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα του πληθυσμού. Οι πλούσιοι δεν έχουν ανάγκη την Αστυνομία, πληρώνουν στρατούς και χτίζουν σπίτια–κάστρα. Ο φτωχοί και οι εν αδυναμία την έχουν ανάγκη. Διαφορετικά, οι περιοχές κατοικίας τους, τα σπίτια τους και οι ζωές τους θα βρεθούν στα χέρια κάθε λογής μαφίας.

Ο φτωχός και ο εξαθλιωμένος δεν έχει άλλο καταφύγιο από το οργανωμένο κράτος και τους θεσμούς του. Η λειτουργία και όχι η απαξίωση της Αστυνομίας είναι το ζητούμενο. Μια αστυνομία που να επιβάλλει το νόμο αλλά και να τον τηρεί, είναι η σύγχρονη αριστερή πολιτική και όχι η σιωπηλή συγκατάβαση προς όσους την πολεμούν.

Ο φτωχός, ο ευρισκόμενος σε επισφάλεια, έχει ανάγκη την Αστυνομία γι’ αυτό και δεν βρίσκω πιο σύγχρονη αριστερή πρόταση από το αίτημα για μια πιο δυνατή και πιο δημοκρατική αστυνομία.

Αραγε, μπορεί σήμερα –για την Αριστερά του κ. Τσίπρα– ένας αριστερός να εργάζεται ως αστυνομικός;

Αποτελεί νομίζω κοινό τόπο πως η Αριστερά του κ. Τσίπρα δεν έχει σχέση με τη σύγχρονη Αριστερά του αείμνηστου Μιχάλη Παπαγιαννάκη και όσων σήμερα συνεχίζουν στον ίδιο δρόμο. Σαφώς ο κ. Φώτης Κουβέλης και άλλα στελέχη της ανανεωτικής τάσης πιστεύουν πως το ζητούμενο της σύγχρονης Αριστεράς σήμερα είναι η μείωση της ανισότητας μέσα από την ενίσχυση της δημοκρατίας και των θεσμών της. Το ερώτημα είναι πως –ή γιατί ακόμη– συμβιώνουν με τις τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ που ονειρεύονται νησίδες «αυτονομίας»;

Εφόσον οι ανανεωτικοί αντιλαμβάνονται την –πολιτική– απόσταση που τους χωρίζει, γιατί εξακολουθούν να συνυπάρχουν σ’ έναν χώρο που εκτιμά πως ο «γιαλός είναι στραβός»;

Και γιατί δεν κινούν πολιτικές διεργασίες που θα απεγκλωβίσουν τις δυνάμεις της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς από την «κατάσταση πολιορκίας»; Τι περιμένουν; Πόσο αριστερή μπορεί να είναι μια πρόταση που ονειρεύεται την Αθήνα των νησίδων; Και γιατί σιωπήσατε εσείς οι ανανεωτικοί;

Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τον Αλέξη Τσίπρα, άλλωστε αυτός –σε κάθε ευκαιρία– παίζει με ανοιχτά χαρτιά. Κυρίως βαραίνει εσάς. Εσείς μιλήσατε για τον δημοκρατικό δρόμο προς μια κοινωνία ισότητας. Εσείς μιλήσατε για τη διεύρυνση των θεσμών, τα ξεχάσατε;

Κάποτε η λαϊκιστική Δεξιά έλεγε πως δεν είναι συμβατό να «είσαι κομμουνιστής και πλούσιος». Σήμερα η λαϊκιστική Αριστερά λέει πως δεν υπάρχει «δημοκρατική αστυνομία» επειδή το κράτος δεν είναι παρά αποκλειστικά και μόνο το πεδίο «ταξικών συγκρούσεων». Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ως προοπτική μια κοινωνία με ειρήνη και ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες. Η ουτοπία δεν χωράει, μόνον ο πόλεμος. Εσείς τι λέτε;

Είναι σαφές πως ο χώρος της ελληνικής μη κομμουνιστικής Αριστεράς θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ομηρία από τον κάθε αυτόκλητο «επαναστάτη», εκτός αν ληφθούν συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες. Και το διαζύγιο είναι μέσα σε αυτές…

Καλός ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, σύντροφοι της ανανεωτικής τάσης, αρκεί να υπάρχει περιεχόμενο. Και όχι μόνο ντουβάρια και έδρες…

  • Του Τακη Kαμπυλη, Η Καθημερινή, 30/10/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η Αριστερά ως δυνατότητα, μετά το 4,7%

Posted on Ιουνίου 16, 2009. Filed under: Αριστερά, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ |

Tου Nικου Γ. Ξυδακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/6/2009

Πόσο σαστισμένος μπορεί να είναι ένας πολιτικός αρχηγός από το εκλογικό ποσοστό του, πόσο στριμωγμένος από την κομματική καμαρίλα, για να εμφανιστεί, τη βραδιά εκλογών, απολογούμενος για το 4,7%, σαν να θεωρεί ότι κατατροπώθηκε στον δρόμο προς τα Χειμερινά Ανάκτορα, και κυρίως, σαν να απευθύνεται στα κομματικά μέλη που τον δίκαζαν και όχι σε πολίτες που τον ψήφισαν. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας, συνήθως χαρωπός και άνετος, την περασμένη Κυριακή εξέπεμπε ήττα και περίσκεψη: πώς θα τα βγάλει πέρα με την εσωκομματική αντιπολίτευση, με τους ανανεωτικούς, με τους καναλοδίκες, με τους βαρυσήμαντους αναλυτές που θα καταδίκαζαν την πολιτική του.

Μα όλοι αυτοί θα τον έθαβαν χωρίς δίκη, θα τον καταδίκαζαν ακόμη κι αν έπιανε 6, 7 ή 8%, γιατί θα τον σύγκριναν με τα δημοσκοπικά διψήφια ποσοστά του περασμένου καλοκαιριού, αφενός, και γιατί δεν εγκρίνουν την πολιτική του Συνασπισμού έτσι κι αλλιώς· δεν τους αρέσει ο Συνασπισμός, τον μισούν, έτσι κινηματικός και αριστερός που κατάντησε, σχεδόν αντισυστημικός, με ροκ χιούμορ, με σκανδαλιστικά φιλελεύθερη προσέγγιση της νεολαίας και των αναδυόμενων συλλογικοτήτων, με σκουλαρίκια στο αυτί και συγχρωτισμούς με τους ανυπάκουους.

Οχι, δεν είναι Αριστερά αυτή – θα έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος, και όλοι οι σύντροφοι της αλήστου μνήμης EAΔΕ, της ευπειθούς ροζ Αριστεράς, της γραφικής Συμμαχίας, του ΚΚΕεσωτ-Τσαουσέσκου και της ΕΑΡ του 1,5% και του 2%. Και θα συμφωνούσαν όλοι οι καναλαστέρες και οι ξινοί αναλυτές, οι οποίοι ούτε ψηφίζουν ούτε υποστηρίζουν Αριστερά· μόνο τη χλευάζουν.

