Βοτανικός

Προβληματική και αντιφατική η σχέση μας με τη νομιμότητα

Posted on Ιανουαρίου 26, 2009. Filed under: Αθήνα, Ανάπτυξη, Ανομία, Βοτανικός, Ελλάδα, Ελληνες, Θεσμοί, Κινήματα, Κοινωνία, Περιβάλλον, Πολεοδομία, Πολιτική, Ρουσφέτι |

Γραφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης, Η Καθημερινή, 25/01/2009

Πριν από μερικές δεκαετίες για το Συμβούλιο της Επικρατείας μιλούσαν μερικοί μεγαλοδικηγόροι, άλλοι τόσοι υψηλόβαθμοι δικαστές και οι καθηγητές Διοικητικού Δικαίου των πανεπιστημίων. Ο υπόλοιπος λαός καλά-καλά δεν ξέραμε τι είναι αυτό το Συμβούλιο και τι δουλειά κάνει. Εκείνο που μας το έκανε γνωστό είναι η σύνδεσή του με την προστασία του περιβάλλοντος, φυσικού και ιστορικού, και η ευρύτερη γνώση του δικαιώματος που έχει ο πολίτης να προσφύγει στο ΣτΕ όταν νομίζει ότι μια πράξη της Διοίκησης προσβάλλει τα συμφέροντά του. Για τη σύνδεση με το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον χρειάσθηκε πρώτα να αποκτήσουμε κάποια περιβαλλοντική νομοθεσία, να ψηφισθούν νόμοι που κατά τεκμήριο προστατεύουν το περιβάλλον. Κουτσά – στραβά ψηφίσθηκαν κάποιοι νόμοι που όρισαν κανόνες για τις «συναλλαγές» μας με το περιβάλλον: Τι είναι δάσος και τι αιγιαλός, πού και με ποιους όρους μπορούμε να κτίσουμε μια κατοικία ή ένα εργοστάσιο κ.λπ. Στις «συναλλαγές» αυτές υπάρχει το νόμιμο και το παράνομο και το ΣτΕ ορίσθηκε για να κρίνει τι είναι νόμιμο και τι παράνομο και φυσικά για να περιφρουρεί τη νομιμότητα.

Επειδή, όπως πολλά δείχνουν, ως λαός έχουμε προβληματική σχέση με τη νομιμότητα, κάθε όργανο της Πολιτείας που τάχθηκε να περιφρουρεί τη νομιμότητα μας εμπνέει εναλλασσόμενα και άκρως αντιφατικά συναισθήματα. Για παράδειγμα θέλουμε την αστυνομία και τον χωροφύλακα να περιπολεί νυχθημερόν στη γειτονιά μας και αν είναι δυνατόν κάτω από το σπίτι μας για να περιφρουρεί τον ύπνο μας και την περιουσία μας, αλλά τον αντιπαθούμε σφόδρα όταν μας σταματά στον δρόμο επειδή διαπίστωσε κάποια παράβαση των κανόνων της κυκλοφορίας που διαπράξαμε με το αυτοκίνητό μας. Τον αντιπαθούμε, τον περιφρονούμε, του βγάζουμε γλώσσα και τον αποκαλούμε «μπάτσο». Οι εφορίες και οι πολεοδομίες μάς είναι επίσης αντιπαθείς και άκρως ενοχλητικές και γι’ αυτό όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, ξοδεύουμε κάτι παραπάνω για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας και να ζήσουμε μαζί κατά το δυνατόν αρμονικότερα.

Το ίδιο και με το ΣτΕ. Αλλοτε το συμπαθούμε επειδή προστατεύοντας τη νομιμότητα προστατεύει και τα δικαιώματά μας και άλλοτε το αντιπαθούμε επειδή μας επιβάλλει την υποχρέωση να σεβόμαστε τους νόμους, ιδιαίτερα στις «συναλλαγές» μας με το φυσικό περιβάλλον. Ποιοι είναι αυτοί οι δικαστές και από πού κρατάει η σκούφια τους (ακούσθηκε και αυτό από βουλευτή στη Βουλή των Ελλήνων), που θα μου απαγορεύσουν να κτίσω το σπίτι μου στο «δικό μου» δάσος ή να ανοίξω γεώτρηση στο «δικό μου» χωράφι και να αντλήσω όσο νερό θέλω.

