Γιανναράς Χρήστος

Aνάγκη να ολοκληρωθεί η κατεδάφιση

Posted on Μαΐου 19, 2012. Filed under: Γιανναράς Χρήστος |

Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/5/2012

Συγκεντρωμένες σε βιβλίο οι κυριακάτικες εδώ επιφυλλίδες της χρονιάς 2007 έχουν τον τίτλο: «H κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Eλλάδα σήμερα». Xαρισματική οξυδέρκεια; Διορατική ευφυΐα; Tίποτε από αυτά, δυστυχώς. Mόνο κοινή, κοινότατη λογική στην «ανάγνωση» της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας. Oποιοσδήποτε παρατηρητής με στοιχειώδη νοημοσύνη και (απαραιτήτως) αμερόληπτη ανιδιοτελή κρίση, μπορούσε πριν από έξι (6) κιόλας χρόνια να διαγνώσει τη συντελεσμένη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Nα κατανοήσει ότι τα εμφανιζόμενα ως πολιτικά κόμματα ήταν μόνο συντεχνίες συμφερόντων, μολυσματικές εστίες φαυλότητας, συσπειρώσεις απίστευτης ανικανότητας καμποτίνων.

Eχει κάποια σημασία να μνημονευθεί η υπεροπτική αδιαφορία, η χλευαστική περιφρόνηση, η σκόπιμη διαβολή του προβληματισμού που κόμιζε επί χρόνια η κυριακάτικη εδώ επιφυλλιδογραφία. Kάπως ευγενικότεροι οι πραιτωριανοί του κ. Σαμαρά τη χαρακτήριζαν, τουλάχιστον δημόσια, «ρομαντική απαισιοδοξία», ενώ τα περιβάλλοντα του ολίγιστου των Παπανδρέου και Kαραμανλή του βραχέος απλώς σώρευαν καλά συγκαλυμμένο μένος αποστροφής. Tώρα η κατάρρευση συντελέστηκε σαν εφιαλτικός καταπέλτης. Tο άμεσο μέλλον, οι μέρες που έρχονται, εγκυμονούν μετασχηματισμό της λαϊκής οργής σε πανικό. Aπέναντι στις ύαινες της διεθνούς τοκογλυφίας η Eλλάδα έχει να αντιτάξει νεόκοπες, αμήχανες, όχι σοβαρότερες από τις προηγηθείσες φιγούρες της εγχώριας παρακμιακής χαρτοκοπτικής. (περισσότερα…)

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η σχέση νικάει τον χρόνο, η χρήση όχι

Posted on Ιανουαρίου 1, 2011. Filed under: Γιανναράς Χρήστος |

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/12/2010

Φταίει το μέτρο, όχι το μετρούμενο: Το θερμόμετρο, η ζυγαριά, όχι η αιτία που προκάλεσε τον πυρετό, η λαιμαργία που πρόσθεσε το βάρος.

Ηταν κακή η χρονιά που πέρασε, λέει δραματικά ο ολίγιστος πρωθυπουργός μας. Ατυχήσαμε στη ρουλέτα, όμως είχε στραβώσει προκαταβολικά η παρτίδα. Δεν διανοείται την αυτοκριτική, την υποχρέωση να λογοδοτήσει απέναντι στην κοινωνία, δεν έμαθε ποτέ ότι η εξουσία είναι διακονία των κοινών αναγκών, όχι τζόγος στο οικογενειακό του καζίνο. Οι οικογένειες, που κληρονομικά διαχειρίζονται το ελλαδικό φέουδο, μεγαλώνουν στους κόλπους τους τους επόμενους παίκτες του ηδονικού παιχνιδιού, και οι όροι του παιχνιδιού μόνο «επικοινωνιακοί», καθόλου ευθύνη έμπρακτων αποτελεσμάτων της πολιτικής στον κοινό βίο.

Τρεις ή τέσσερις μέρες μετά την επίρριψη των ευθυνών στην «κακή χρονιά», ο πρωθυπουργός προχώρησε στον ανασχηματισμό του προσωπικού του γραφείου. Το συγκροτούν εκατόν πενήντα (ναι, 150) υπάλληλοι: 45 στη «μονάδα» διοίκησης και οργάνωσης. 16 στην «παραγωγή πολιτικής». 13 για τον «επικοινωνιακό σχεδιασμό». 12 στην «παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου». 11 υπάλληλοι θα παράγουν «καινοτομίες». 4 θα συντονίζουν «την υλοποίηση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων του κυβερνητικού έργου». 10 θα οργανώνουν τον «απευθείας διάλογο του πρωθυπουργού με τους πολίτες». («Τα Νέα», 27/12/2010). Οι υπόλοιποι, ώς τους 150 που αναφέρει στον τίτλο της είδησης η εφημερίδα, μάλλον, με φαραωνικά ριπίδια, θα αναψύχουν τους 111 επιτελείς.

