Βία

Επαγρύπνηση και ετοιμότητα

Posted on Οκτώβριος 30, 2009. Filed under: Βία, Ελληνική Αστυνομία, Τρομοκρατία |

Η επίθεση στο αστυνομικό τμήμα της Αγίας Παρασκευής είναι μία ακόμα προβοκατόρικη πράξη, που, μάλιστα, έρχεται λίγες μέρες μετά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για την ανάγκη να παρθούν κατασταλτικά μέτρα στο όνομα – δήθεν – της προστασίας του πολίτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την επίθεση, η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός έκαναν λόγο για «πολύ επικίνδυνα πράγματα», πως «δεν χωρούν ιδεοληψίες και στερεότυπα, γιατί έτσι δεν αντιμετωπίζεται η κατάσταση», και για «νέα αντιτρομοκρατική πολιτική». Με άλλα λόγια, στο όνομα της αντιμετώπισης της δράσης προβοκατόρικων ομάδων, που είτε δημιουργούνται είτε χρησιμοποιούνται από διάφορες κρατικές και ιμπεριαλιστικές υπηρεσίες, θα στηθεί ένας τεράστιος κατασταλτικός κλοιός. Τα σχέδια είναι ήδη έτοιμα ακόμα και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτό που χρειάζονται οι μηχανισμοί του αστικού κράτους είναι να γίνει …δουλειά ώστε να διαμορφωθεί κοινωνική συνείδηση ότι αυτά τα μέτρα είναι αναγκαία και να γίνουν αποδεκτά από το λαό.
Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η δράση ομάδων κουκουλοφόρων τον περασμένο Δεκέμβρη, η δολοφονία αστυνομικού στο υπουργείο Πολιτισμού, η επίθεση στην κλούβα των ΜΑΤ και μια σειρά άλλες προβοκατόρικες δράσεις οδήγησαν στο να παρθούν μέτρα εκτεταμένης παρακολούθησης μέσω των κινητών, στη δημιουργία τράπεζας DNA και άλλα αντίστοιχα μέτρα. Επίσης δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην τότε χρονική συγκυρία, πάρθηκαν και άλλα μέτρα από την αστική Δικαιοσύνη. Οπως: Παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπέρ της χρήσης χειροβομβίδων που εκτοξεύουν θραύσματα καουτσούκ κατά διαδηλωτών. Παρέμβαση του ίδιου υπέρ της πολυεθνικής «Τζάμπο» που με έγγραφο – εντολή προς τους εισαγγελείς χαρακτήριζε «εγκλήματα» τις κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ και ζητούσε την ποινικοποίησή τους. Παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για χτύπημα του πανεπιστημιακού ασύλου.
Μήπως, όλα τα παραπάνω δεν έγιναν δήθεν στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας; Μήπως, όλη η αστική προπαγάνδα, με αφορμή προβοκατόρικες ενέργειες, δεν επιχειρηματολογεί για τη διασύνδεση «τρομοκρατίας» και των κυκλωμάτων οργανωμένου εγκλήματος, προετοιμάζοντας το έδαφος για να συνδέει αργότερα την πολιτική δράση με το κοινό ποινικό έγκλημα; Ηδη, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να καλλιεργήσει στο λαό μια αντίληψη όχι μόνο ανοχής, αλλά και συμφωνίας με τα κατασταλτικά μέτρα που έχει εξαγγείλει ότι θα πάρει. Η προπαγάνδα που προβάλλεται ότι για να υπάρχει «ασφάλεια του πολίτη» πρέπει να περισταλούν λαϊκές ελευθερίες και δικαιώματα, είναι επικίνδυνη. Ο σκοπός τους είναι να υποταχτεί ο λαός καλλιεργώντας ψυχολογία τρόμου με τη δράση προβοκατόρων. Και στο όνομα αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, της δράσης μηχανισμών να απεμπολήσουν το δικαίωμα να διεκδικούν την ικανοποίηση των αναγκών τους. Και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης και ολομέτωπης επίθεσης ενάντιά τους από την πλουτοκρατία.
Το εργατικό λαϊκό κίνημα πρέπει να βρίσκεται σε επαγρύπνηση και ετοιμότητα. Τα σχέδια της άρχουσας τάξης τα περιλαμβάνουν όλα. Και είναι σχέδια αδίστακτα. Γιατί αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να τσακίσουν την οργάνωση του λαού στην κατεύθυνση της διεκδίκησης λύσεων στα προβλήματά τους που συνδέεται με την αντιμονοπωλιακή πολιτική του οργανωμένου λαού σε σύγκρουση με τη βάρβαρη εξουσία του κεφαλαίου. Για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης. Οπου ο πλούτος που θα παράγουν οι εργαζόμενοι θα ανήκει σε όλη την κοινωνία. Προκειμένου λοιπόν να ανακόψουν την οργάνωση του λαού σε αυτή την κατεύθυνση δε θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 30/10/2009

14/1/2009– Η κρατική τρομοκρατία

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η βία

Posted on Οκτώβριος 29, 2009. Filed under: Βία, Ελληνική Αστυνομία, Τρομοκρατία |

Η επίθεση κατά του Αστυνομικού Τμήματος της Αγίας Παρασκευής ήρθε να επιβεβαιώσει για μια ακόμα φορά ότι είμαστε αντιμέτωποι με μια καινούργια, πολύ πιο σκληρή γενιά τρομοκρατών που υιοθετούν τη λογική της τυφλής βίας.

ΕΙΝΑΙ φανερό ότι στόχος τους ήταν να υπάρξουν νεκροί αστυνομικοί και ταυτόχρονα να κάνουν μια επίδειξη δύναμης- να προκαλέσουν ανοικτά την ΕΛ.ΑΣ. και τη νέα κυβέρνηση.

ΑΣΦΑΛΩΣ δεν πρόκειται να πετύχουν τους στόχους τους. Η δράση τους ωστόσο οφείλει να μας προβληματίσει. ΣΤΟ καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο είναι φανερό ότι η αδράνεια μιας ολόκληρης πενταετίας- με εξαίρεση ίσως τους τελευταίους μήνες μετά το μπαράζ των τρομοκρατικών επιθέσεων τη χρονιά που μας πέρασε- σημαίνει ότι οι προσπάθειες για τον περιορισμό του προβλήματος αρχίζουν σχεδόν από το μηδέν.

ΕΙΝΑΙ όμως επίσης ανάγκη να απομονωθούν πολιτικά και κοινωνικά οι τρομοκράτες. Αυτό κατ΄ αρχάς προϋποθέτει ότι η Αστυνομία θα ξεχάσει τις σκούπες και τις υπερβολές και θα κινηθεί αυστηρά στα πλαίσια της νομιμότητας.

ΤΑ κρούσματα αυθαιρεσίας τύπου ζαρντινιέρας έδωσαν τα καλύτερα επιχειρήματα σε όσους ονειρεύονται να δημιουργήσουν έναν ζωτικό χώρο ανοχής της τρομοκρατίας.

ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ωστόσο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το κλίμα ανομίας που τείνει να επικρατήσει σε πολλούς χώρους. Γιατί βέβαια κι αυτό με τη σειρά του εκτρέφει κάθε είδους παράνομων δραστηριοτήτων και έχει αποτελέσει και τον καταλύτη για τη σύνδεση των τρομοκρατών με το κοινό έγκλημα.