Πρόκειται για μια γενικότερη στάση στις «συναλλαγές» μας με το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον. Κάποτε παρατήρησα και κατέγραψα ότι οι πιο δραστήριες και πιο φανατικές περιβαλλοντικές οργανώσεις φυτρώνουν στις περιοχές όπου καίγονται τα πεύκα (μόνα τους από… απελπισία ή από εμπρησμό) και καταπατούνται οι καμένες εκτάσεις. Οσοι είχαν την τύχη ή την πρόνοια να κάψουν και να καταπατήσουν πρώτοι είναι πολύ φυσικό να μη θέλουν δίπλα τους άλλους εμπρηστές, καταπατητές και αυθαιρεσιούχους. Μεταμορφώνονται (με ειλικρίνεια ομολογώ) σε φανατικούς και δραστήριους υπερασπιστές του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν παραγνωρίζω την πρόοδο και το τελικό αποτέλεσμα, ότι κάπως έτσι, από αντιφατικά συναισθήματα και συμφέροντα διαμορφώνεται η περιβαλλοντική συνείδηση στη χώρα μας, ίσως και παντού.

Ενα από τα γνωστότερα «κόλπα» καταπάτησης του φυσικού περιβάλλοντος είναι να συνδέσει την παρανομία με κάποιον «ευγενή και ανιδιοτελή» σκοπό. Σας υπενθυμίζω τα έργα και τις ημέρες της ευλαβούς ναοδομίας (δεν πιστεύω να υπάρχει ανάλογος θεσμός σε οποιαδήποτε χώρα). Αν θέλεις να καταπατήσεις κάποια ωραία τοποθεσία, ιδιαίτερα σε νησί του Αιγαίου, μεταμορφώνεσαι αμέσως σε ευσεβή χριστιανό που από ευσέβεια και μόνο θέλει να κτίσει ένα εκκλησάκι και να το αφιερώσει σε κάποιον άγιο. Από ευσέβεια και μόνο. Αυτή τη «συναλλαγή» δεν τη ρυθμίζει η πολεοδομία, που είναι όργανο του κράτους, αλλά η ευσεβής ναοδομία, που είναι όργανο της Εκκλησίας και, φυσικά, του Υψίστου. Πραγματικά δεν μπορώ να κρύψω τον θαυμασμό μου για τη φαντασία και την εφευρετικότητα της φυλής μας! Κάτι παρόμοιο νομίζω ότι συνέβη στον πάλαι ποτέ Ελαιώνα, εκεί όπου θα ανεγερθεί το στάδιο του Παναθηναϊκού. Για το στάδιο δεν εγέρθηκε καμιά αντίρρηση από κανένα. Ούτε και για τη λεγόμενη «διπλή ανάπλαση», υποθέτω ότι την ονόμασαν έτσι για να μας εντυπωσιάσουν και να μας παραμυθιάσουν διπλά. Κάποιοι όμως είχαν την έμπνευση να συνδυάσουν την ανέγερση του σταδίου με κάποιο ιδιωτικό συμφέρον, το οποίο ναι μεν έκανε στον Παναθηναϊκό γενναία, φίλαθλο και ευγενή προσφορά… υπό τον όρο όμως ότι θα αποζημιωθεί πολλαπλασίως με τον διπλασιασμό του συντελεστή δόμησης. Το κράτος ενέκρινε τη «συναλλαγή» (εμφορούμενο και αυτό από ευγενείς διαθέσεις) και το «ιδιωτικό συμφέρον» άρχισε πυρετωδώς να οικοδομεί τα δικά του.

Εκεί είναι που παρενέβη το ΣτΕ, όχι για να κρίνει την ουσία της υπόθεσης (αν η συναλλαγή είναι νόμιμη και συνταγματική, αυτό θα κριθεί τον Μάρτιο κατά απόλυτη προτεραιότητα), αλλά για να αναστείλει προσωρινά τις οικοδομικές εργασίες του «ιδιωτικού συμφέροντος» ώστε να μην παραχθούν μη αναστρέψιμες πραγματικές καταστάσεις, οπότε η κρίση του Μαρτίου δεν θα είχε αντικείμενο. Δουλειά εύλογης ρουτίνας δηλαδή, αλλά ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε… τον δήμαρχο της Αθήνας.