Απίστευτα πράγματα. Οχι απλώς εξωφρενικά (και χυδαία στον αμοραλισμό τους) για μια κοινωνία που βυθίζεται στον πανικό οικονομικής καταστροφής, αλλά και προκλητικά στυγνής ανελπιστίας. Το λαϊκό σώμα δεν αντιδρά, δεν καταλαβαίνει, τα αντανακλαστικά του έχουν οριστικά νεκρωθεί. Παράδειγμα καθόλου μοναδικό, αλλά χαρακτηριστικά ακραίο: Η «λεβεντομάνα» Κρήτη, η «πάντοτε απροσκύνητη», «προπύργιο της δημοκρατίας», «έτοιμη να θυσιαστεί για τη λευτεριά», ψηφίζει τριάντα χρόνια τώρα και θα ψηφίζει εσαεί τη σκλαβιά στην παπανδρεϊκή ασυδοσία, στο πιο εξευτελιστικό του πολίτη και της δημοκρατίας φεουδαρχικό σουλτανάτο. Αν κατόρθωσε κάτι εντυπωσιακό ο παπανδρεϊσμός στην Ελλάδα, είναι η απίστευτη σε έκταση εξηλιθίωση μεγάλων πληθυσμικών ομάδων: Οσο και αν επιχειρηματολογήσει κανείς μοιάζει μάταιο – η λογική σκέψη και κρίση δεν λειτουργούν. Η τραγική για τη χώρα φιγούρα του μειονεκτικού ηγέτη είναι ακόμα ανεκτή, ο λαός καταπίνει όποιον εξευτελισμό και αν του σερβίρουν έντεχνα.

Δεν υπάρχουν καλές και κακές χρονιές, ο χρόνος είναι μόνο μέτρο: «νόημα ή μέτρον… (λέγομεν) τον χρόνον, ουχ υπόστασιν» – το είχαν καταλάβει ο Αντιφών και ο Κριτόλαος, πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, εμείς μάλλον το αγνοήσαμε. Χάσαμε τη σχέση: τι επομένως να μετρήσει ο χρόνος; Ξέρουμε μόνο τη χρήση και η χρήση γεννάει την ψευδαίσθηση της διάρκειας, της μόνιμης κατοχής. Οσο ευφραντικότερος ο πρωτογονισμός της ηδονής, με κορυφαία τα παραισθησιογόνα της εξουσίας, τόσο βαθύτερος ο βυθισμός στον αυτεξευτελισμό της ιταμότητας. Ο καταληκτήριος λόγος του ολίγιστου κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού στη Βουλή (κοντεύει μήνας τώρα) θα ’πρεπε να διασωθεί για να θυμίζει στους ανθρωπολόγους των επόμενων αιώνων σε ποια έσχατη αλλοτρίωση και εξευτελισμό έφθασε το κάποτε Γένος των Ελλήνων.

Να προσθέσουμε κάτι, ίσως δύσληπτο για τη νοητική εμβέλεια των συνεπαρμένων από τα ακκίσματα (και τις πομπές) του παπανδρεϊκού στον δύσμοιρο τόπο μας τσίρκου: Ο χρόνος μετράει τη σχέση, μετράει και την αποτυχία της σχέσης. Οταν κατορθώνεται η σχέση, γευόμαστε την ελευθερία από τη μέτρηση, την εμπειρία του «νυν» ως απεριόριστης διάρκειας: Διαβάζουμε τον Αριστοτέλη και είναι σύγχρονος, ακούμε τον Μότσαρτ και τον ψηλαφούμε υπαρκτόν πάντα ανάμεσά μας. Ο,τι ονομάζουμε «ποιότητα» της ζωής, ευαισθησία που τη γεννάει η καλλιέργεια, είναι κάποιες διαστατές απουσίες, για μας υπαρκτές μέσα από τη μετοχή μας στις σχέσεις κοινωνικής συνοχής που υπηρετεί το έργο τους.