Αξιοσημείωτο. Οι δριμύτεροι επικριτές της «αριστερής» στροφής του ΣΥΝ υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για μια αξιοπρεπή, ρεαλιστική Αριστερά, όπως τον παλιό καλό καιρό του ’74 – ’89, όταν δηλαδή ήταν κομπάρσος και παρήγαγε στελέχη για το κράτος και το ΠΑΣΟΚ. Τι ειρωνεία… Οι τιμητές της σημερινής «κινηματικής» (και τρικυμιώδους και αντιφατικής και καιροσκοπικής, θα πρόσθετα) Αριστεράς του 5% και του 4,7%, αυτοί που την προτιμούν πτωχή και τιμία, αυτοί που την προτιμούν με Λένιν-και-Λακόστ, είναι περίπου αυτοί που επί έτη πολλά την καθήλωναν στο συν-πλην 2% και την άφησαν εκτός Βουλής.

Γιατί να τους ακούσει αυτούς τώρα ο Συνασπισμός; Θα τους ακούσει, τους ακούει ήδη. Γιατί ο Συνασπισμός -σαν κόμμα, όχι σαν έκφραση Αριστεράς- είναι ψοφοδεής και αυτιστικός, είναι ιδιοτελής ισορροπιστής και εκκολαπτήριο επαγγελματιών μηχανορράφων. Γιατί ο Συνασπισμός αυτοαναφέρεται, ενδοεπικοινωνεί μες στο περίκλειστο σύμπαν της Κουμουνδούρου, λογοδοτεί στο ιερατείο του, τακτοποιεί τάσεις και ταξίματα, εξασφαλίζει καριέρες, κλαυθμυρίζει που δεν του αφιερώνουν δύο αράδες οι εφημερίδες, που δεν τον καλούν στα πάνελ να μηρυκάσει τα ίδια ξύλινα, να απολογηθεί στον κάθε καναλαστέρα. Γιατί ο Συνασπισμός δεν αφουγκράζεται τις προσδοκίες του κόσμου του, αυτού του πεισματάρη κόσμου που του χάριζε επί τόσες αναμετρήσεις το μαγικό 3% της επιβίωσης, δεν αφουγκράζεται τους φόβους και τις προσδοκίες των ανυπάκουων μα και τόσο τρομαγμένων νέων, των επισφαλών με μάστερ, των ντελίβερι με πτυχίο, των νέων υποκειμένων που στρέφουν τα νώτα στο φθαρμένο σύστημα, που υποφέρουν από τον νεποτισμό, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, που στραγγαλίζονται από ένα διαλυμένο εκπαιδευτικό σύστημα και υποβαθμίζονται κοινωνικά προτού καν δοκιμαστούν.

Κι όμως, τελευταία, ο Συνασπισμός άκουσε τέτοιες φωνές. Κινήθηκε προς το μέρος των νεο-αποκλεισμένων, των μορφωμένων νεόπτωχων και του αναδυόμενου πρεκαριάτου. Ο Αλέκος Αλαβάνος ελίχθηκε τακτικά, προς τον Καιρό, επεχείρησε ανανέωση προσώπων και ατζέντας. Ταυτόχρονα όμως, ο σκουριασμένος, γερασμένος και επαγγελματοποιημένος ΣΥΝ, ανακαλύπτοντας εκ νέου τη σαγήνη των κινημάτων, των φοιτητών εν προκειμένω, κολακεύτηκε από τα πλήθη που κατέβαιναν στους δρόμους και θεώρησε ότι αυτοί οι νέοι τον ακολουθούν. Εκανε λάθος. Οι νέοι δεν ακολουθούσαν τον ΣΥΝ, ακολουθούσαν την οργή τους, την απελπισία τους, ίσως και την κακομαθησιά τους. Ο ΣΥΝ, όμως, προσβεβλημένος από έναν ιδιότυπο κινηματισμό, αντί να αναλύσει τις νέες ανάγκες, το νέο ήθος, τα νέα υποκείμενα, έκανε σημαία το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά κολέγια, αντί να υπερασπίσει καινοτόμα το καλύτερο δημόσιο σχολείο, τον διευρυμένο δημόσιο χώρο, τον χώρο της Αριστεράς εντέλει.

Και προτού αντιληφθεί τι συνέβαινε, σε περιβάλλον απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, με την εφήμερη δημοσκοπική προσδοκία να τροφοδοτεί αλαζονεία και εσωκομματικές διελκυστίνδες, ο Συνασπισμός, και ο Σύριζα μαζί του, τράκαρε στην οικονομική κρίση και στον Δεκέμβρη. Μάλλον, ο Δεκέμβρης τράκαρε πάνω του· και τον τσαλάκωσε, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις εδραίες πεποιθήσεις. Ορθώς ο Συνασπισμός δεν καταδίκασε τυφλά, δεν ξόρκισε, δεν αναθεμάτισε. Προσπάθησε να καταλάβει – ίσως να νόμισε ότι μπορεί και να ηγεμονεύσει. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε τα εργαλεία· αλλά και το ίδιο το παρανάλωμα του Δεκέμβρη δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες και αφομοίωση.

Οι χλευαστές λένε ότι ο ΣΥΝ πληρώνει τον Δεκέμβρη. Εν μέρει αληθές – δημοσκοπικά αληθές: Πράγματι, οι νοικοκυραίοι στον Αγιο Παντελεήμονα λένε ότι ο Συνασπισμός τις νύχτες τούς κουβαλάει μετανάστες… Μα όχι, ο Συνασπισμός, ως έκφραση της Αριστεράς, πληρώνει τις αδυναμίες του: να αντιληφθεί τον κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, τη μητροπολιτική Αθήνα, το απειλητικό πλήθος των μεταναστών homo sacer, τους απειλούμενους μικροαστούς, τους ανυπάκουους νέους, το, μισοτραυλό μα γνήσια αγωνιώδες, νέο discours. Αυτές οι αδυναμίες της Αριστεράς είναι αδυναμίες της κοινωνίας μας. Μα ακριβώς γι’ αυτές τις αδυναμίες, παρ’ όλες τις αδυναμίες, η Αριστερά, με αυτή ή την άλλη μορφή, με αυτόν ή άλλον ΣΥΝ, παραμένει αναγκαία διαρκής δυνατότητα. Ανοιχτή. Αναγκαία όσο και η ουτοπία.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Δεν μιλούν, κραυγάζουν

Posted on Φεβρουαρίου 7, 2009. Filed under: Αριστερά, Αστυνομική βία, Γλώσσα, Δημοσιογράφοι, Ελλάδα, Ελληνες, Ελληνική Αστυνομία, Θεσμοί, Κόμματα, Κοινωνία |