Το κακό όμως δεν ξεκίνησε από τον δήμαρχο και από τον «πράσινο λαό» του Παναθηναϊκού. Ο «πράσινος λαός» γήπεδο θέλει και το δικαιούται. Και ο δήμαρχος ψήφους και ας είναι και «πράσινες» ή οποιουδήποτε άλλου χρώματος. Το κακό ξεκίνησε από τις χαριστικές παραχωρήσεις στον Ολυμπιακό και στον «κόκκινο λαό», στο γήπεδο Καραϊσκάκη, απ’ όπου βιαίως και βαναύσως απεβλήθη ο ταπεινός και ευγενής «Εθνικός Πειραιώς».

Αλλά το μεγάλο κακό είναι η αντιπάθεια και η αντιπαλότητα των κυβερνήσεων, ιδιαίτερα των ΥΠΕΧΩΔΕ, προς το ΣτΕ. Οχι μόνο της σημερινής κυβέρνησης αλλά και των προηγουμένων. Εκεί, κυρίως, στα ΥΠΕΧΩΔΕ διαμορφώθηκε η αντίληψη «Ανάπτυξη ή ΣτΕ» που διαχέεται και στον λαό. Μέχρι που σκαρφίζονται διάφορα τερτίπια για να παρακάμψουν το ΣτΕ. Να βαφτίζουν «το κρέας ψάρι», να μεταμορφώνουν τα διατάγματα σε νόμους και να προβάλλουν την εκτροπή του Αχελώου ως… περιβαλλοντικό έργο.

Δεν είναι διόλου βέβαιο αν πρόκειται για αντιπάθεια και αντιπαλότητα με το ΣτΕ ή με τη νομιμότητα γενικά.

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Θεσμοί, βία και Βοτανικός

Posted on Ιανουαρίου 26, 2009. Filed under: Βία, Βοτανικός, Θεσμοί |

Του Νικου Κ. Αλιβιζατου*, Η Καθημερινή, 25/01/2009

Μετά τις οδυνηρές εμπειρίες του Μεσοπολέμου, η σχέση θεσμών και βίας ήταν μοιραίο να απασχολήσει κάθε δημοσιολόγο της μεταπολεμικής γενιάς: τι προκαλεί την κατάρρευση της δημοκρατίας; Μήπως η κρίση των θεσμών βρίσκεται πίσω από τα πραξικοπήματα και τη βία των κυβερνώντων; Η απαξίωση των πολιτικών και της πολιτικής δεν είναι τουλάχιστον εξίσου «υπεύθυνη» με τους άλλους παράγοντες (κοινωνικούς, οικονομικές κρίσεις, ξένες επεμβάσεις) για τις δικτατορίες στη νεότερη ιστορία, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών;

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, όταν πια πεισθήκαμε ότι ο κοινοβουλευτισμός σταθεροποιήθηκε, η σχέση θεσμών και βίας άρχισε να μας απασχολεί από την άλλη πλευρά της: εκτός από τα βαθύτερα αίτια της, μήπως η βία ως κοινωνικό φαινόμενο οφείλεται και στις αβελτηρίες μιας κομματικά διαβρωμένης αστυνομίας; Η εγκληματικότητα δεν σχετίζεται και με την αδικαιολόγητα αργή απονομή της δικαιοσύνης από δικαστήρια προσκολλημένα σε παρωχημένα οργανωτικά πρότυπα και με εκνευριστικά ξεπερασμένη νοοτροπία; Και πάνω απ’ όλα, οι ακραίες διαμαρτυρίες στην πολιτική αντιπαράθεση –από τις καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και τα μπλόκα στις εθνικές οδούς έως τα βίαια συλλαλητήρια και το σπάσιμο των βιτρίνων– δεν σχετίζονται με την έλλειψη μεταρρυθμίσεων σε κρίσιμα πεδία της δημόσιας ζωής; Δεν οφείλονται και στην απουσία αποτελεσματικών αντιβάρων για τον έλεγχο και τη λογοδοσία των κυβερνώντων;

Συνώνυμα της αλαζονείας μιας θεσμικά ανέλεγκτης, κοινωνικά ανάλγητης και πολιτικά αναποτελεσματικής εξουσίας, «ομόλογα», «Siemens» και «Βατοπέδι», βάρυναν πολύ, όπως πιστεύω, στο ξέσπασμα της βίας του περασμένου Δεκεμβρίου. Ορθώς, λοιπόν, καταγγέλλονται ως οι θρυαλλίδες της έκρηξης και το βαθύτερο αίτιο της απαισιοδοξίας που σήμερα βιώνουμε και την οποία, πολύ φοβούμαι, ότι θα αργήσουμε να ξεπεράσουμε.