ΔΕΝ θα είναι εύκολη υπόθεση να ικανοποιηθούν όλες αυτές οι προϋποθέσεις. Όπως πάντα όμως η απάντηση τελικώς είναι απλή: θα πρέπει να ενισχυθεί ο επαγγελματισμός της Αστυνομίας και να προστατευτεί από κάθε είδους πολιτικές παρεμβάσεις και σκοπιμότητες.

ΑΚΡΙΒΩΣ ό,τι δεν έγινε δηλαδή επί Νέας Δημοκρατίας!

  • ΤΑ ΝΕΑ: 29 Οκτωβρίου 2009

//

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η απάντηση στην πρόκληση

Posted on Οκτώβριος 29, 2009. Filed under: Βία, Ελληνική Αστυνομία, Τρομοκρατία |

  • Η ΕΝΟΠΛΗ επίθεση, με καταιγισμό σφαιρών εναντίον αστυνομικών στο Τμήμα της Αγίας Παρασκευής, από ομάδα 6 δραστών με ανθρωποκτόνο πρόθεση, εντάσσεται σε μια σειρά πράξεων ένοπλης βίας, που αναπαράγεται και εντείνεται.

ΧΤΥΠΗΣΑΝ στο ψαχνό και αυτή τη φορά οι δράστες, τραυματίζοντας στον θώρακα και την κοιλιά τους αστυνομικούς, ένας μάλιστα δέχτηκε τέσσερις σφαίρες και είναι σοβαρή η κατάστασή του. Μια άλλη είναι στην εντατική. Ολα δείχνουν ότι οι επιτιθέντες ενήργησαν χωρίς κανέναν δισταγμό και είχαν προετοιμαστεί πολύ καλά για την πρόκληση. Αυτό σημαίνει, ότι υπάρχει οργάνωση, που διαθέτει και μέσα. Στολές χτυπούσαν αλλά ανθρώπους ήθελαν να σκοτώσουν.

ΟΠΩΣ ΗΤΑΝ αναμενόμενο, όλος ο πολιτικός κόσμος, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό και τα κόμματα, καταδίκασαν την επίθεση και εκδήλωσαν τη συμπάθειά τους στα θύματα, εκφράζοντας και την κοινή γνώμη, η οποία, ωστόσο, έχει πολλά ερωτήματα για το φαινόμενο της ένοπλης βίας και την αντιμετώπισή του.

ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ κοινωνικό φαινόμενο με ιδεολογικές ρίζες και κίνητρα ή μια εγκληματική δραστηριότητα; Πού αποσκοπούν τα τυφλά χτυπήματα σε αστυνομικούς; Σίγουρα, να προκαλέσουν. Τι όμως; Μια γενικότερη εξέγερση ή την ένταση της κρατικής καταστολής, ώστε να πάψει κάθε πολιτική αντίσταση; Στην πρώτη περίπτωση, η πρόκληση είναι μάταιη, στη δεύτερη μεταφράζεται σε προβοκάτσια.

ΑΥΤΑ ΚΑΙ πολλά άλλα ερωτήματα παραμένουν επί χρόνια αναπάντητα, αλλά, παράλληλα, δεν υπάρχει και συγκροτημένη πρόταση για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Εχουν γραφεί πολλά και αντιφατικά, αλλά όλα σταματούν σε γενικότητες και αφορισμούς. Ο Αλμπέρ Καμύ το είχε πει πιο απλά. Το ζήτημα είναι να μη νομιμοποιούμε τον ξένο.

ΑΚΟΥΣΤΗΚΑΝ και αυτή τη φορά από την πλευρά της κυβέρνησης, διά στόματος του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχ. Χρυσοχοΐδη, αφορισμοί, όπως: «Είμαστε εδώ παρόντες, η Δημοκρατία δεν τρομοκρατείται. Η απάντησή μας θα είναι άμεση και αποφασιστική».

ΑΣΦΑΛΩΣ, η Δημοκρατία δεν τρομοκρατείται, ούτε και πρέπει να τρομοκρατείται και να υποχωρεί, δηλαδή να νοθεύεται. Ποια, όμως, μπορεί να είναι η άμεση και αποφασιστική απάντηση στη δολοφονική επίθεση; Και στις άλλες; Η Δημοκρατία, πάντως, δεν πρέπει να τρομοκρατεί.

ΜΗΠΩΣ, ΔΗΛΑΔΗ, όπως ακούγεται, η άμεση και αποφασιστική απάντηση θα δοθεί με έναν νέο τρομονόμο, που θα λύσει τα χέρια της αστυνομίας για να ενεργεί αδιακρίτως κατά υπόπτων; Και να στήνει ενόχους;

ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΩΜΑ αδιαπραγμάτευτο το ότι η Δημοκρατία προστατεύεται με περισσότερη και όχι με λιγότερη δημοκρατία. Η λιγότερη δημοκρατία των όποιων τρομονόμων θα ενισχύσει την αντίδραση και δεν θα την αντιμετωπίσει. Και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δεν θα αποδειχθεί απλώς ευφημισμός. Θα μας γυρίσει πίσω στον Τζορτζ Οργουελ.

  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το νέα, καθημερινά πρόσωπα της βίας

Posted on Απρίλιος 4, 2009. Filed under: Βία, Κοινωνία |

  • Μπορεί να ήταν αναμενόμενα στην Ελλάδα λόγω της συγκυρίας, αλλά πάτησαν γερά σε βάσεις οι οποίες προϋπήρχαν

Κανείς δεν το περίμενε. Και όμως στη μικρή αλλά ιδιαίτερα ανθηρή πόλη του Ρεθύμνου άρχισαν ήδη να γράφονται συνθήματα εναντίον των οικονομικών μεταναστών. Τα απόνερα της κρίσης που έφθασαν στο Κρητικό Πέλαγος βρήκαν πολλούς απροετοίμαστους. Το τουριστικό θαύμα έδωσε διέξοδο στην οικοδομική δραστηριότητα και η προσφορά φθηνής εργατικής δύναμης από τους μετανάστες μεγιστοποίησε τα κέρδη.

Αλλά με την κρίση τα πράγματα άλλαξαν. Τη Δευτέρα ξυλοκοπήθηκε άγρια φοιτητής που είχε δραστηριοποιηθεί κατά εκείνων που ζητούν με συνθήματα να φύγουν οι μετανάστες.

Τα παιδιά του 1ου Δημοτικού Σχολείου στο Ρέθυμνο εισπράττουν αυτή τη βία ως καθημερινότητα. Γιατί; Επειδή είναι το σχολείο με τον μεγαλύτερο αριθμό αλλοδαπών μαθητών. Πώς; Στους τοίχους του σχολείου, τα συνθήματα αλληλεγγύης σβήνονται καθημερινά από συνθήματα μίσους και τανάπαλιν.