Aυτός που τα είπε, τα έλεγε σοβαρά. Μιλούσε σε πρωτοτάξιο πρωινάδικο, από το οποίο φαίνεται πως έμαθε και τα γράμματα!. Με τον τρόπο του, ο υπηρεσιακός «δημοσιογράφος» περιέγραψε σκωπτικά την απόλυτη τραγελαφική πραγματικότητα του ελληνικού κράτους. Υπήρχαν, ανέκραξε ο λειτουργός της ενημέρωσης, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες (κρίσιμες) για τον ψυχισμό του αστυνομικού (αυτόν που πυροβόλησε αστυνομικό μέσα στο σπίτι του Αμερικανού πρέσβη) «καταγεγραμμένα προβλήματα, αλλά μόνον σε προφορικό επίπεδο». Μετάφραση: όλοι συζητούσαν ότι ο «συνάδελφος» δεν ήταν στα καλά του και οι ανώτεροι το γνώριζαν, αλλά κανείς δεν έκανε το «γραφειοκρατικό» βήμα να «καρφώσει». Μπράβο παλικάρια μου! Η διατύπωση του «αστυνομικού συντάκτη» (όχι συντάκτη θεμάτων της Αστυνομίας), προδίδει πολλά για την ποιότητα της ενημέρωσής «μας», όπως και για τη γλώσσα στην οποία συμβαίνουν όλα τούτα. Φρόντισε μάλιστα να το διευκρινίσει: «Ολοι τα γνώριζαν, όλοι τα συζητούσαν, αλλά κανείς δεν έκανε έγγραφη αναφορά».

Γιατί, όταν μιλάμε για υπερήφανους Ελληνες (μήπως δεν θα έπρεπε;) αν κάνεις κάτι που προβλέπεται από τους κανονισμούς, από την κοινή όσο και στοιχειώδη γνώση ανθρωπίνων λειτουργιών, αλλά και από ζωώδη λογική αυτοπροστασίας, μπορεί να χαρακτηριστείς «καρφί», άκαρδος, βαλτός και διάφορα άλλα ακόμη. Κανείς δεν σκέφτεται ότι όλοι αυτοί -όχι μόνον ο διαταραγμένος- οπλοφορούν. Και έχουν μάλιστα την ελευθερία να χρησιμοποιήσουν κατά βούληση το όπλο «τους». Μάλλον θαύμα είναι ότι με τόσους πολλούς να «σκέφτονται» κατά τέτοιον αποκαλυπτικό τρόπο, δεν έχουμε ακόμη θρηνήσει περισσότερα θύματα. Κι αν τους λοιδορήσεις, υπερασπιστές και κατήγοροι βάζουν τις φωνές και σκεπάζουν την ουσία.

Η ίδια στάση και αλλού. Σιγούμε, κλείνουμε τα μάτια, αποστρέφουμε τη σκέψη. Το «βουλώνουμε» εκεί που πρέπει να συζητήσουμε με επιχειρήματα, να εφαρμόσουμε ήρεμα τον νόμο, να προστατεύσουμε τους πολλούς απέναντι σε ελάχιστους. Μετατρεπόμαστε σε κυνικούς κρυψίνοες, έτοιμοι να επικαλεστούμε ένα δήθεν πάνοπλο κράτος που δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει, ιδίως όταν οι πολίτες «του» αδιαφορούν. Καβγατζής ο φονιάς του μαθητή, «τρελός» ο παραλίγο φονιάς του σεκιουριτά, παρασυρμένοι οι δειλοί της ζαρντινιέρας, με κάθε ευκαιρία αστυνομικοί και αστυνομικό σύστημα ρίχνονται στο βούρκο μιας απίθανης δικαιολογημένης χλεύης, με την κοινή γνώμη να νιώθει δικαιωμένη επειδή οι μεν «δολοφόνοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με τις σφαίρες των άλλων δολοφόνων.

Οσο περισσότερο ο κόσμος κοιτά «αριστερά», τόσο εμείς μοιάζουμε να έχουμε χάσει τον (πολιτικό) μπούσουλα. Με την επικράτηση του αμόρφωτου και φωνακλά επί του ήρεμου και επίμονου. Την επικράτηση του μεγάλου κενού, που πλασάρει ο εξυπνάκιας στην τηλεόραση, απέναντι στον έμπειρο διαπραγματευτή κοινωνικών εξελίξεων. Περιέργως, μάλλον από ένστικτο παρά από καλό σχεδιασμό, στην πλευρά της «δεξιάς», η αντίληψη του «λαϊκού» οδηγεί ευκολότερα στην αποδοχή της νέας πραγματικότητας. Λιγότερα λόγια, καλύτερες (προ)συνεννοήσεις, ελάχιστη αποτελεσματικότητα της διοίκησης που απέμεινε όρθια, κάνουν αποτελεσματικότερη τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων της μεγάλης κρίσης.

Τροπή που κάνει σφοδρότερη τη διέξοδο στη βία και καθιστά άκρως επικίνδυνο τον εφησυχασμό στη βία. Βία όσων πιστεύουν πως αρκεί η «καβάλα στην εξουσία» για να αγνοούν ότι η εφαρμογή των νόμων γίνεται στο πνεύμα του νομοθέτη και όχι με τον αστυνομικό ετσιθελισμό. Βία των άλλων που ομνύουν σε ένα άγνωστο στους κοινούς θνητούς δίκαιο που λένε πως η δήθεν δημοκρατία θέλει τις μειοψηφίες γνώμης να υπηρετούνται ανεξαρτήτως διαδικασιών, συλλογικότητας και αποτελέσματος. Η Ελλάδα σέρνεται και διασύρεται από δύο μειοψηφικές αντιλήψεις που ευπειθώς προσκυνούν τη βία, αδιαφορούν για την καταστροφή της δημόσιας περιουσίας, επιδιώκουν με κραυγές να σκεπάσουν το δικαίωμα του πολίτη να κρίνει. Απομονώστε τους!

  • Tου Μπαμπη Παπαδημητριου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Βία και Αριστερά

Posted on Φεβρουαρίου 3, 2009. Filed under: Αριστερά, Βία |

Του Ευτυχη Μπιτσακη*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/02/2009

Το πρόβλημα της βίας απέκτησε αυτές τις μέρες και για άλλη μια φορά τραγική επικαιρότητα με τον πόλεμο εναντίον του λαού της Παλαιστίνης και με το αυθόρμητο κίνημα των νέων στη χώρα μας, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ποια θα μπορούσε να είναι η θέση μας στο πρόβλημα της βίας; Ειδικά ποια είναι ή ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Αριστεράς; Κάθε λογικός, μη διεστραμμένος άνθρωπος είναι εναντίον της βίας. Ομως η βία είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ιστορίας. Κατά τον Μαρξ, η Ιστορία είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Ο Μαρξ δεν ήταν βέβαια ο πρώτος που κατέληξε στην τραγική αυτή διαπίστωση. Ο Θουκιδίδης, οι ιστορικοί της Γαλλικής Επανάστασης κ.λπ., είχαν συνειδητοποιήσει τον ρόλο της πάλης των τάξεων. Ο Μαρξ «θεωρητικοποίησε» αυτό που υπήρχε.