Το στοιχείο, λοιπόν, που εντυπωσιάζει στις αναλύσεις του τελευταίου καιρού δεν είναι η ανάδειξη της πρόδηλης αυτής σχέσης της βίας (πρόσφατης και απώτερης) με τα κραυγαλέα ελλείμματα των θεσμών μας. Είναι, όπως πιστεύω, η πεισματική άρνηση ορισμένων σχολιαστών να προχωρήσουν, μετά τη διάγνωση, στα αναπόδραστα συμπεράσματα. Νομίζω ότι το παράδειγμα του Βοτανικού είναι πολύ χαρακτηριστικό.

Κατά τη γνώμη μου, η δικαιοσύνη δεν είναι υπεράνω κριτικής: σε μια δημοκρατία, όχι μόνον οι αποφάσεις της, αλλά και η συμπεριφορά των λειτουργών της, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο κριτικής –από ειδικούς και μη– σε μιαν απρόσκοπτη δημόσια διαβούλευση, που μπορεί μάλιστα να πάρει –σε κάποιες οριακές περιπτώσεις– και τη μορφή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αλίμονο αν η νηφαλιότητα που, δίχως άλλο, πρέπει να περιβάλλει την απονομή της δικαιοσύνης, οδηγήσει στη φίμωση του Τύπου και στην άρνηση του διαλόγου, ακόμη και όταν αυτός ξεπερνά τα εσκαμμένα. Αρκεί να θυμίσει κανείς την υπόθεση Ντρέιφους στη Γαλλία και την υπόθεση Λαμπράκη σε μας.

Εκείνο που δεν μπορώ να ανεχθώ, εν τούτοις, είναι οι υπαινιγμοί για «αδέκαστους» τάχα δικαστές και για τα «ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα» που δήθεν τους επηρεάζουν, οι οποίοι διατυπώνονται κάθε φορά που μια δικαστική απόφαση δεν μας αρέσει. Δεν αναφέρομαι βέβαια στους κατ’ επάγγελμα υβριστές και χυδαιολόγους της πολιτικής και των μέσων ενημέρωσης, αλλά στους σοβαρούς εκείνους σχολιαστές, που κατά τα λοιπά διακρίνονται για την ευκολία με την οποία καταγγέλλουν τις κάθε είδους κακοδαιμονίες της δημόσιας ζωής μας. Πού να οφείλεται άραγε η ασυνέπειά τους;

Προ ετών, όταν η αστυνομία, με μια πολύ επιτυχημένη επιχείρηση, εξάρθρωσε σε λίγες εβδομάδες την «17η Νοέμβρη», αισθάνθηκα την ανάγκη να παινέψω δημόσια τον επαγγελματισμό και την αποτελεσματικότητά που είχε τότε επιδείξει. Με την ευκαιρία εκείνη, μάλιστα, προσπάθησα να απαντήσω και στο ερώτημα γιατί, επί τόσα χρόνια, διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες, ενώ για την παραμικρότερη εκτροπή κρατικού οργάνου υπογράφαμε καταγγελίες, οργανώναμε συναυλίες και κατεβαίναμε σε συλλαλητήρια, για την τρομοκρατία αδιαφορούσαμε.

Απέδωσα τότε την αδιαφορία αυτή των περισσότερων πνευματικών ανθρώπων προς την ωμότερη εκδοχή της βίας, «στα ελλείμματα των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους» απέναντι ιδίως σε μια κατηγορία «ισχυρών» της χώρας μας. Μιλούσα τότε για μια «διαρκώς αναπαραγόμενη κατηγορία ανθρώπων –επιχειρηματιών της “αρπαχτής” και όχι μόνον– που συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται πάνω από τον νόμο». Και διερωτώμουν μήπως, εξαιτίας αυτών των ελλειμμάτων, ο τρομοκράτης εύρισκε μιαν αναπάντεχη ανοχή ως «τιμωρός», όχι μόνον στους διανοούμενους, αλλά σε πλατιά στρώματα της κοινής γνώμης («Τα Νέα», 24-25.8.2002).