«Πρωτόγνωρα πράγματα» τα χαρακτήρισε η τοπική κοινωνία. Είναι; Το καθημερινό πρόσωπο της βίας, το οποίο όλοι συναντάμε πλέον στις πόλεις μας, φαίνεται καινούργιο. Είναι;

Μια πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει με τη διεθνή συγκυρία: Ενα μεγάλο κομμάτι αυτής της καθημερινής βίας που αφορά κυρίως τους οικονομικούς μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Καταγράφεται (έστω με πολλές διαφοροποιήσεις) σε όλες τις χώρες υποδοχής. Αλλά και πάλι, περιστατικά πρωτοφανούς βιαιότητας στην Ελλάδα δεν έχουν καταγραφεί τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο σε άλλες χώρες. Η υπόθεση της Κωνσταντίνας Κούνεβα θέτει τις δύο διαφορές: Ο συνδυασμός της βιαιότητας με την οποία άλλαξε η ζωή της και της ακινησίας (έως απάθειας) της ΕΛ. ΑΣ. δεν έχει παρατηρηθεί σε άλλη δημοκρατική χώρα. Και αν παρατηρήθηκε, δεν πέρασε χωρίς να καταλογιστούν ευθύνες.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με ένα άλλο κομμάτι της βίας. Που άλλοι τη χαρακτηρίζουν ως «πολιτική», δηλαδή ως αντίδραση στα αδιέξοδα της δημοκρατίας, και άλλοι ως «ποινική», δηλαδή ως καθαρά παραβατική συμπεριφορά. Προφανώς όλες οι παραβατικές συμπεριφορές έχουν κοινωνικά αίτια, αλλά αυτό -εκτιμούν- δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει λόγου χάρη την παραβατικότητα εντός ΑΕΙ ως «πολιτική». Αυτό το κομμάτι βίας, επίσης, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Αλλά και μόνο η πρωτοφανής ένταση των τελευταίων μηνών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη θα επέτρεπε τέτοιον προσδιορισμό.

Η τρίτη παρατήρηση αφορά ένα συγκεκριμένο περιβάλλον πάνω στο οποίο εκδηλώνεται αυτή η νέα καθημερινή βία. Και έχει να κάνει με την «αόρατη» συσσώρευση βίας στην ελληνική κοινωνία που πηγάζει από την καθημερινότητα.

  • Διαφορετική διαχείριση

Οσοι έχουν ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη, θα έχουν ίσως παρατηρήσει ότι η καθημερινή διαχείριση παραδείγματος χάρη του κυκλοφοριακού από τους «πάσχοντες» είναι πολύ διαφορετική από ό, τι στην Αθήνα. Εν αντιθέσει με τις συνήθεις βρισιές και τα μικροεπεισόδια μεταξύ οδηγών ή τα διαρκή κορναρίσματα, στην Πόλη η διαχείριση είναι πολύ πιο ήπια. «Η βρισιά δεν είναι εύκολη στους Τούρκους -έλεγε μια φίλη που ζει χρόνια εκεί- διότι ξέρουν ότι αν για παράδειγμα κάποιος βρίσει τη μάνα κάποιου άλλου, τότε η συνέχεια δεν θα είναι βρισιές αλλά άγρια συμπλοκή».

Πολλές κοινωνίες ασκούνται σε αυτό που ορίζεται ως «οικονομία της βίας». Αλλά όχι και η ελληνική. Ας το καλοσκεφτούμε: Σε ποια χώρα ο κανόνας της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι οι φωνές; Σε ποια χώρα οι σύμβουλοι επικονωνίας των πολιτικών περιλαμβάνουν στα μαθήματα τον τρόπο που οι φωνές του ενός θα υπερισχύσουν του άλλου; Σε ποιο (σοβαρό) τηλεοπτικό δίκτυο της Ευρώπης ή της Αμερικής ο διάλογος γίνεται με τη βία της δυνατότερης φωνής ή με τη βία που ασκείται από την έλλειψη επιχειρημάτων στον τηλεθεατή;

Και, τέλος, το πλέον ανησυχητικό είναι ότι όσο πληθαίνουν τα κρούσματα βίας στην Ελλάδα τόσο περισσότεροι γίνονται και οι υπερασπιστές της. Από όλες τις πλευρές. Ολο και περισσότεροι θα συνηγορήσουν (έστω και έμμεσα) υπέρ της βίας κατά των οικονομικών μεταναστών, όλο και περισσότεροι δείχνουν να αντιλαμβάνονται τη βία ως συνέχεια της πολιτικής.

Το νέο πρόσωπο της βίας μπορεί να ήταν αναμενόμενο στην Ελλάδα, λόγω της συγκυρίας, αλλά βρήκε και πάτησε γερά πάνω σε ένα υπόστρωμα καθημερινής βίας που ήταν μέχρι σήμερα κάτω από το χαλάκι. Η αποδοχή αυτής της «παραδοσιακής βίας», εκφράζονται φόβοι, θα αποδειχθεί το χειρότερο εμπόδιο στην αντιμετώπιση των νέων μορφών της.

  • Του Τακη Kαμπυλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 04/04/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Βία πάνω στην πόλη και βιαιότητα επί των πολιτών

Posted on Μαρτίου 2, 2009. Filed under: Βία, Κοινωνία |

Την πρόσφατη χρονική περίοδο διαπιστώνεται, και τούτο χωρίς ίχνος αμφιβολίας, μια έξαρση της διακινούμενης βίας πάνω στις πόλεις και τα χωριά και τις χώρες του πλανήτη. Η πρώτη και κυρίαρχη ένδειξη περί αυτής της κατάστασης είναι αυτό που σεμνότυφα ονομάζεται οικονομική κρίση, αλλά πιο απλά θα μπορούσε να ονομαστεί η κρίση ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό είναι ο διαρκής προσπορισμός κερδών και ο άκρατος καταναλωτισμός, αυτό που οι καλοί χριστιανοί των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων θα ονομάζανε απληστία. Τούτη δε η απληστία έχει έναν και μόνον αποδέκτη, δηλαδή τους μη έχοντες και μη κρατούντες. Από εκεί και πέρα είναι γελοίες οι διαμαρτυρίες περί βιαιοτήτων και βανδαλισμών, όταν η πρώτη βιαιότητα επί των πολιτών συνίσταται από αυτά καθεαυτά τα προϊόντα της κρίσης.

Πέρα από τα πρόσφατα αυτά γεγονότα, οι τοπικοί -πλην όμως παγκοσμιοποιημένοι- πόλεμοι συνεχίζουν να ανθούν, ενισχύοντας όλο και περισσότερο την ηθική του σε-απευθείας-μετάδοση-από-την-τηλεόραση- πολέμου. Το ζήσαμε με τη Γιουγκοσλαβία, το ζήσαμε με το Ιράκ, το ζούμε με το Αφγανιστάν και -ως κερασάκι επί της τούρτας- καθιστάμεθα άφωνοι μάρτυρες ενός καινούργιου επεισοδίου του «πολέμου» στην Παλαιστίνη.

Οι ψυχαναλυτές ζουν και δρουν μέσα στην κοινωνία και δεν δικαιούνται να είναι αδιάφοροι, γιατί η κοινωνική ή και η πολιτική κρίση κατ’ αρχήν τους αφορά άμεσα γιατί -και κυρίως- τους βάλλει ενδοψυχικά και συγχρόνως αφορά και τους ασθενείς τους. Για όσους από εμάς ζήσανε τον Μάη του ’68 και ξέρουν τι σήμαινε εκείνη η κοινωνική κινητοποίηση -που σωστά ονομάστηκε εξέγερση- ξέρουμε επίσης πως διασπασμένοι οι τότε ψυχαναλυτές στη Γαλλία, οι μεν κρατούσαν ουδέτερη στάση, πολλοί συμμετείχαν στα γεγονότα και κάποιοι -ευτυχώς μια μειοψηφία- κατέκριναν την εξέγερση.