Το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, του Τσαρούχη, του Πικιώνη, του Καβάφη ιδρύει για τον καθένα μας σχέσεις πάντοτε επίκαιρες, ακατάλυτες από τον χρόνο. Γιατί το έργο τους υπηρετούσε κάτι που ήξεραν ότι τους ξεπερνάει: το «εμείς», όχι το «εγώ», την πατρίδα, όχι το συμφέρον της συντεχνίας. Η σχέση είναι στους αντίποδες της χρήσης, της ιδιοποίησης, της ιδιοτέλειας. Προϋποθέτει η σχέση την παραίτηση από το εγώ, την αυθυπέρβαση, την ανιδιοτέλεια. Γι’ αυτό και νικάει τον χρόνο. Τα άτομα πεθαίνουν, οι σχέσεις διαρκούν.

Στα σχολειά κάποτε αναστρεφόμασταν τους ήρωες και τους ευεργέτες – τους κορυφαίους της αυταπάρνησης. Τα ονόματά τους και το έργο τους σάρκωναν την οικειότητα της «πατρίδας». Καθόλου τυχαία η πασοκική λοιμική (που οργανικό της κομμάτι, αδιαφοροποίητο, είναι και η Ν.Δ.) εξάλειψε από την παιδεία κάθε σχέση με τους υπαρκτούς: τους ήρωες και τους ευεργέτες. Επέβαλαν τη λατρεία της χρήσης, όχι της σχέσης. Τη χρησιμότητα, όχι τη χαρά της κοινωνίας. (Συμπλέουν σήμερα ακόμα και οι αξιωματούχοι της «επικρατούσας θρησκείας»: συνεπαρμένοι από τη χρησιμοθηρία «προνοιακού έργου», ανυποψίαστοι για την ίδια την «εκκλησιαστική» τους ταυτότητα).

Οταν η πολιτική είναι άθλημα ανιδιοτέλειας, αυταπάρνησης, αυτοπροσφοράς, τότε ιδρύει σχέσεις ακατάλυτες από τον χρόνο: το γεγονός της κοινωνίας που δωρίζει ποιότητα ζωής, τη χαρά της συνύπαρξης, τη δυναμική της καλλιέργειας – πράγματα «πολυτίμητα». Οταν παγιδεύεται στη χρήση η πολιτική, σκιαμαχώντας για εντυπωσιασμό «διάρκειας», συμπαρασύρει και τους χρήστες της στον αφανισμό από το πεδίο των σχέσεων. Παράγει πολιτικούς μιας χρήσεως, εφήμερης φήμης: Παπαρήγα μιας χρήσεως, Αλαβάνο μιας χρήσεως συνοπτικά παροδικής, Παπανδρέου, Μητσοτάκηδες, Καραμανλήδες, διάττοντες ανυποψίαστους για την καθαρτήρια δυναμική του χρόνου. Του χρόνου που λιχνίζει το σιτάρι, σκορπίζει στη λήθη το άχυρο.

Αμποτε στην καινούργια χρονιά να γρηγορέψει το ανεμοσκόρπισμά τους. Να μην προλάβει η αρρωστημένη τους ιδιοτέλεια, μικρονοϊκή και τυφλή, να βλάψει περισσότερο τη συνύπαρξή μας. Αν δεν είναι κιόλας πολύ αργά.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

«Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;»

Posted on Δεκέμβριος 13, 2010. Filed under: Γιανναράς Χρήστος |

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 12/12/2010

Στην «Κ» της περασμένης Κυριακής, 5/12/2010, ο κ. Ευθ.-Φοίβος Παναγιωτίδης, επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, τόλμησε να θέσει το ερώτημα: «Ξέρει ο πρωθυπουργός (Γ. Α. Παπανδρέου) ελληνικά;». Αφορμή για το δημοσίευμά του αποτέλεσε κείμενο του Στάθη της «Ελευθεροτυπίας» και, συγκεκριμένα, η φράση: «Ο εντολοδόχος της τρόικας πρωθυπουργός Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη “πατριώτης” σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Ο κ. Ε.-Φ.Π. δικαιολογεί το ενδιαφέρον του για το θέμα με το σκεπτικό ότι: «Αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας… αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει, ανεξαιρέτως, βάθος σκέψης και ικανότητα για συνθετική συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι (της χώρας) κάποιον που γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις;».

Αποκρούει ο κ. Ε.-Φ.Π. τον «ισχυρισμό κάποιων» ότι «οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πηγάζουν από το γεγονός ότι τα ελληνικά δεν είναι μητρική του γλώσσα». Βέβαια η μητέρα του είναι Αμερικανίδα, αλλά ο πατέρας του, κατά τον αρθρογράφο, αποκλείεται να απευθυνόταν στο παιδί του αποκλειστικώς στα αγγλικά, «δεδομένου και των αγγλικών του Ανδρέα». Επιπλέον (το κυριότερο) και τα αγγλικά ο σημερινός πρωθυπουργός δεν τα μιλάει καθόλου με την άνεση μητρικής γλώσσας, «επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει, κάνει σαρδάμ».

Ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Κύπρου δεν καταλήγει σε συμπέρασμα. Δηλώνει απλώς τι «υποψιάζεται»: Οτι η δυσγλωσσία του Γ. Α. Παπανδρέου οφείλεται σε «γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση», που διαφέρει από τη «γλωσσική ικανότητα». Αλλο η γλωσσική ικανότητα, άλλο η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας. Με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη, χωρίς να διακινδυνεύει υπεύθυνη άποψη. Δεν είναι ο πρώτος. Κανένας ώς τώρα από τους έγκυρους και επιφανείς ομοτέχνους του ή και ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και οποιοσδήποτε σεβαστός για τη δημόσια εικόνα του πολίτη, δεν έχει τολμήσει να ψελλίσει αναφορά στο εξόφθαλμο πρόβλημα.

Σίγουρα η ανεπάρκεια γλωσσικής εκφραστικής δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με νοητική υστέρηση και πολιτική ανικανότητα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν διακρίθηκε ως ρήτορας και η δυσκολία του με τις ξένες γλώσσες έμεινε παροιμιώδης. Ομως ο λόγος του ήταν στέρεος, λογικά τετράγωνος, συχνά οι αφορισμοί του είχαν ενεργότερο αποτέλεσμα από αγορεύσεις συναρπαστικών ρητόρων. Κάτι ανάλογο έλεγαν οι παλαιότεροι και για τον σοφό της πολιτικής Θεμιστοκλή Σοφούλη. Αντίθετα, ο εκπληκτικός σε ωριμότητα και σε ουσιαστικό περιεχόμενο ελληνοκεντρικός λόγος του Αντώνη Τρίτση ή του Κύπριου Ανδρέα Χριστοφίδη συνοδευόταν από μια παραλυτική πολιτική ανεπιτηδειότητα που ξάφνιαζε.

Το πρόβλημα που τίθεται στην περίπτωση του σημερινού πρωθυπουργού δεν είναι ούτε θετικά ούτε αντιθετικά ανάλογο. Δεν έχει καν σχέση με το ευρύτερο (κυρίαρχο σήμερα) φαινόμενο υποκατάστασης του πολιτικού λόγου από μιαν επιδέξια κενολογία, που εντυπωσιάζει ως ροή λέξεων χωρίς να συνιστά και ροή νοημάτων. Ο ευφυέστατος μάστορας αυτού του είδους είναι ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ολιγονοϊκή απομίμησή του ο λόγος της κ. Ντόρας Μητσοτάκη. Οι μετερχόμενοι το είδος μιλούν ακατάσχετα, με εντυπωσιακό λεξιλόγιο, πληθωρική εκφραστική, φυσιογνωμική ή χειρονομιών, διατυπώνοντας ασήμαντες κοινοτοπίες, ακροβατικές επιδείξεις σοβαροφανών εφέ.

Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο. Ανακαλεί αμέσως, στον κάποιας καλλιέργειας ακροατή, το σοφό απόσταγμα της εμπειρίας ότι «άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη». Σίγουρα σκεπτόμαστε με τη γλώσσα, η γλώσσα «σημαίνει» την πραγματικότητα: όχι μόνο παραπέμπει στο σημαινόμενο, αλλά το καθιστά «νόημα», το ορίζει και ορίζοντάς το το φανερώνει – είναι «αποφαντική» της πραγματικότητας η λειτουργία της γλώσσας. Και στον σημερινό πρωθυπουργό μας αυτή η σχέση γλώσσας και νόησης, γλώσσας και πραγματικότητας, μοιάζει εξαιρετικά υποτονική, ωσάν η ικανότητα της σκέψης να μην επαρκεί για την ανταπόκριση στην πραγματικότητα. Τα ακραία παραδείγματα φωτίζουν τη συνολική εικόνα: Δεν καταλαβαίνει ότι φράσεις όπως «είμαι πολύ συγκινημένος», είναι κωμικό να τις διαβάζει από το χαρτί που του έχουν ετοιμάσει. ΄Η ότι μόνο οι αφελείς αστοιχείωτοι σπεύδουν να χρησιμοποιήσουν, για επίδειξη «μόρφωσης», εκφράσεις που δεν ελέγχουν τη σημασία τους (: «μηδέν εις το πηλίκον», «εξ απαλών ονύχων» κ.λπ.).