Υπέρ λοιπόν ή κατά της βίας; Το τυπικό αυτό ερώτημα δεν αντιστοιχεί στην αντιφατικότητα του φαινομένου. Κατ’ αρχήν, ο μαρξισμός δεν είναι υπέρ της βίας ως αυτοσκοπού ή ως αναπόφευκτου μέσου για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ομως, ο ίδιος ο Μαρξ έγραψε ότι «η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, όταν αυτή εγκυμονεί τη νέα». Ο Μαρξ εδώ εννοεί την επαναστατική βία, την οποία δεν θεωρεί ούτε αναπόφευκτη ούτε την εύχεται. Γνωρίζει όμως ότι συχνά στην ιστορία η επαναστατική βία ήταν «η μαμή» της νέας κοινωνίας. (Αγγλική Επανάσταση, Γαλλική, Οκτωβριανή κ.λπ.).

Η αφηρημένη, γενική καταδίκη της βίας είναι συνεπώς μια ευγενική ουτοπική, ουμανιστική στάση. Η Επανάσταση του ’21, η Εθνική Αντίσταση εναντίον των ναζί, ήταν ιστορικά αναγκαίες και δικαιωμένες βίαιες μορφές πάλης. Το ίδιο εξωπραγματική είναι και η καταδίκη της βίας «απ’ όπου και αν προέρχεται», επειδή σε κάθε σύγκρουση, σε κάθε πόλεμο, υπάρχει η ιστορικά καταδικασμένη και η ιστορικά δικαιωμένη πλευρά. Οι Βιετκόγκ, π.χ., χρησιμοποίησαν τον ένοπλο αγώνα. Το ίδιο και οι Κούρδοι. Δεν χαιρόμαστε μπροστά στη φρίκη των πολέμων. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να πάρουμε θέση: υπέρ των εξεγερμένων υπόδουλων, υπέρ αυτών που αγωνίζονται εναντίον της κρατικής βίας, εναντίον εισβολέων κ.λπ.

Βία εντούτοις δεν είναι μόνο ο πόλεμος, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις. Η οικονομική βία είναι σιωπηρή, αλλά συχνά απάνθρωπη μορφή (ανεργία, υποαπασχόληση, φτώχεια) όπως και η νόμιμη βία στους εργασιακούς χώρους, οι σκηνές βίας που συστηματικά προβάλλει η τηλεόραση κ.λπ. Η σημερινή κρίση θα δημιουργήσει νέες τραγωδίες και θα οδηγήσει σε νέες μορφές εξαναγκασμού. Και να ελπίσουμε ότι η τάση για εξάντληση των φυσικών αποθεμάτων του πλανήτη δεν θα οδηγήσει στη γενίκευση των πολέμων που ήδη έχουν αρχίσει και συνεχίζονται.

Και η Αριστερά; Σήμερα διεξάγεται μια συστηματική προσπάθεια να ξαναγραφτεί η παγκόσμια ιστορία από την πλευρά των νικητών. Μέρος αυτής της επιχείρησης είναι να εμφανισθεί η ελληνική Αριστερά ως υπεύθυνη για τον Εμφύλιο που άρχισε ήδη από τα χρόνια της κατοχής. Τα γεγονότα, όμως, είναι γνωστά και αδιάψευστα: Ο Εμφύλιος άρχισε με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας από την κυβέρνηση των δωσίλογων. Βεβαίως, βία υπήρξε και από τις δύο πλευρές. Αλλά οι ευθύνες έχουν τον ίδιο ιστορικό χαρακτήρα; Το ΕΑΜ είχε κυριαρχήσει στην ύπαιθρο. Υπέγραψε όμως τη Συμφωνία του Λιβάνου και έφτασε στο σημείο να αποκηρύξει το αντιστασιακό κίνημα του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής. Και ποιος προκάλεσε τον Δεκέμβρη που ξεκίνησε με τη μαζική δολοφονία ειρηνικών διαδηλωτών; Σήμερα ξέρουμε ότι ο Τσώρτσιλ και οι εγχώριες συντηρητικές δυνάμεις οργάνωσαν μεθοδικά την ήττα και την εξόντωση του ΕΑΜικού Κινήματος. Και γιατί έγινε ο δεύτερος εμφύλιος (1945-49); Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ αγωνίζονταν για ομαλή δημοκρατική εξέλιξη. Αλλά η τρομοκρατία, κρατική και μη, οδήγησε στον Εμφύλιο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δήλωνε επίσημα ότι δεν απέβλεπε στην κατάληψη της εξουσίας και ζητούσε από τον ΟΗΕ να μεσολαβήσει για δημοκρατική διέξοδο. Λοιπόν; Αν η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ είναι υπεύθυνες απέναντι στην Ιστορία, είναι επειδή δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων και δεν αντιμετώπισαν τη στρατηγική των Αγγλων και των ελληνικών συντηρητικών δυνάμεων.

Και σήμερα; Σήμερα αποτελεί οφθαλμοφανές γεγονός ότι η χώρα διέρχεται μια περίοδο πολλαπλής κρίσης (οικονομικής, ανεργίας, κρίσης της παιδείας, σκανδάλων, υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος, ερήμωσης της επαρχίας, συνθήκες αβίωτης ζωής στις μεγαλουπόλεις κ.λπ.). Η κρίση αυτή γεννάει και θα γεννάει συγκρούσεις. Καθήκον της Αριστεράς είναι να συμβάλει για μια διέξοδο υπέρ των λαϊκών τάξεων. Η Αριστερά είναι εναντίον της ατομικής τρομοκρατίας, είναι υπέρ της μαζικής – λαϊκής πάλης. Κατά την πρόσφατη εξέγερση των νέων, έγιναν πράξεις βίας (σπασίματα, καψίματα κ.λπ.) Ποιοι ήταν, όμως, οι δράστες; Ανεγκέφαλοι δήθεν αναρχικοί (ο αναρχισμός είναι μια ανθρωπιστική ιδεολογία) και «κουκουλοφόροι» με λοστούς που (τους είδαμε στην τηλεόραση) συνομιλούσαν άνετα με ένστολους αστυνομικούς.

Η Αριστερά οφείλει να στηρίξει τα λαϊκά αιτήματα και να συμβάλει στην οργάνωση των πολιτικών δυνάμεων για τον σοσιαλισμό. Και είναι αισχρό να κατηγορείται ένα κόμμα της Αριστεράς ότι «χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων» Στην εποχή μας το πέρασμα στον σοσιαλισμό δεν προϋποθέτει εμφύλιο πόλεμο. Προϋποθέτει, όμως, αγώνα για την πολιτική, ιδεολογική και ηθική ηγεμονία της Αριστεράς. Ιδού η Ρόδος!