Και όμως, οι ψυχαναλυτές έχουν ένα πρότυπο, τον ιδρυτή του επιστημονικού κλάδου τους, τον Φρόιντ, που ποτέ δεν αδιαφόρησε για τα γεγονότα της εποχής και της κοινωνίας και του τόπου του, συνέπασχε με τους Αυστριακούς συμπατριώτες του και είχε γράψει εγκαίρως παρατηρήσεις μεγάλης αξίας γύρω από τον πόλεμο. Αλλά αυτό που θέλουμε εδώ να θυμίσουμε είναι ότι όταν στην καρδιά μιας βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης -μετά το κραχ του 1929- η Κοινωνία των Εθνών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για έναν διάλογο μεταξύ διανοούμενων για την ειρήνη, ο «κοσμοπολίτης του πολιτισμού» Φρόιντ απάντησε θετικά σε σχετικό γράμμα του Αϊνστάιν, που στάλθηκε το 1932. Με έναν τρόπο τραγικό ο Φρόιντ παρατηρούσε ότι ναι μεν είναι ειρηνιστής -και είναι ειρηνιστής γιατί πιστεύει στη δημοκρατία και ότι ο νόμος είναι η δύναμη μιας κοινότητας-, αλλά παρόλα αυτά και παρόλη την εξέλιξη του πολιτισμού που στηρίζεται πάνω στην τιθάσευση της βίας, οι καταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου, εν τέλει η ενόρμηση θανάτου, αρχίζει να παίζει κυρίαρχο ρόλο και καταστρέφει τα πάντα, την υφή και την υπόσταση του Ανθρώπου και του πολιτισμού του.

Σε αυτό, λοιπόν, το δοκίμιο με τον γνωστό τίτλο Warum Krieg, φαίνεται απαισιόδοξος για το ποιες δυνάμεις μπορούν να επικρατήσουν. Ο Φρόιντ πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1939 και δεν πρόλαβε να υπάρξει και αυτός τραγικός μάρτυρας της θηριωδίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να μάθει πως σχεδόν όλοι οι Αριοι -Γερμανοί ψυχαναλυτές- πλην ενός, συνέχισαν να συνεργάζονται με το Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο του Βερολίνου υπό ναζιστική διεύθυνση και μετά τον διωγμό των Εβραίων Ψυχαναλυτών. Εν τέλει για τον άθεο, εβραϊκής καταγωγής, Φρόιντ που είχε μια δηλωμένη συναισθηματική σχέση με τη γη της Παλαιστίνης, θα μπορούσαμε να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσον θα επεφύλασσε μια ειδική και θετική μεταχείριση στις κυβερνήσεις του νεόκοπου εβραϊκού κράτους.

Και ενώ οι Γερμανοί ψυχαναλυτές απεδείχθησαν πολιτικά οπορτουνιστές, οι Γάλλοι συνάδελφοί τους, όλων των πολιτικών πεποιθήσεων, αυτολογόκριναν όλες τις δημόσιες δραστηριότητές τους, όσο ο πόλεμος κρατούσε και διαρκούσε η κατοχή μεγάλου μέρους της Γαλλίας από τους Ναζί, οι δε Αγγλοι ψυχαναλυτές έλαβαν ενεργό μέρος στις προσπάθειες της χώρας τους να αντισταθεί στους Ναζί. Η πολιτικοποίηση του ψυχαναλυτικού κινήματος δεν είναι καινούργια ούτε συγκεντρώνει την ομοφωνία των ποικίλων σχολών ψυχαναλυτών. Απλό δείγμα τα γεγονότα, που διαδραματίστηκαν στην, υπό στρατιωτική δικτατορία, Αργεντινή…

Ακριβώς, και τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, η βία πάνω στην πόλη, με όλες τις παρενέργειες που είναι γνωστές σε όλους, με αυτό που και πάλι σεμνότυφα ονομάζονται σκάνδαλα και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα απόνερα μιας ομαδικής ανομίας μέσα σε μια κοινωνία, η βία δεν συνίσταται μόνο στην οικονομική καταπίεση, όχι μόνον στη λεκτική βία αλλά φτάνει και στην αβασάνιστη χρήση σωματικής και ένοπλης βίας, που καταλήγει σε τραυματισμούς και στην αφαίρεση νεανικών ζωών. Η όποια συζήτηση περί διαλεκτικής σχέσης μεταξύ βίας της πολιτείας και βιαιοτήτων του πληθυσμού είναι συζήτηση εκ του πονηρού. Στα γραφεία τους οι ψυχαναλυτές δέχονται καθημερινά ανθρώπους που τους έχει κατατροπώσει το καταναλωτικό φάντασμα και τα υπέρογκα χρέη και επιπλέον ζουν όχι πια με τον εφιάλτη της ανεργίας, αλλά με τη βεβαιότητά της. Δεν προτείνουμε ότι οι ψυχαναλυτές καλούνται να κάνουν μια ομαδική κίνηση αντίστασης ή οτιδήποτε σχετικό, αλλά θεωρούμε ότι στοιχειώδες μας καθήκον είναι η συνειδητοποίηση και η εγρήγορση, έτσι όπως θα έλεγε και ο Φρόιντ, για να μην ισοπεδωθούν όλες οι κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού.

  • Του Θαναση Τζαβαρα*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/03/2009
  • * Ο κ. Θανάσης Τζαβάρας είναι ψυχίατρος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η τηλεοπτική τύχη του Αλεξ

Posted on Φεβρουαρίου 7, 2009. Filed under: Αποξένωση, Βία, Βαρβαρότητα, Δικαιοσύνη, Κοινωνία |

Δεν ξέρω ποιος σκότωσε τον εντεκάχρονο Αλεξ στη Βέροια. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το έκαναν οι πέντε ανήλικοι και έτσι θα είναι, αφού σε αυτά τα παιδιά οδήγησαν τους δικαστές τα στοιχεία της δικογραφίας και τα όσα κατατέθηκαν κατά την τετράμηνη ακροαματική διαδικασία. Μολονότι απάντηση στο ερώτημα «τι απέγινε το πτώμα» δεν δόθηκε.

Παρακολούθησα δημοσιογραφικά από κοντά τη φοβερή αυτή υπόθεση και όταν άκουσα την απόφαση η σκέψη μου γύρισε πίσω στις μέρες εκείνες και στις αθλιότητες που έγιναν πάνω από το άψυχο κορμί του Αλεξ. Ενας ολόκληρος συρφετός πηγαινοερχόταν επί εβδομάδες στη Βέροια οσμιζόμενος δόξα και χρήμα. Αστέρες του σιναφιού μας, τυχάρπαστοι νομικοί, γραφικοί ντεκτέκτιβ, αμφιβόλου ψυχικής και νοητικής ισορροπίας «ειδικοί», παρήλαυναν μπροστά στις δεκάδες τηλεοπτικές κάμερες που δούλευαν ακατάπαυστα.

Τα λεφτά ήταν πολλά. Τηλεοπτικές εκπομπές έκαναν αστρονομικά νούμερα, εξασφαλίζοντας στους συντελεστές τους παχυλά συμβόλαια. Δικηγόροι από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ξημεροβραδιάζονταν στην πλατεία Ρολογίου επιζητώντας με αγωνία το «πεντάλεπτο της δημοσιότητας» που θα τους απέφερε γερή πελατεία. Ψυχολόγοι, αστρολόγοι, μάγοι, και πάσης φύσεως ειδήμονες έδιναν «on camera» τη δική τους δαιμονολογική εκδοχή για την τύχη του δυστυχούς Αλεξ, τροφοδοτώντας συνωμοσιολογικές θεωρίες. Το θέμα πουλούσε. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν τεράστιο. Η τηλεθέαση αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο και μόλις υποχωρούσε εξακοντιζόταν και πάλι στα ύψη μόλις κάποιος «άριστα πληροφορημένος», τηλεθαμώνας σέρβιρε από το «βάθρο» του «γνώστη» ένα τερατώδες σενάριο.