Καθρέφτης της νοητικής επάρκειας είναι, συνήθως, το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού, το χαμόγελο που είναι μόνο σύσπαση και καθόλου φωτισμός του προσώπου, ακυρώνουν ακόμα και την πιθανή οξύνοια, το τάνυσμα των ευγενέστερων προθέσεων. Και όταν από αυτή τη φυσική μειονεξία απαιτούν οι συντάκτες των προεδρικών ρητορευμάτων την ηγεμονική χρήση πρώτου ενικού προσώπου («δεν θα επιτρέψω», «θα κάνω, «θα δείξω»), το αποτέλεσμα είναι, κυριολεκτικά, ευτράπελο.

Ομως εμείς σήμερα, οι ελληνώνυμοι κάτοικοι του βαλκανικού νότου, δίχως την παραμικρή πια ικανότητα αξιολόγησης ποιοτήτων και συνείδησης ευθυνών, αναθέτουμε στον πρώτο τυχόντα (χωρίς υπερβολή) φορέα φανταχτερού ονόματος να διαχειριστεί, όχι απλώς την οικονομική μας επιβίωση, την ελευθερία ή την υποδούλωσή μας, αλλά και θησαυρίσματα παναθρώπινης σημασίας και σπουδαιότητας: Αν θα επιβιώσει ζωντανή η γλώσσα (το βιωματικό φορτίο των λέξεων και η συντακτική ευγλωττία) του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μελωδού Ρωμανού, αν θα σωθεί ως μέτρο και στόχος της ανθρώπινης συνύπαρξης η αθηναϊκή δημοκρατία και η ελληνορωμαϊκή οικουμένη, αν η θάλασσα και το αρχιπέλαγος του Αιγαίου, που κάποτε γέννησαν την κριτική σκέψη και την αποκαλυπτική Τέχνη, θα παραδοθούν ή όχι στον βιασμό και στην ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων.

Αλλοίμονο, είναι αδύνατο να υπάρξει Δικαστήριο Εγκλημάτων κατά της Ανθρωπότητας για να δικάσει τους ελλαδίτες πρωθυπουργούς που απεμπόλησαν το Αιγαίο, επέβαλαν τη μονοτονική γραφή της γλώσσας, τον οικιστικό εκβαρβαρισμό της χώρας, παζαρεύουν για ψήφους τη Θράκη, έστησαν στη σκιά του Παρθενώνα τη νεοπλουτίστικη γυφτιά του κ. Τσουμί.

Και σκοτώνουν κάθε μέρα το τελευταίο απομεινάρι ελληνικότητας: τη γλώσσα.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η ακαταμάχητη δυναμική της ποιότητας

Posted on Νοέμβριος 22, 2010. Filed under: Γιανναράς Χρήστος |

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 21-11-10

Υπάρχει ενδεχόμενο να βγούμε από την κρίση; Η λογική λέει όχι. Οταν κάποιος χρωστάει ολόκληρο το ετήσιο εισόδημά του και μισό παραπάνω (το 150% των εισοδημάτων κάθε χρόνου) επί τρία, δεν υπάρχει λογική ή τέχνασμα που να του εξασφαλίζει την αποπληρωμή του χρέους του συν τη συντήρησή του.

Αυτό λένε η λογική και τα νούμερα. Ομως ο πολιτικός λόγος δεν μιλάει για αδιέξοδο, η αναφορά στο αδιέξοδο απουσιάζει εντελώς, και το «εντελώς» στην περίπτωση αυτή γεννάει φόβο. Ο πρωθυπουργός περίπου βεβαιώνει ότι σε δύο χρόνια θα έχουμε ξελασπώσει. Η αξιωματική αντιπολίτευση φέρεται να είπε ότι χωρίς «μνημόνιο» έφτανε ένας χρόνος για την ανάκαμψη. Οι υπόλοιποι (παλαιοημερολογίτες και ρετάλια) ρητορεύουν μόνο για δικαιώματα των «εργαζομένων», ακόμα και των χρυσαμειβόμενων «ρετιρέ» της ευνοιοκρατίας.

Η επαγγελματική ενασχόληση με την πολιτική, είναι κλινικά βεβαιωμένο, συνεπάγεται την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα – ψυχιατρικό, όχι συμπεριφορικό σύμπτωμα. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις ακραίου συνειδητού αμοραλισμού, όπως η προεκλογική (το 2009) διαβεβαίωση ότι «λεφτά υπάρχουν». Συνεχίζουν σήμερα την εγκληματική εξαπάτηση των πολιτών τα κυβερνητικά κανάλια πρακτορεύοντας πληθωρικά επαίνους και συγχαρητήρια των επιτηρητών της οικονομίας μας για τις επιτυχίες του πρωθυπουργού και των αυλικών του. Ωσάν να απέχουμε πλέον ελάχιστα από την έξοδο στη σωτηρία.