* Ο κ. Ευτύχης Μπιτσάκης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ζητείται σενάριο

Posted on Ιανουαρίου 29, 2009. Filed under: Απεργίες, Αριστερά, Αγροτιά, Αθήνα, Βία, Δεξιά, Δημοσιογράφοι, Διαδηλώσεις, Ελληνες, Κόμματα, Καταλήψεις, Κοινωνία, Λαϊκισμός, Μπλόκα, Πολιτική | Ετικέτες: |

Mε πέντε σενάρια, ξεθυμασμένα από την κατάχρηση, υποδέχεται ο δημόσιος λόγος (πολιτικός και δημοσιογραφικός), οποιαδήποτε κινητοποίηση, εργατική, φοιτητική, μαθητική. Ας τα βαφτίσουμε, ελπίζοντας ότι το όνομά τους αποδίδει με κάποια πιστότητα το περιεχόμενό τους: Το σενάριο της υποκίνησης. Το σενάριο της μειοψηφίας. Το σενάριο των ασαφών αιτημάτων. Το σενάριο της αντιδημοκρατικότητας. Το σενάριο της αντικοινωνικότητας. Με τις κινητοποιήσεις των αγροτών, μόνο το σενάριο της αντικοινωνικότητας παίχτηκε (ότι δηλαδή τα μπλόκα ζημιώνουν άλλες κοινωνικές ομάδες), κι αυτό όμως χωρίς ιδιαίτερη ζέση και όχι από την πρώτη μέρα.

Τόσο τα κυβερνητικά στελέχη όσο κι εκείνοι οι διάσημοι τηλεδημοσιογράφοι που παθαίνουν αναφυλαξία όταν ακούνε για οποιαδήποτε απεργία ή διαδήλωση (και οι οποίοι, όταν εξαντλούν τα παραδοσιακά σενάρια, καταφεύγουν σε ένα τελευταίας εσοδείας, σύμφωνα με το οποίο «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι παραφυάδες αυτού») απέφυγαν να καταγγείλουν τους αγρότες σαν υποκινούμενους. Απέφυγαν επίσης να μιλήσουν για μειοψηφίες που δρουν αυθαιρέτως, δίχως συνελεύσεις και ψηφοφορίες ή να μυκτηρίσουν την απουσία «σαφών αιτημάτων». Σαφή ήταν τα αιτήματα (με τα θεσμικά, που αφορούν το μέλλον, πολύ σαφέστερα από τα οικονομικά, που αφορούν το παρόν) και σαφές επίσης ότι αν υπήρξε «υποκίνηση», ανάμεσα στους υποκινητές θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε περισσότερους συνδικαλιστές προσκείμενους στο κυβερνητικό κόμμα παρά στο ΠΑΣΟΚ (το οποίο και στο «αγροτικό» έχει τρεις θέσεις, τις εξής δύο, καμία) ή την Αριστερά.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που τα τρακτέρ βγαίνουν στους δρόμους και το γυαλί πλημμυρίζει από πρόσωπα που απέχουν από το μοντέλο της καθωσπρέπει εμφάνισης, της καλοξυρισμένης και γραβατωμένης, καθώς και από φωνές «βλάχικες» που δεν υπακούουν στον αθηναιοκεντρικό γλωσσικό κανόνα, οι τηλεοπτικοί ρυθμιστές της κοινής γνώμης σαν να τα χάνουν. Ιδίως εκείνοι που η εμπειρία τους από την αγροτική Ελλάδα εξαντλείται μεταξύ Μυκόνου και Αράχοβας, υψώνουν το φρύδι με κάτι ανάμεσα σε αποστροφή και επιτίμηση, όπως κάνουν κι όταν σχολιάζουν διαδηλώσεις, ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι ουδέποτε έτυχε να πορευτούν μαζί με άλλους για να διεκδικήσουν οτιδήποτε που να μην αφορά μόνο την αφεντιά τους και κάποια στιγμή να «απωθηθούν» και να ψεκαστούν από αστυνομικούς.

Οι αποσπασματικές εικόνες από τα Τέμπη ή τον Προμαχώνα (που για λόγους εντυπωσιασμού εμφανίζουν μια Ελλάδα μοιρασμένη σε μπλόκα-κράτη, όπως κάποτε μοιραζόταν σε πόλεις-κράτη) και οι λιγοστές κουβέντες «καταληψιών», που καταφέρνουν να ακουστούν, δεν αρκούν για να κατανοήσουμε όσα προβλήματα αντιμετωπίζουν αγρότες και κτηνοτρόφοι. Μπορούμε ωστόσο να τα νιώσουμε αν σκεφτούμε τι μεσολαβεί κι εμείς εδώ στην Ελλάδα αγοράζουμε το ελληνικό γάλα ή λάδι πολύ ακριβότερα απ’ ό,τι αγοράζει το ελληνικό γάλα ή λάδι ο Γερμανός στη Γερμανία. Αυτό ποιο σενάριο το προβλέπει;

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 29/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η «εξέγερση» και το αίτημα

Posted on Δεκέμβριος 29, 2008. Filed under: Αριστερά, Δημοκρατία, Διαδηλώσεις, Διανοούμενοι, Κόμματα, Κοινωνία, Νεολαία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Πασχου Μανδραβελη, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Κάτι στράβωσε άσχημα στην Aριστερά τα τελευταία χρόνια. Οχι μετά το ’89, που το σοκ ήταν τέτοιο ώστε το παραλήρημα να είναι δικαιολογημένο. Κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60 πολλοί διέκριναν αδιέξοδα στην μαρξιστική ανάλυση και το ’ριξαν στο σορολόπ. Αντί να προσαρμόσουν τη θεωρία στην πραγματικότητα, άρχισαν να αμφισβητούν τα εργαλεία ανάγνωσης της πραγματικότητας και κατόπιν με χαλασμένα τα εργαλεία, άρχισαν να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στη θεωρία.

Ετσι η Aριστερά τα τελευταία χρόνια έχει αφήσει την πραγματικότητα και ασχολείται με τη φαντασία. Εχει εγκαταλείψει την ανάλυση και το έριξε στην ποίηση. Η μεταμοντέρνα ανοησία έγινε κυρίαρχος λόγος και το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη σύγχυση. Αυτή που είναι εμφανής και στην ανάγνωση του νεολαιίστικου ξεσπάσματος που έζησε πριν από δύο εβδομάδες η χώρα.

Το λογικό ερώτημα έπειτα από μια κινητοποίηση (έστω αυτής της έντασης) είναι το αίτημα. Οχι «για να συκοφαντηθεί η εξέγερση», όπως συκοφαντούν το ερώτημα οι νεφελώδεις υπερασπιστές κάθε φασαρίας, αλλά χωρίς διευκρίνιση του αιτήματος δεν διορθώνεται τίποτε. Αν δεν καταλάβουμε τι ακριβώς θέλουν οι νέοι, δεν θα μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε τις παραμέτρους που οδήγησαν στο ξέσπασμα, με αποτέλεσμα αυτό να επαναληφθεί. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η διατύπωση του αιτήματος. Δεν είναι ανάγκη να το διατυπώσουν οι 16ρηδες, αλλά τα κόμματα, οι κοινωνικοί φορείς, οι επιστήμονες, οι διανοούμενοι, οι σχολιαστές. Ολοι οφείλουν να το προσεγγίσουν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, ώστε η συζήτηση πέρα από διαπιστωτική να γίνει και παραγωγική.