Και τι δεν ειπώθηκε: ότι ο εντεκάχρονος έπεσε θύμα κάποιας διεθνούς σπείρας εμπορίας οργάνων, ότι τον απήγαγαν κυκλώματα παιδεραστίας, ότι τον άρπαξε -έδιναν και λεπτομέρειες!- και τον μετέφερε κάπου στην αχανή Ρωσία ο πατέρας του, ότι τον εξαφάνισε ο σύντροφος της μητέρας του, ότι η τοπική κοινωνία ήξερε και δεν μιλούσε και άλλα χειρότερα.

Δεν αμαύρωναν μόνο τη μνήμη του Αλεξ όλοι αυτοί, ράγιζαν την καρδιά της τραγικής μητέρας του που παρά τον αβάσταχτο πόνο παρέδιδε μαθήματα αξιοπρέπειας και ηθικής. Και ταυτόχρονα αποπροσανατόλιζαν τις έρευνες της Αστυνομίας που διέπραξε τραγικά λάθη κινούμενη στους ρυθμούς που υπαγόρευαν τα μηχανάκια της AGB.

Η υπόθεση Αλεξ πλούτισε πολλούς. Τώρα η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε έστω και αυτό που πρέπει να κάνουμε όλοι μας είναι να αφήσουμε ήσυχη την μνήμη του. Προσυπογράφω όσα κατέθεσε η μητέρα του στο δικό της blog, δύο μέρες μετά την απόφαση. «Ο,τι και να γράψουμε τον Αλέξανδρο δεν πρόκειται να τον γυρίσουμε πίσω. Είδαμε και ξανάδαμε πως χειραγωγείται η λεγόμενη “κοινή γνώμη”. Νιώθουμε κάποια ανακούφιση γιατί δεν υπάρχει πλέον κανένα πιο απίστευτο, πιο ανήθικο ψέμα που δεν ειπώθηκε για εμάς. Ευτυχώς που δίπλα μας έμειναν φίλοι που μας γνωρίζουν καλά».

  • Tου Σταυρου Τζιμα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η στρογγυλή θεά της βίας

Posted on Φεβρουαρίου 4, 2009. Filed under: Αθλητισμός, Βία, Βαρβαρότητα, Φανατισμός |

Οσοι το περασμένο Σάββατο παρακολουθούσαν από την τηλεόραση τους ημιτελικούς του Κυπέλλου Βόλεϊ, εύχονταν σιωπηρά να μην περάσουν στον τελικό και οι δύο «αιώνιοι». Γνωρίζοντας την αιματηρή προϊστορία, που κρατάει πριν και από τη δολοφονία του Μιχάλη Φιλόπουλου στην Παιανία, ήταν βέβαιοι για το τι θα συμβεί. Οι ευχές όμως δεν έπιασαν, όπως συνήθως γίνεται με δαύτες. Ετσι οι δύο στρατοί, που είχαν συγκρουστεί άγρια και την προηγούμενη μέρα στους δρόμους της Πάτρας, δίδαξαν άλλη μία φορά τι εστί ευγενής άμιλλα και τι ωραίο, μεγάλο και αληθινό. Οι μαθητές τους, Σουηδοί, Σέρβοι, Σλοβένοι, Αμερικάνοι, Γερμανοί, Λευκορώσοι, προπονητές και βολεϊμπολίστες, συγκλονίστηκαν από την ποιότητα του μαθήματος. Κι όταν θα γυρίσουν στην πατρίδα τους θα ‘χουν πολλά εγκωμιαστικά να πουν για τη χώρα όπου γεννήθηκε το ολυμπιακό πνεύμα.

Το πανηγύρι της βαρβαρότητας έγινε με φόντο ένα πανό όπου ήταν γραμμένη η συνήθης προτροπή: «Οχι στη βία. Ναι στον αθλητισμό». Με τα καθίσματα και τις φωτοβολίδες να εκτοξεύονται μαζικά, το σύνθημα έμοιαζε γραμμένο από κάποιον που, μαντεύοντας τι θα συμβεί, ήθελε να σαρκάσει. Γενικότερα πάντως στον χώρο του αθλητισμού μας παρατηρείται ιδιαίτερα μεγάλη παραγωγή σαρκασμού, ειρωνείας, εμπαιγμού. Σαρκαστική δεν ήταν η παλαιότερη δήλωση του προέδρου ενός εκ των «αιωνίων» ότι «αυτοί είναι οι οπαδοί μας και δεν θα τους αλλάξουμε»; Ολο ειρωνεία δεν ήταν η πρόσφατη απόφαση των ηγετών του άλλου «αιωνίου» να πάψουν να δίνουν εισιτήρια (και λοιπά δωράκια) στους οργανωμένους που όμως είχαν ήδη αφήσει το στίγμα τους στη μισή Ελλάδα; Κοροϊδία δεν είναι ν’ ακούς κάποιους μεγαλοπαράγοντες να στηλιτεύουν τους «ανεγκέφαλους» όταν οι ίδιοι έχουν συλληφθεί πολλάκις από την κάμερα να χουλιγκανίζουν; Εμπαιγμός δεν ήταν η απόφαση του υφυπουργού κ. Γιάννη Ιωαννίδη να μην αγωνίζονται κεκλεισμένων των θυρών ή μακριά από την έδρα τους οι ομάδες αλλά απλώς να πληρώνουν πρόστιμα, τα οποία, ω της (τι)μωρίας, συγκεντρώνονται σε κουμπαρά κι ύστερα αναδιανέμονται στους ίδιους τους υπαίτιους συλλόγους;

Το καλό είναι ότι οι «αιώνιοι» δεν έχουν ομάδες στο χάντμπολ, στο ράγκμπι, στο χόκεϊ επί χόρτου ή επί πάγου, άρα δεν θα βρεθούν αντίπαλοι. Το κακό είναι ότι ώς το καλοκαίρι οι Κόκκινοι και οι Πράσινοι θα πολεμήσουν περί τις είκοσι φορές στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο βόλεϊ και στο πόλο. Να ευχηθούμε να πάνε όλα καλά; Γιατί όχι, τίποτα δεν κοστίζουν οι ευχές. Αλλά και τίποτα δεν αποφέρουν. Ομως, υπάρχει στ’ αλήθεια κάποιος, οποιοσδήποτε από τους πολιτικά, επιχειρηματικά και εκδοτικοδημοσιογραφικά εμπλεκόμενους, που να θέλει όντως ν’ αλλάξει οτιδήποτε;

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Βία και Αριστερά

Posted on Φεβρουαρίου 3, 2009. Filed under: Αριστερά, Βία |

Του Ευτυχη Μπιτσακη*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/02/2009

Το πρόβλημα της βίας απέκτησε αυτές τις μέρες και για άλλη μια φορά τραγική επικαιρότητα με τον πόλεμο εναντίον του λαού της Παλαιστίνης και με το αυθόρμητο κίνημα των νέων στη χώρα μας, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ποια θα μπορούσε να είναι η θέση μας στο πρόβλημα της βίας; Ειδικά ποια είναι ή ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Αριστεράς; Κάθε λογικός, μη διεστραμμένος άνθρωπος είναι εναντίον της βίας. Ομως η βία είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ιστορίας. Κατά τον Μαρξ, η Ιστορία είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Ο Μαρξ δεν ήταν βέβαια ο πρώτος που κατέληξε στην τραγική αυτή διαπίστωση. Ο Θουκιδίδης, οι ιστορικοί της Γαλλικής Επανάστασης κ.λπ., είχαν συνειδητοποιήσει τον ρόλο της πάλης των τάξεων. Ο Μαρξ «θεωρητικοποίησε» αυτό που υπήρχε.