Η ελλαδική κοινωνία έχει τραγικά χαμηλό δείκτη κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Σώζει όμως, κατά καιρούς, ενστικτώδη αντανακλαστικά αυτοάμυνας. Αυτά τα απροσδόκητα αντανακλαστικά οδήγησαν και στην πρωτοφανή (αν και όχι ικανή να αποδομήσει το εξαχρειωμένο πολιτικό σύστημα) αποχή από την κάλπη στις 7 και στις 14.11.2010. Εφτασε η αποχή σε ποσοστά που ξεπερνάνε κατά πολύ αριθμητικά τη μερίδα των ψηφοφόρων με απροκατάληπτη σκέψη και κρίση. Αλλά αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος της «μαγιάς» των καλλιεργημένων: ζυμώνουν το φύραμα «ανεπαισθήτως». Κάποιοι άγνωστοι νόμοι επενεργούν και οι ελάχιστοι αριθμητικά οδηγούν τους πολλούς. Οχι σε διανοητικές επιγνώσεις. Σε ενστικτώδη σοφία αυτοάμυνας.

Στη «μαγιά» αυτή προστίθεται, χωρίς να το ξέρει, κάθε πολίτης που αφυπνίζεται από τη νάρκη της συμφεροντολογικής ή μόνο ψυχολογικής ένταξης σε κομματικό ποιμνιοστάσιο. Πέφτουν τα λέπια από τα μάτια του και αρχίζει να βλέπει: Την ψυχανωμαλία της χαμένης επαφής με την πραγματικότητα ή τη συνειδητή στρέβλωσή της. Την ανήθικη ψευδολογία. Την εγκληματική ιδιοτέλεια. Την παχυδερμική αναισθησία. Τη θλιβερή αμβλύνοια που γεννάει ο αυτευνουχισμός της κομματικής ένταξης.

Για τη «μαγιά» των πολιτών που διαθέτουν σκέψη και κρίση είναι παρανοϊκό σήμερα να αισιοδοξούν. Είναι λογικό να πνίγονται από την οργή, τον θυμό του απελπισμένου. Και να φοβούνται. Ξέρουν πως ούτε η οικονομία «μαζεύεται» από μαθητευόμενους μάγους σε ρόλο jeune premier, ούτε περιθώρια υπάρχουν σήμερα για λαϊκές εξεγέρσεις. Το νομοτελειακά πιθανότερο είναι η έκρηξη των ανέργων, των μεταναστών, της φτωχολογιάς. Ζούγκλα βίας, ίσως και αίμα.

Φυσικό να νιώθουμε τελείως αδύναμοι μπροστά στα επερχόμενα. Να γαντζωνόμαστε στην προσδοκία μήπως και αναφανεί κάποιος απροσδόκητος μπροστάρης, κόμμα ή καινούργιος αρχηγός στα σαπισμένα «εξουσίας» – αμείλικτος μεταρρυθμιστής. Αλλά ο ρόλος και η δυναμική της «μαγιάς» δεν είναι η παθητική αναμονή. Ενεργεί δραστικά ο πολίτης έστω και μόνο με την επίγνωση ότι οι λίγοι συνειδητοποιημένοι οδηγούν τους πολλούς. Οχι σε διανοητικές επιγνώσεις. Σε ενστικτώδη σοφία αυτοάμυνας.

Ξεκάθαρα κριτήρια, ασυμβίβαστες διακρίσεις ποιότητας, απροκατάληπτες αποτιμήσεις αξίας. Είναι γεννήματα της σκέψης και της κρίσης λίγων, αλλά αξιοποιούνται με απρόβλεπτη δυναμική από το ένστικτο των πολλών. Το απίστευτο ποσοστό οργισμένης αποχής στις πρόσφατες εκλογές Τ.Α. δεν το προκάλεσε καμιά μεθόδευση, προπαγάνδα, συνθηματολογία. Το δίδυμο Κακλαμάνη – Ψινάκη, η κραυγαλέα ανεπάρκεια Κικίλια, η αναιδής πρόκληση της σύνθεσης του ψηφοδελτίου Γκιουλέκα δεν καταγγέλθηκαν με αναλυτική επιχειρηματολογία, δεν φάνηκε να κατανοούν ούτε καν οι αντίπαλοί τους γιατί και στις τρεις αυτές περιπτώσεις η προσβολή της νοημοσύνης, της αξιοπρέπειας, του ήθους ήταν ανυπόφορο για τον πολίτη. Το συνειδητοποίησε η «μαγιά» και οδήγησε το ένστικτο των πολλών.