Κι όμως. Οχι μόνο δεν επιχειρείται η διατύπωση του αιτήματος, αλλά πολλοί επιχειρηματολογούν ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται. Φτάνει που διαπιστώσαμε ότι οι νέοι είναι ζωντανοί, αρκεί που σηκώθηκαν από τον καναπέ και θα φέρουν την αλλαγή· λες και κάθε αλλαγή είναι a priori θετική. Αυτό είναι κομμάτι της μισής συλλογιστικής που χρόνια διατυπώνει η Αριστερά με το σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Το πρόβλημα όμως είναι ότι πολλοί «άλλοι κόσμοι είναι εφικτοί». Πιθανόν να είναι εφικτός ο κόσμος που ρομαντικά οραματίζεται η Αριστερά, πιθανότερο όμως να είναι εφικτός ο αντίθετός του. Αν δεν υπάρχει πυξίδα σε στιγμές κοινωνικής θύελλας, τότε το καράβι μπορεί να κάτσει στα βράχια. Οπως έδειξε η ιστορία, όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί. Μπορεί να οδηγηθούμε σε κοινωνία μεγαλύτερης κινητικότητας, αλλά μπορεί να υπάρξουν συντηρητικά ανακλαστικά που θα οδηγήσουν σε περιορισμό ελευθεριών. Το γενικό, αόριστο και ανεδαφικό, όσο καλές προθέσεις κι αν έχει, πάντα ηττάται από το συγκεκριμένο. Και το ακραία συντηρητικό είναι πάντα πολύ συγκεκριμένο.

Γι’ αυτό επείγει η διατύπωση του αιτήματος. Οι νεφελώδεις και αλατισμένες με ποίηση διακηρύξεις για την «λάβα της οργής των νέων» είναι χρήσιμες στη λογοτεχνία, αλλά δεν βοηθούν την πολιτική, η οποία πάντα καταλήγει στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Η ανάγνωση της πραγματικότητας πρέπει να είναι ενδελεχής, άσχετα αν τα συμπεράσματα πολλές φορές δεν κολακεύουν τις ιδεοληψίες μας. Η εξέγερση δίχως αίτημα είναι σίγουρα μεγάλη φασαρία. Πιθανόν να είναι και θαυμάσια κατάσταση. Μόνο που δεν ξέρουμε για ποιους…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Παπαρήγα – Τσίπρας, δέκα μήνες φαγούρα

Posted on Δεκέμβριος 18, 2008. Filed under: Αριστερά, Αστυνομική βία, ΑΛΕΞΗΣ, Αλαβάνος Αλέκος, Διαδηλώσεις, Πολιτική, ΣΥΡΙΖΑ, Τσίπρας Αλέξης | Ετικέτες: |

Της Μαριλης Μαργωμενου, Η Καθημερινή, 17/12/2008

Υπάρχει ένα ψάρι το οποίο λέγεται «rumble fish» ή κατά το ελληνικότερον «ψάρι μονομάχος». Το συμπαθές αυτό πλάσμα πήρε το όνομά του απ’ τη μία και μοναδική του ιδιαιτερότητα: Οσο είναι μόνο στη γυάλα ή με κάποιο ψάρι άλλου είδους, συμπεριφέρεται ως υποβρύχιος ειρηνιστής. Αν όμως του ρίξεις μες στο ενυδρείο ένα δεύτερο μονομάχο, εξαγριώνεται! Κανείς μονομάχος δεν υπάρχει πιθανότητα να υποχωρήσει αν δεν μείνει μόνος στη γυάλα ή αν δεν πεθάνει προσπαθώντας.

Αν αντιμετωπίσουμε την ελληνική Βουλή σαν γυάλα, και αναζητήσουμε στην πανίδα της το ισοδύναμο του εν λόγω είδους, θα μας διευκολύνει το σύνηθες χρώμα του «μονομάχου»: Το κόκκινο. Οι αψιμαχίες, λοιπόν, ξεκίνησαν με το που απέκτησε αρχηγικές τάσεις ο νεότερος των δύο «κόκκινων» μονομάχων – ο Αλέξης Τσίπρας. Η παλαιά, κυρίαρχη μονομάχος, η Αλέκα Παπαρήγα, ποτέ δεν τον είδε με καλό μάτι. «Αν είναι να ψηφίζουμε για λόγους ομορφιάς να κάνουμε κι εμείς μετεγγραφή την Κάρλα Μπρούνι!» τον πρόγκηξε επί της υποδοχής. Με ένα «η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν έγινε επειδή ο Λένιν ήταν όμορφος!», η μάχη ξεκίνησε. Βεβαίως, οι αναγνωριστικές βολές είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα με εκείνο το μνημειώδες Παπαρηγικό «το σχέδιο του Συνασπισμού είναι πασπαλισμένο με πολλά αριστερά συνθήματα, αλλά άμα βγάλεις την άχνη ζάχαρη, από μέσα μένει το ζυμάρι – ο κουραμπιές δηλαδή!».

Προτού ο κ. Τσίπρας προλάβει να συνειδητοποιήσει αν τον είπαν «κουραμπιέ», κι ενώ ακόμη αναρωτιόταν πού ήταν κρυμμένο το χιούμορ της γραμματέως του ΚΚΕ τόσα χρόνια, ο παλαιότερος συνασπιστής μονομάχος, ο Αλ. Αλαβάνος, βγήκε στην αντεπίθεση: «Ευχαριστούμε την κυρία Παπαρήγα που μας παρομοίασε με ένα γλυκό που έχει πέραση αυτή την εποχή, και αρέσει και πολύ στη νεολαία!», απάντησε υπομειδιών. Από τότε, η συχνότητα και η σφοδρότητα των εκατέρωθεν επιθέσεων είναι τέτοια, που οι βουλευτές των άλλων κομμάτων έχουν εφεύρει τη λέξη… «παπατσίπρα» για να αναφερθούν σε κάθε νέα αψιμαχία.

«Παπατσίπρα»

Η τελευταία «παπατσίπρα», λοιπόν, εκδηλώθηκε την Τετάρτη που μας πέρασε. Ο κ. Τσίπρας πέταξε ένα «την κουκούλα την έχω αφήσει απ’ έξω!» εισερχόμενος στο στούντιο πρωινής εκπομπής. Επρόκειτο για δηλητηριώδη σπόντα προς απάντησιν της γραμματέως του ΚΚΕ, η οποία του καταλόγισε ότι «χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων με τα μάτια στην κάλπη». Η τσίπρειος επέλαση συνεχίστηκε με το «η κυρία Παπαρήγα φοράει στολή… Πολύδωρα». Η φράση, εκτός του ότι παραπέμπει στη διασκεδαστική εικόνα της βυρωνίζουσας Αλέκας, αποτελεί και την τελευταία μιας σειράς από συλλεκτικές ατάκες. Βλέπετε, δεν πρόκειται για καινούργια ιστορία. Απ’ το 1991 και τούδε που το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός διαπλέουν παραλλήλως την κόκκινη θάλασσα, οι κανονιοβολισμοί μεταξύ τους μόνο σπάνιοι δεν είναι.