Υπέρ λοιπόν ή κατά της βίας; Το τυπικό αυτό ερώτημα δεν αντιστοιχεί στην αντιφατικότητα του φαινομένου. Κατ’ αρχήν, ο μαρξισμός δεν είναι υπέρ της βίας ως αυτοσκοπού ή ως αναπόφευκτου μέσου για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ομως, ο ίδιος ο Μαρξ έγραψε ότι «η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, όταν αυτή εγκυμονεί τη νέα». Ο Μαρξ εδώ εννοεί την επαναστατική βία, την οποία δεν θεωρεί ούτε αναπόφευκτη ούτε την εύχεται. Γνωρίζει όμως ότι συχνά στην ιστορία η επαναστατική βία ήταν «η μαμή» της νέας κοινωνίας. (Αγγλική Επανάσταση, Γαλλική, Οκτωβριανή κ.λπ.).

Η αφηρημένη, γενική καταδίκη της βίας είναι συνεπώς μια ευγενική ουτοπική, ουμανιστική στάση. Η Επανάσταση του ’21, η Εθνική Αντίσταση εναντίον των ναζί, ήταν ιστορικά αναγκαίες και δικαιωμένες βίαιες μορφές πάλης. Το ίδιο εξωπραγματική είναι και η καταδίκη της βίας «απ’ όπου και αν προέρχεται», επειδή σε κάθε σύγκρουση, σε κάθε πόλεμο, υπάρχει η ιστορικά καταδικασμένη και η ιστορικά δικαιωμένη πλευρά. Οι Βιετκόγκ, π.χ., χρησιμοποίησαν τον ένοπλο αγώνα. Το ίδιο και οι Κούρδοι. Δεν χαιρόμαστε μπροστά στη φρίκη των πολέμων. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να πάρουμε θέση: υπέρ των εξεγερμένων υπόδουλων, υπέρ αυτών που αγωνίζονται εναντίον της κρατικής βίας, εναντίον εισβολέων κ.λπ.

Βία εντούτοις δεν είναι μόνο ο πόλεμος, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις. Η οικονομική βία είναι σιωπηρή, αλλά συχνά απάνθρωπη μορφή (ανεργία, υποαπασχόληση, φτώχεια) όπως και η νόμιμη βία στους εργασιακούς χώρους, οι σκηνές βίας που συστηματικά προβάλλει η τηλεόραση κ.λπ. Η σημερινή κρίση θα δημιουργήσει νέες τραγωδίες και θα οδηγήσει σε νέες μορφές εξαναγκασμού. Και να ελπίσουμε ότι η τάση για εξάντληση των φυσικών αποθεμάτων του πλανήτη δεν θα οδηγήσει στη γενίκευση των πολέμων που ήδη έχουν αρχίσει και συνεχίζονται.

Και η Αριστερά; Σήμερα διεξάγεται μια συστηματική προσπάθεια να ξαναγραφτεί η παγκόσμια ιστορία από την πλευρά των νικητών. Μέρος αυτής της επιχείρησης είναι να εμφανισθεί η ελληνική Αριστερά ως υπεύθυνη για τον Εμφύλιο που άρχισε ήδη από τα χρόνια της κατοχής. Τα γεγονότα, όμως, είναι γνωστά και αδιάψευστα: Ο Εμφύλιος άρχισε με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας από την κυβέρνηση των δωσίλογων. Βεβαίως, βία υπήρξε και από τις δύο πλευρές. Αλλά οι ευθύνες έχουν τον ίδιο ιστορικό χαρακτήρα; Το ΕΑΜ είχε κυριαρχήσει στην ύπαιθρο. Υπέγραψε όμως τη Συμφωνία του Λιβάνου και έφτασε στο σημείο να αποκηρύξει το αντιστασιακό κίνημα του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής. Και ποιος προκάλεσε τον Δεκέμβρη που ξεκίνησε με τη μαζική δολοφονία ειρηνικών διαδηλωτών; Σήμερα ξέρουμε ότι ο Τσώρτσιλ και οι εγχώριες συντηρητικές δυνάμεις οργάνωσαν μεθοδικά την ήττα και την εξόντωση του ΕΑΜικού Κινήματος. Και γιατί έγινε ο δεύτερος εμφύλιος (1945-49); Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ αγωνίζονταν για ομαλή δημοκρατική εξέλιξη. Αλλά η τρομοκρατία, κρατική και μη, οδήγησε στον Εμφύλιο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δήλωνε επίσημα ότι δεν απέβλεπε στην κατάληψη της εξουσίας και ζητούσε από τον ΟΗΕ να μεσολαβήσει για δημοκρατική διέξοδο. Λοιπόν; Αν η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ είναι υπεύθυνες απέναντι στην Ιστορία, είναι επειδή δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων και δεν αντιμετώπισαν τη στρατηγική των Αγγλων και των ελληνικών συντηρητικών δυνάμεων.

Και σήμερα; Σήμερα αποτελεί οφθαλμοφανές γεγονός ότι η χώρα διέρχεται μια περίοδο πολλαπλής κρίσης (οικονομικής, ανεργίας, κρίσης της παιδείας, σκανδάλων, υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος, ερήμωσης της επαρχίας, συνθήκες αβίωτης ζωής στις μεγαλουπόλεις κ.λπ.). Η κρίση αυτή γεννάει και θα γεννάει συγκρούσεις. Καθήκον της Αριστεράς είναι να συμβάλει για μια διέξοδο υπέρ των λαϊκών τάξεων. Η Αριστερά είναι εναντίον της ατομικής τρομοκρατίας, είναι υπέρ της μαζικής – λαϊκής πάλης. Κατά την πρόσφατη εξέγερση των νέων, έγιναν πράξεις βίας (σπασίματα, καψίματα κ.λπ.) Ποιοι ήταν, όμως, οι δράστες; Ανεγκέφαλοι δήθεν αναρχικοί (ο αναρχισμός είναι μια ανθρωπιστική ιδεολογία) και «κουκουλοφόροι» με λοστούς που (τους είδαμε στην τηλεόραση) συνομιλούσαν άνετα με ένστολους αστυνομικούς.

Η Αριστερά οφείλει να στηρίξει τα λαϊκά αιτήματα και να συμβάλει στην οργάνωση των πολιτικών δυνάμεων για τον σοσιαλισμό. Και είναι αισχρό να κατηγορείται ένα κόμμα της Αριστεράς ότι «χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων» Στην εποχή μας το πέρασμα στον σοσιαλισμό δεν προϋποθέτει εμφύλιο πόλεμο. Προϋποθέτει, όμως, αγώνα για την πολιτική, ιδεολογική και ηθική ηγεμονία της Αριστεράς. Ιδού η Ρόδος!