Να διδαχθεί, λοιπόν, και από την πρόσφατη εμπειρία ο πολίτης ότι δεν είναι αδύναμος. Αυτό που αμερόληπτα και με ασυμβίβαστη αυστηρότητα συνειδητοποιεί, το ελεύθερο, ανυπότακτο στην ιδιοτέλεια φρόνημά του, η υπεύθυνη κρίση του, είναι η γονιμότερη αγωνιστική προσφορά του στα κοινά. Και οφείλει να την καταθέτει σε κάθε κοινωνική αναστροφή. Ηρεμα, νηφάλια, απερίφραστα. Οχι για να μεταπείσει κανέναν, όχι για να προπαγανδίσει τις εκτιμήσεις του. Μόνο για να ακουστεί η ανιδιοτελής μαρτυρία, να εγκεντρισθεί στην απρόβλεπτη δυναμική της επικοινωνίας. Και να συντηρείται στη μνήμη η ενάργεια των εμπειρικών πιστοποιήσεων.

Είναι σπέρμα ελπίδας, με απρόβλεπτη κοινωνική δυναμική, κάποιοι να θυμούνται. Να μην ξεχαστεί ποτέ, σε οποιεσδήποτε συνθήκες, η σημαδιακή «διακαναλική» συνέντευξη του πρωθυπουργού Γ. Α. Παπανδρέου, στις 25.10.2010: σε ποια έκπτωση διανοητικής στάθμης έφτασε ο πολιτικός βίος της χώρας. Να μην ξεχαστεί η προσβλητική της νοημοσύνης των πολιτών εικόνα, ο ανθρωπολογικός τύπος «νάνου τανυόμενου επ’ άκρων ονύχων». Να ηχούν πάντοτε στα αυτιά κάποιων Ελλήνων οι σολοικισμοί, οι βαρβαρισμοί, η επίδειξη αμάθειας («μηδέν στο πηλήκιο») του διαχειριστή της ιστορίας των Ελλήνων σήμερα. Κάποιοι να θυμούνται πάντα τους όρους του «Μνημονίου» που υπέγραψε ο πρωθυπουργός, όρους που μόνο φεουδάρχες επέβαλλαν άλλοτε σε δουλοπάροικους.

Η «μαγιά» της ανθρώπινης ποιότητας στην ελληνίδα γη να μην ξεχάσει ποτέ ότι ο Αντώνης Σαμαράς επέλεξε (ηγετική του επιλογή) να ζητήσει την ψήφο μας για Κακλαμάνη και Ψινάκη, για Κικίλια και Ψωμιάδη. Να μην πάψουν ποτέ να διερωτώνται κάποιοι Ελληνες για τα κριτήρια αξιολόγησης της ανθρώπινης ποιότητας, κριτήρια συμβιβασμού ή αυταπαρνητικής αντίστασης σε κομματικές σκοπιμότητες, που διέσωσε ο εγγονός της Πηνελόπης Δέλτα.

Στο πρόσωπό του, όπως και στο πρόσωπο του αυλικού, της πρωθυπουργικής κουστωδίας, Γερουλάνου, οι μνήμονες Ελληνες μετράνε τις αντοχές επιβίωσης της αρχοντιάς των Μπενάκηδων. Νοσταλγικού μέτρου φιλοπατρίας.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Πώς να αλλάξουμε τη ρότα;

Posted on Οκτώβριος 25, 2010. Filed under: Γιανναράς Χρήστος, Οικονομική κρίση, Πολιτική |

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 24/10/2010

Σε ποια χέρια βρίσκεται η χρεοκοπημένη οικονομία της χώρας, ποιος διαχειρίζεται την ελπίδα ανάκαμψης, την προσπάθεια εξόδου από τη δεδομένη, μη διακηρυγμένη πτώχευση; Η τηλεοπτική εμφάνιση του υπουργού Οικονομίας, τη Δευτέρα 11 Οκτωβρίου στους «Νέους Φακέλους», έθετε το ερώτημα με αγχώδη ένταση.