Το άρθρο εκείνο προκάλεσε τότε αρκετές αντιδράσεις. Μεταξύ άλλων, μού απάντησε, στο βιβλίο που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα για την «17η Νοέμβρη», και ο Γιάννης Πρετεντέρης. Αν και χαρακτήριζε την άποψή μου «εξαιρετικά ενδιαφέρουσα», διαφωνούσε με την ανάδειξη της προκλητικά νεοπλουτίστικης αυτής συμπεριφοράς ορισμένων «ισχυρών» της κοινωνίας μας σε βασικό αίτιο της τρομοκρατίας. «Με φοβίζει, έγραφε, ότι μέσα από αυτή την υπερβολή μπορεί να οδηγηθούμε σε μια μορφή υπόκωφης νομιμοποίησης της τρομοκρατίας» (Η αναμέτρηση. Ζωή και θάνατος της 17 Νοέμβρη, εκδ. Εστίας, 2002, σ. 80).

Η συζήτηση επαναλήφθηκε σε μεγάλο βαθμό τον περασμένο Δεκέμβριο. Δεν είχε απαραιτήτως τους ίδιους πρωταγωνιστές. Οσοι πάντως προσπαθήσαμε να βρούμε τα βαθύτερα αίτια της «εξέγερσης των δεκαεξάρηδων» στις αδράνειες μιας καθηλωμένης κοινωνίας και στην ατολμία ενός πολιτικού προσωπικού ανίκανου να προτείνει ρεαλιστικές διεξόδους από την κρίση, κατηγορηθήκαμε, αν όχι για υποκίνηση, τουλάχιστον για ανοχή της βίας. Κάποιοι μάλιστα, αφού μας χαρακτήρισαν «ενοχικούς μεσήλικες», μίλησαν και για τις ευθύνες της γενιάς του Πολυτεχνείου, που «παραχάιδεψε» τάχα τα παιδιά της.

Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Νομίζω ότι στη ρίζα του κακού μπορεί κανείς να φτάσει μόνον με αναστοχασμό και κριτική, που γίνεται με ταπεινοφροσύνη, με γενναιότητα απέναντι στους ισχυρούς και γενναιοδωρία προς όσους διαφωνούν μαζί μας, κριτική που δεν διστάζει να στεναχωρήσει τον οικείο, τον φίλο, τον συνάδελφο του διπλανού γραφείου, ακόμη και τον προϊστάμενο, όσο επίφοβος και αν είναι αυτός. Παραδέχομαι ότι αυτό δεν είναι εύκολο. Οχι τόσο για λόγους προσωπικού κόστους και καριέρας, όπως θα υποστήριζε ο κυνικός της παρέας, όσο γιατί η κριτική αυτή προϋποθέτει πάνω απ’ όλα τον έλεγχο των δικών μας παρορμήσεων. Από το αν κάποιος είναι διατεθειμένος να τον επιχειρήσει, κρίνεται τελικά πόσο ειλικρινής είναι.

ΥΓ.: Για τον αναγνώστη που δεν έχει εγκύψει στην υπόθεση του Βοτανικού, επισημαίνεται ότι, με κριτήριο την ανθρώπινη ματαιοδοξία, σε αυτήν, περισσότερο και από τον Παναθηναϊκό (που, στο κάτω-κάτω το δικαιούται) εμπλέκεται και ο πιο προκλητικός από τους «ισχυρούς», στους οποίους αναφέρεται το παρόν άρθρο. Και τούτο με πολιτική κάλυψη που εντυπωσιάζει για το πλάτος της. Ολως τυχαίως, για την κρίσιμη αγοραπωλησία, ο ίδιος «ισχυρός» χρησιμοποίησε ως συμβολαιογράφο την εσχάτως γνωστότερη από τους λειτουργούς αυτού του κλάδου, σύζυγο τ. υπουργού.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...