* Ο κ. Ευτύχης Μπιτσάκης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ζητείται σενάριο

Posted on Ιανουαρίου 29, 2009. Filed under: Απεργίες, Αριστερά, Αγροτιά, Αθήνα, Βία, Δεξιά, Δημοσιογράφοι, Διαδηλώσεις, Ελληνες, Κόμματα, Καταλήψεις, Κοινωνία, Λαϊκισμός, Μπλόκα, Πολιτική | Ετικέτες: |

Mε πέντε σενάρια, ξεθυμασμένα από την κατάχρηση, υποδέχεται ο δημόσιος λόγος (πολιτικός και δημοσιογραφικός), οποιαδήποτε κινητοποίηση, εργατική, φοιτητική, μαθητική. Ας τα βαφτίσουμε, ελπίζοντας ότι το όνομά τους αποδίδει με κάποια πιστότητα το περιεχόμενό τους: Το σενάριο της υποκίνησης. Το σενάριο της μειοψηφίας. Το σενάριο των ασαφών αιτημάτων. Το σενάριο της αντιδημοκρατικότητας. Το σενάριο της αντικοινωνικότητας. Με τις κινητοποιήσεις των αγροτών, μόνο το σενάριο της αντικοινωνικότητας παίχτηκε (ότι δηλαδή τα μπλόκα ζημιώνουν άλλες κοινωνικές ομάδες), κι αυτό όμως χωρίς ιδιαίτερη ζέση και όχι από την πρώτη μέρα.

Τόσο τα κυβερνητικά στελέχη όσο κι εκείνοι οι διάσημοι τηλεδημοσιογράφοι που παθαίνουν αναφυλαξία όταν ακούνε για οποιαδήποτε απεργία ή διαδήλωση (και οι οποίοι, όταν εξαντλούν τα παραδοσιακά σενάρια, καταφεύγουν σε ένα τελευταίας εσοδείας, σύμφωνα με το οποίο «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι παραφυάδες αυτού») απέφυγαν να καταγγείλουν τους αγρότες σαν υποκινούμενους. Απέφυγαν επίσης να μιλήσουν για μειοψηφίες που δρουν αυθαιρέτως, δίχως συνελεύσεις και ψηφοφορίες ή να μυκτηρίσουν την απουσία «σαφών αιτημάτων». Σαφή ήταν τα αιτήματα (με τα θεσμικά, που αφορούν το μέλλον, πολύ σαφέστερα από τα οικονομικά, που αφορούν το παρόν) και σαφές επίσης ότι αν υπήρξε «υποκίνηση», ανάμεσα στους υποκινητές θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε περισσότερους συνδικαλιστές προσκείμενους στο κυβερνητικό κόμμα παρά στο ΠΑΣΟΚ (το οποίο και στο «αγροτικό» έχει τρεις θέσεις, τις εξής δύο, καμία) ή την Αριστερά.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που τα τρακτέρ βγαίνουν στους δρόμους και το γυαλί πλημμυρίζει από πρόσωπα που απέχουν από το μοντέλο της καθωσπρέπει εμφάνισης, της καλοξυρισμένης και γραβατωμένης, καθώς και από φωνές «βλάχικες» που δεν υπακούουν στον αθηναιοκεντρικό γλωσσικό κανόνα, οι τηλεοπτικοί ρυθμιστές της κοινής γνώμης σαν να τα χάνουν. Ιδίως εκείνοι που η εμπειρία τους από την αγροτική Ελλάδα εξαντλείται μεταξύ Μυκόνου και Αράχοβας, υψώνουν το φρύδι με κάτι ανάμεσα σε αποστροφή και επιτίμηση, όπως κάνουν κι όταν σχολιάζουν διαδηλώσεις, ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι ουδέποτε έτυχε να πορευτούν μαζί με άλλους για να διεκδικήσουν οτιδήποτε που να μην αφορά μόνο την αφεντιά τους και κάποια στιγμή να «απωθηθούν» και να ψεκαστούν από αστυνομικούς.

Οι αποσπασματικές εικόνες από τα Τέμπη ή τον Προμαχώνα (που για λόγους εντυπωσιασμού εμφανίζουν μια Ελλάδα μοιρασμένη σε μπλόκα-κράτη, όπως κάποτε μοιραζόταν σε πόλεις-κράτη) και οι λιγοστές κουβέντες «καταληψιών», που καταφέρνουν να ακουστούν, δεν αρκούν για να κατανοήσουμε όσα προβλήματα αντιμετωπίζουν αγρότες και κτηνοτρόφοι. Μπορούμε ωστόσο να τα νιώσουμε αν σκεφτούμε τι μεσολαβεί κι εμείς εδώ στην Ελλάδα αγοράζουμε το ελληνικό γάλα ή λάδι πολύ ακριβότερα απ’ ό,τι αγοράζει το ελληνικό γάλα ή λάδι ο Γερμανός στη Γερμανία. Αυτό ποιο σενάριο το προβλέπει;

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 29/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Θεσμοί, βία και Βοτανικός

Posted on Ιανουαρίου 26, 2009. Filed under: Βία, Βοτανικός, Θεσμοί |

Του Νικου Κ. Αλιβιζατου*, Η Καθημερινή, 25/01/2009

Μετά τις οδυνηρές εμπειρίες του Μεσοπολέμου, η σχέση θεσμών και βίας ήταν μοιραίο να απασχολήσει κάθε δημοσιολόγο της μεταπολεμικής γενιάς: τι προκαλεί την κατάρρευση της δημοκρατίας; Μήπως η κρίση των θεσμών βρίσκεται πίσω από τα πραξικοπήματα και τη βία των κυβερνώντων; Η απαξίωση των πολιτικών και της πολιτικής δεν είναι τουλάχιστον εξίσου «υπεύθυνη» με τους άλλους παράγοντες (κοινωνικούς, οικονομικές κρίσεις, ξένες επεμβάσεις) για τις δικτατορίες στη νεότερη ιστορία, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών;

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, όταν πια πεισθήκαμε ότι ο κοινοβουλευτισμός σταθεροποιήθηκε, η σχέση θεσμών και βίας άρχισε να μας απασχολεί από την άλλη πλευρά της: εκτός από τα βαθύτερα αίτια της, μήπως η βία ως κοινωνικό φαινόμενο οφείλεται και στις αβελτηρίες μιας κομματικά διαβρωμένης αστυνομίας; Η εγκληματικότητα δεν σχετίζεται και με την αδικαιολόγητα αργή απονομή της δικαιοσύνης από δικαστήρια προσκολλημένα σε παρωχημένα οργανωτικά πρότυπα και με εκνευριστικά ξεπερασμένη νοοτροπία; Και πάνω απ’ όλα, οι ακραίες διαμαρτυρίες στην πολιτική αντιπαράθεση –από τις καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και τα μπλόκα στις εθνικές οδούς έως τα βίαια συλλαλητήρια και το σπάσιμο των βιτρίνων– δεν σχετίζονται με την έλλειψη μεταρρυθμίσεων σε κρίσιμα πεδία της δημόσιας ζωής; Δεν οφείλονται και στην απουσία αποτελεσματικών αντιβάρων για τον έλεγχο και τη λογοδοσία των κυβερνώντων;

Συνώνυμα της αλαζονείας μιας θεσμικά ανέλεγκτης, κοινωνικά ανάλγητης και πολιτικά αναποτελεσματικής εξουσίας, «ομόλογα», «Siemens» και «Βατοπέδι», βάρυναν πολύ, όπως πιστεύω, στο ξέσπασμα της βίας του περασμένου Δεκεμβρίου. Ορθώς, λοιπόν, καταγγέλλονται ως οι θρυαλλίδες της έκρηξης και το βαθύτερο αίτιο της απαισιοδοξίας που σήμερα βιώνουμε και την οποία, πολύ φοβούμαι, ότι θα αργήσουμε να ξεπεράσουμε.