Το νέο στοιχείο είναι οι φαρμακερές ατάκες, οι οποίες και αποδεικνύουν το προφανές: Το «φιζίκ» του κ. Νίκου Κωνσταντόπουλου –και της κυρίας Μαρίας Δαμανάκη παλαιότερα– απέτυχε να «τσιγκλήσει» αρκούντως την κυρία Παπαρήγα. Στον ρόλο αυτό, ο κ. Τσίπρας μοιάζει να είναι αναντικατάστατος. Πράγμα που εμμέσως και ο ίδιος αναγνωρίζει, εξ ου και προ ολίγων μηνών επισήμανε πως «η κυρία Παπαρήγα έχει σπάσει κάθε ρεκόρ εφευρετικότητας μ’ αυτά που λέει για μας!».

Παραδοσιακά, το «σόου» ξεκινά με τον κ. Τσίπρα να απλώνει δίχτυα σε κομμουνιστικά ύδατα, τείνοντας χείρα φιλίας και εκλογικής συνεργασίας. Την τελευταία φορά που το έπραξε, εισέπραξε απ’ την κυρία Παπαρήγα ένα «ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ενωση σαν το σίριαλ… Μαρία η άσχημη!». Αλλά πλέον, ο νεαρός πρόεδρος είχε συνηθίσει στην… κομμουνιστική χυλόπιτα, εξ ου και δεν απέμεινε ενεός όπως παλαιότερα. Τι απήντησε; «Απ’ αυτή τη δήλωση το νέο που έμαθα είναι πως η κυρία Παπαρήγα παρακολουθεί σίριαλ απ’ αυτά που έχουν απήχηση στα λαϊκά στρώματα!». Μ’ αυτή την ψηλοκρεμαστή μπηχτή, η μάχη σχόλασε νωρίς. Γιατί όπως όλοι οι νεαροί μονομάχοι, έτσι κι ο κ. Τσίπρας επιμένει να πιστεύει πως είναι εφικτή η συνύπαρξη στην κόκκινη γυάλα.

«Εγώ πούλαγα “Οδηγητή”»

Αλλωστε, όπως ο ίδιος διηγείται, «εγώ ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη μέρα που πήγα στην Α΄ Λυκείου. Τα άλλα παιδιά παίζανε μπάσκετ, κάνανε τις παρέες τους, κάνανε καμάκι στα κοριτσάκια, κι εγώ ήμουν στην είσοδο και πούλαγα “Οδηγητή”!». Ως γνωστόν, τα παιδικά βιώματα χαράσσουν τον δρόμο του μέλλοντός μας, εξ ου και ο κ. Τσίπρας στο τέλος κάθε αψιμαχίας παραδοσιακά υποχωρεί, με μια φιλειρηνική παραλλαγή της ατάκας–φετίχ του: «Αργά ή γρήγορα, θα έρθει η ώρα που η Αριστερά θα είναι ενωμένη».

Ατυχώς γι’ αυτόν, η γραμματέας του ΚΚΕ παγίως υποδέχεται την εν λόγω φράση περίπου σαν να της κούνησαν κόκκινο πανί άνευ σφυροδρέπανου. Και ο επόμενος γύρος ξεκινά… Οσο για το ποιος θα επικρατήσει στο τέλος… Αν ρωτήσετε τους δημοσκόπους, θα σας πουν για τα ποσοστά του Συνασπισμού που εδώ και μερικούς μήνες πέφτουν σαν τα φύλλα το φθινόπωρο. Αν πάλι ρωτήσετε κάποιον ερευνητή με ειδίκευση στους μονομάχους ενυδρείου, θα σας απαντήσει πολύ απλά πως συνήθως επικρατεί το φιλοπόλεμο ψάρι που ήταν πρώτο στη γυάλα, κυρίως γιατί εκείνο είναι που παίζει στην έδρα του…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ερημιά στην πόλη

Posted on Δεκέμβριος 18, 2008. Filed under: Αριστερά, Νεολαία | Ετικέτες: |

KAΘE MEPA

Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, Η Καθημερινή, 17/12/2008

Θα παραχωρήσουμε σήμερα τη στήλη στο κείμενο που μας εμπιστεύθηκε η Κατερίνα Στεφάνου. Αναφέρεται στα γεγονότα των τελευταίων ημερών και προσπαθεί, όπως όλοι μας, να αποσαφηνίσει τις έννοιες, αλλά και τα πράγματα. Μιλάμε για εξέγερση. Εστω! Αλλά έχουμε και φαινόμενα σκέτου τραμπουκισμού, που δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη ανάλυση για να καταλάβουμε τι είναι. Είναι μόνο τραμπουκισμός, που τον ζήσαμε σε πολλές εποχές και σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις. Μερικοί αναφέρονται με δέος σε κάποιους δήθεν «αντιεξουσιαστές», που όμως δεν χάνουν ευκαιρία για να εγκαταστήσουν τη δική τους εξουσία. Αλλοι μιλούν για «ελευθερία ιδεών» για να επιβάλουν βάναυσα και με τη βία τις δικές τους ιδέες.

Δεν ξέρω, αγαπητοί μου αναγνώστες, τι γνώμη σχηματίσατε αυτές τις μέρες για την Αριστερά. Η Κατερίνα Στεφάνου ανήκει στις νεότερες γενιές και συμβαίνει να τη γνωρίζω από τότε που ήταν παιδί. Δεν ξέρω αν ανήκει σε κάποιο κόμμα της Αριστεράς. Ξέρω μόνο ότι η ίδια είναι το σώμα και το αίμα της Αριστεράς. Αυτή είναι η αξία της φωνής της.

«Τον καιρό που η Αριστερά ήταν υπό διωγμό στην Ελλάδα, αυτούς που χαλούσαν τις πορείες των αριστερών τούς έλεγαν τραμπούκους. Ήταν παρακρατικοί, δρούσαν με την ανοχή, αν όχι την υποστήριξη, ενός στυγνού κράτους, που βύζαινε από τους μαστούς της Αμερικής και της Αγγλίας.

Στις μεγάλες πορείες της μεταπολίτευσης το ρόλο του ταραξία έπαιζαν κάποιοι τους οποίους η αστυνομία ονόμαζε “εξωκοινοβουλευτικούς” και που αποτελούσαν το άλλοθί της για να επιτεθεί. Από αβρότητα στα μικρά κόμματα που ήταν εκτός Βουλής, λόγω ποσοστών και όχι λόγω άποψης, η ορολογία που αντικατέστησε τους “εξωκοινοβουλευτικούς” ήταν ο αόριστος χαρακτηρισμός του “αναρχικού”. Και πάλι η αστυνομία είχε ένα ισχυρό άλλοθι για να παρέμβει και να χτυπήσει αδιακρίτως όλα τα μπλοκ των οποίων τις υπογραφές πάνω στα πανό δεν κατανοούσε. Δέκα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, αυτοί που χαλούσαν τις μαζικές εκδηλώσεις ήταν οι χούλιγκαν. Και για πρώτη φορά οι στόχοι των επιθέσεων δεν ήταν πια μόνο οι τράπεζες, τα δημόσια κτίρια και οι αστυνομικές αύρες, αλλά ήταν και τα μικρομάγαζα και τα ιδιωτικά οχήματα των πολιτών. Από αυτό το σημείο και μετά η καταστροφή δεν είχε πια καμία σχέση με τη διαμαρτυρία.