Το στοιχείο, λοιπόν, που εντυπωσιάζει στις αναλύσεις του τελευταίου καιρού δεν είναι η ανάδειξη της πρόδηλης αυτής σχέσης της βίας (πρόσφατης και απώτερης) με τα κραυγαλέα ελλείμματα των θεσμών μας. Είναι, όπως πιστεύω, η πεισματική άρνηση ορισμένων σχολιαστών να προχωρήσουν, μετά τη διάγνωση, στα αναπόδραστα συμπεράσματα. Νομίζω ότι το παράδειγμα του Βοτανικού είναι πολύ χαρακτηριστικό.

Κατά τη γνώμη μου, η δικαιοσύνη δεν είναι υπεράνω κριτικής: σε μια δημοκρατία, όχι μόνον οι αποφάσεις της, αλλά και η συμπεριφορά των λειτουργών της, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο κριτικής –από ειδικούς και μη– σε μιαν απρόσκοπτη δημόσια διαβούλευση, που μπορεί μάλιστα να πάρει –σε κάποιες οριακές περιπτώσεις– και τη μορφή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αλίμονο αν η νηφαλιότητα που, δίχως άλλο, πρέπει να περιβάλλει την απονομή της δικαιοσύνης, οδηγήσει στη φίμωση του Τύπου και στην άρνηση του διαλόγου, ακόμη και όταν αυτός ξεπερνά τα εσκαμμένα. Αρκεί να θυμίσει κανείς την υπόθεση Ντρέιφους στη Γαλλία και την υπόθεση Λαμπράκη σε μας.

Εκείνο που δεν μπορώ να ανεχθώ, εν τούτοις, είναι οι υπαινιγμοί για «αδέκαστους» τάχα δικαστές και για τα «ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα» που δήθεν τους επηρεάζουν, οι οποίοι διατυπώνονται κάθε φορά που μια δικαστική απόφαση δεν μας αρέσει. Δεν αναφέρομαι βέβαια στους κατ’ επάγγελμα υβριστές και χυδαιολόγους της πολιτικής και των μέσων ενημέρωσης, αλλά στους σοβαρούς εκείνους σχολιαστές, που κατά τα λοιπά διακρίνονται για την ευκολία με την οποία καταγγέλλουν τις κάθε είδους κακοδαιμονίες της δημόσιας ζωής μας. Πού να οφείλεται άραγε η ασυνέπειά τους;

Προ ετών, όταν η αστυνομία, με μια πολύ επιτυχημένη επιχείρηση, εξάρθρωσε σε λίγες εβδομάδες την «17η Νοέμβρη», αισθάνθηκα την ανάγκη να παινέψω δημόσια τον επαγγελματισμό και την αποτελεσματικότητά που είχε τότε επιδείξει. Με την ευκαιρία εκείνη, μάλιστα, προσπάθησα να απαντήσω και στο ερώτημα γιατί, επί τόσα χρόνια, διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες, ενώ για την παραμικρότερη εκτροπή κρατικού οργάνου υπογράφαμε καταγγελίες, οργανώναμε συναυλίες και κατεβαίναμε σε συλλαλητήρια, για την τρομοκρατία αδιαφορούσαμε.

Απέδωσα τότε την αδιαφορία αυτή των περισσότερων πνευματικών ανθρώπων προς την ωμότερη εκδοχή της βίας, «στα ελλείμματα των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους» απέναντι ιδίως σε μια κατηγορία «ισχυρών» της χώρας μας. Μιλούσα τότε για μια «διαρκώς αναπαραγόμενη κατηγορία ανθρώπων –επιχειρηματιών της “αρπαχτής” και όχι μόνον– που συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται πάνω από τον νόμο». Και διερωτώμουν μήπως, εξαιτίας αυτών των ελλειμμάτων, ο τρομοκράτης εύρισκε μιαν αναπάντεχη ανοχή ως «τιμωρός», όχι μόνον στους διανοούμενους, αλλά σε πλατιά στρώματα της κοινής γνώμης («Τα Νέα», 24-25.8.2002).

Το άρθρο εκείνο προκάλεσε τότε αρκετές αντιδράσεις. Μεταξύ άλλων, μού απάντησε, στο βιβλίο που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα για την «17η Νοέμβρη», και ο Γιάννης Πρετεντέρης. Αν και χαρακτήριζε την άποψή μου «εξαιρετικά ενδιαφέρουσα», διαφωνούσε με την ανάδειξη της προκλητικά νεοπλουτίστικης αυτής συμπεριφοράς ορισμένων «ισχυρών» της κοινωνίας μας σε βασικό αίτιο της τρομοκρατίας. «Με φοβίζει, έγραφε, ότι μέσα από αυτή την υπερβολή μπορεί να οδηγηθούμε σε μια μορφή υπόκωφης νομιμοποίησης της τρομοκρατίας» (Η αναμέτρηση. Ζωή και θάνατος της 17 Νοέμβρη, εκδ. Εστίας, 2002, σ. 80).

Η συζήτηση επαναλήφθηκε σε μεγάλο βαθμό τον περασμένο Δεκέμβριο. Δεν είχε απαραιτήτως τους ίδιους πρωταγωνιστές. Οσοι πάντως προσπαθήσαμε να βρούμε τα βαθύτερα αίτια της «εξέγερσης των δεκαεξάρηδων» στις αδράνειες μιας καθηλωμένης κοινωνίας και στην ατολμία ενός πολιτικού προσωπικού ανίκανου να προτείνει ρεαλιστικές διεξόδους από την κρίση, κατηγορηθήκαμε, αν όχι για υποκίνηση, τουλάχιστον για ανοχή της βίας. Κάποιοι μάλιστα, αφού μας χαρακτήρισαν «ενοχικούς μεσήλικες», μίλησαν και για τις ευθύνες της γενιάς του Πολυτεχνείου, που «παραχάιδεψε» τάχα τα παιδιά της.

Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Νομίζω ότι στη ρίζα του κακού μπορεί κανείς να φτάσει μόνον με αναστοχασμό και κριτική, που γίνεται με ταπεινοφροσύνη, με γενναιότητα απέναντι στους ισχυρούς και γενναιοδωρία προς όσους διαφωνούν μαζί μας, κριτική που δεν διστάζει να στεναχωρήσει τον οικείο, τον φίλο, τον συνάδελφο του διπλανού γραφείου, ακόμη και τον προϊστάμενο, όσο επίφοβος και αν είναι αυτός. Παραδέχομαι ότι αυτό δεν είναι εύκολο. Οχι τόσο για λόγους προσωπικού κόστους και καριέρας, όπως θα υποστήριζε ο κυνικός της παρέας, όσο γιατί η κριτική αυτή προϋποθέτει πάνω απ’ όλα τον έλεγχο των δικών μας παρορμήσεων. Από το αν κάποιος είναι διατεθειμένος να τον επιχειρήσει, κρίνεται τελικά πόσο ειλικρινής είναι.

ΥΓ.: Για τον αναγνώστη που δεν έχει εγκύψει στην υπόθεση του Βοτανικού, επισημαίνεται ότι, με κριτήριο την ανθρώπινη ματαιοδοξία, σε αυτήν, περισσότερο και από τον Παναθηναϊκό (που, στο κάτω-κάτω το δικαιούται) εμπλέκεται και ο πιο προκλητικός από τους «ισχυρούς», στους οποίους αναφέρεται το παρόν άρθρο. Και τούτο με πολιτική κάλυψη που εντυπωσιάζει για το πλάτος της. Ολως τυχαίως, για την κρίσιμη αγοραπωλησία, ο ίδιος «ισχυρός» χρησιμοποίησε ως συμβολαιογράφο την εσχάτως γνωστότερη από τους λειτουργούς αυτού του κλάδου, σύζυγο τ. υπουργού.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...