Την πρώτη μέρα των γεγονότων στην Αθήνα άκουσα, με έκπληξη ομολογώ, τον όρο “αντιεξουσιαστές” για τα άτομα που κατέστρεφαν την πόλη. Ποια εξουσία μάχονταν οι κουκουλοφόροι όταν οι ίδιοι έστηναν τη δική τους εξουσία του τρόμου; Ποια βία κατάγγελλαν την ώρα που οι ίδιοι έστηναν το σκηνικό της βίας; Στο όνομα ποιας ελευθερίας κατάφεραν να κλείσουν εκατομμύρια πολίτες στα σπίτια τους;

Και η μη παραδοσιακή Αριστερά; Είναι δυνατόν να επιχαίρει για τη “ρήξη” και την κρίση, όταν το αποτέλεσμά της είναι ο φόβος των πολιτών; Ο φόβος είναι ο συνοδός του συντηρητισμού. Ή μήπως αναμένει ότι μέσα από τα συντρίμμια των λεηλατημένων καταστημάτων θα ριζοσπαστικοποιηθούν οι μικρομεσαίοι και θα σταθούν στα μετερίζια της κοινωνικής επανάστασης; Είναι δυνατόν η Αριστερά που μας στέγασε να είναι τόσο επαμφοτερίζουσα, τόσο ενδοτική στην ψυχολογία της μάζας;

Αυτός που είναι μέσα στην κουκούλα, στην ασφάλεια της σιλουέτας, δεν είναι ο ασυμβίβαστος επαναστάτης. Αύριο θα γλείφει τον προϊστάμενό του ή θα βάζει μέσο στην Πολεοδομία. Είναι ο τραμπούκος της δεκαετίας του ’60, που δεν έχει πλήξει το σύστημα, αλλά το έχει υπηρετήσει ενδίδοντας στον πειρασμό της καταστροφής και προκαλώντας φόβο. Οι “μπαχαλάκηδες” των ταραχών δεν έσπασαν μόνο βιτρίνες, έσπασαν και το ηθικό των συμπολιτών τους, κι αυτό δεν είναι ούτε ρήξη ούτε κίνημα. Είναι σκοταδισμός και τρομοκρατία. Οσο για την Αριστερά, αντί να υιοθετεί αβασάνιστα την εκδοχή “της εξέγερσης των απελπισμένων”, θα ήταν καλύτερα να επιμείνει στην αποσαφήνιση των εχθρικών στόχων.

Στην ερημιά της πόλης ίσως συναντιούνται αυτές τις νύχτες οι σκέψεις των πολιτών. Μακάρι να κυκλοφορεί ακόμη και το πνεύμα της Αριστεράς».

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι μόνοι «καθαροί»;

Posted on Οκτώβριος 10, 2008. Filed under: Αριστερά |

Άρθρο του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥΣΗ στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ«, 29/09/2008

Τα λόγια δεν είναι παρά μάταιη σκόνη
Νικηφόρος Βρεττάκος, «Βασιλική δρυς»

Η Αριστερά άρχισε να ‘χει θρησκοληπτικές αντιδράσεις. Και δεν αναφέρομαι στις παλαιότερες «αγιοποιήσεις» (με τις γνωστές αποκαθηλώσεις), αλλά στις σύγχρονες αντιλήψεις για πορεία στον Αδη και περίπατο στον Παράδεισο.

ΟΛΑ πιστεύω ότι εκκινούν από τη βαθειά πλέον πεποίθηση ότι η Αριστερά ήρθε για να σώσει συνολικά τον πλανήτη και τον Κόσμο (και γι’ αυτό ίσως δεν θέλει να κυβερνήσει, μήπως και διασωθούν καμπόσοι άμεσα κινδυνεύοντες), ότι η Αριστερά συγκροτεί τη μοναδική πρωτοπορία που βλέπει τι επ-έρχεται (και βέβαια απλώς μας το περι-γράφει, αφού αρνείται να το διαχειριστεί για να προλάβει το Κακό), ότι η Αριστερά εκφράζει την πολιτική ηθική και την ίδια λογική καθαρότητα (ενώ οι υπόλοιποι σχηματισμοί είναι ύποπτοι ή και ένοχοι πολλαπλών αμαρτημάτων) κ.ο.κ.

ΑΥΤΗ η σωτηρολογική ή και σαβοναρολική προσέγγιση δεν περιορίζεται στην Αριστερά ως πολιτικό υποκείμενο, αλλά διαχέεται και υιοθετείται και από τους κάθε λογής αυτοαποκαλούμενους «αριστερούς». Αφού ο χώρος τους έχει χαρακτηριστικά ιερατείου (που εκδίδει πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, συγχωροχάρτια κ.λπ.) και αφού οι οπαδοί ή ψηφοφόροι των άλλων κομμάτων είναι από χέρι «λαμόγια», πουλημένοι, ουρές του κατεστημένου, τότε ό,τι και να πράττει ένας αριστερός ορθά το πράττει. Από την αυτεκπληρούμενη προφητεία και τη μυστικιστική σχέση με τα κομματικά όργανα περάσαμε τώρα σε μια φάση όπου ο καθείς, ως πρωθιερέας, παίρνει «τον νόμο της Αριστεράς» (;) στα χέρια του κι επιτίθεται κατά παντός διαφωνούντος (έχοντας εκ των προτέρων, και λόγω της ανωτερότητας της ιδεολογίας του, «νομιμοποιήσει» τις πράξεις του).

ΕΑΝ η Αριστερά της εμπιστοσύνης και της συνευθύνης δεν σταματήσει αυτά τα φαινόμενα, αν δεν αποφασίσει να μιλήσει σε παρόντα και όχι σε μέλλοντα χρόνο και δεν τολμήσει να θέσει τα κοινωνικά προβλήματα και την επίλυσή τους πάνω από την (έτσι κι αλλιώς συνεχώς ανανεούμενη) ιδεολογία της καθαρότητας, τότε το «σύνδρομο της ήττας» που κατάτρεχε την προηγούμενη γενιά, θα μεταλλαχθεί σε «σύνδρομο της νίκης» και θα εκφυλισθεί σε μια αριστο-κρατική στάση του τύπου: «Οι αριστεροί γεννήθηκαν για να παρατηρούν και να σχολιάζουν. Είμαστε προφήτες όχι εντολοδόχοι του λαού. Το 51% μας τρομάζει. Το 10% μας δικαιώνει».

ΥΓ.: Η διαχείριση των κοινών δεν αλλοτριώνει αν ξέρεις ποιος είσαι και πού πας.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

« Προηγούμενες Καταχωρίσεις

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...