Εικόνα αιφνιδιασμένου μαθητή σε προφορική εξέταση, πολύ μέτριου μαθητή. Που χάνει τα λόγια του, απαντάει άλλα αντ’ άλλων. Ταραγμένος, κομπιάζοντας, ενοχλημένος που εκτίθεται δημόσια. Ανίκανος έστω να υπεκφύγει, να αποφύγει με ετοιμόλογη δεξιότητα την αποκάλυψη των αδυναμιών του.

Εικόνα, περισσότερο, μικρομεσαίου κομματικού στελέχους σε επαρχιακή (πολύ επαρχιακή) οργάνωση «βάσης». Και επιστράτευε ύφος υπουργικής αυτονόητης υπεροχής, σε κωμική αντίθεση προς τη χαλαρή, ήρεμη βεβαιότητα των διάσημων στον διθενή στίβο συνομιλητών του. Δεν καταλάβαινε ότι έτσι ανέδειχνε απροκάλυπτα συμπλεγματική τη συμπεριφορά του.

Εικόνα, προπαντός, θλιβερής ανθρώπινης αλλοτρίωσης: Ατομο καταξιωμένο με δημόσιες ευθύνες, τιμές, προβολή, όμως ανίκανο να συζητήσει πρόβλημα, να παραδεχθεί πρόβλημα, να αποπαγιδευτεί από τη μονότροπη κομματική απολογητική.

Αδύνατο να αναμετρηθεί με ερωτήματα, να συγκροτήσει επιχείρημα, να τεκμηριώσει τον λόγο του. Πάλευε σπασμωδικά μόνο να υπερασπίσει την κυβέρνηση με παιδαριώδεις γενικολογίες, επαναλήψεις, πάλι και πάλι, λαϊκίστικων στερεοτύπων: «Εχουμε κάνει βήματα, δεν έχουν γίνει όλα». Και την ευθύνη για όλα, ολόκληρη, την έχουν οι κομματικοί του αντίπαλοι.

Απέναντί του τα δύο σαΐνια, οι Αμερικανοί οικονομολόγοι – άκρως διακριτικοί στην ευγενική τους συγκατάβαση γι’ αυτόν τον υπουργό Οικονομικών που έμοιαζε να σκέπτεται με κασέτα παραταξιακής πειθαρχίας. Ισως να είχαν υποθέσει ότι η συζήτηση με στέλεχος κόμματος «σοσιαλιστικού» θα τους στρίμωχνε σε απαιτήσεις για προτεραιότητες κοινωνικού κράτους, σχέσεων κοινωνίας, στόχων κοινωνικής συνοχής. Ενώ αυτός, αξιολύπητος, χτυπιόταν για να αποδείξει ότι η κυβέρνησή του είναι συνεπέστατα πειθαρχημένη στις εντολές των επιτρόπων της «ελεύθερης αγοράς». Η φυσιογνωμική έκφραση των συνομιλητών του πρόδιδε, μαζί με τη συγκατάβαση, και απορία: Πειθαρχικότερον υπήκοο και θιασώστη του αχαλίνωτου καπιταλισμού από αυτόν τον «σοσιαλιστή» υπουργό, δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν.

Σίγουρα, ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό ψηφοφόρων στην Ελλάδα δεν αντιλαμβάνεται ούτε την κραυγαλέα ανεπάρκεια του πρωτόπειρου υπουργού Οικονομικών ούτε την αντίφαση κόμματος «σοσιαλιστικού» να ασκεί πολιτική αχαλίνωτου καπιταλισμού. Καταπίνουν οι ψηφοφόροι απερίσκεπτα τη δικαιολογία ότι «δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, μια χρεοκοπημένη χώρα, έρμαιο των δανειστών της, είναι αναπότρεπτα υπόδουλη στους όρους που επιβάλλει το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα».

Σαθρή η δικαιολογία. Δεν χρεοκόπησε η χώρα από το κόστος του κοινωνικού κράτους, δεν «τα φάγαμε όλοι μαζί», όπως θέλει να υποκρίνεται ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Η χώρα πνίγηκε στον υπέρμετρο δανεισμό που αποτόλμησαν αμοραλιστές πολιτικοί, για να εξαγοράσουν με εξωφρενικές παροχές και διορισμούς την ψήφο των πολιτών, την κραιπαλική ηδονή της εξουσίας. Το κράτος πτώχευσε, γιατί η οικονομία του καταληστεύθηκε διαδοχικά από το πράσινο, το γαλάζιο, πάλι από το πράσινο και πάλι από το γαλάζιο κομματικό κράτος. Αν το «σοσιαλιστικό» κόμμα ήθελε να πάψει να εμπαίζει την ελληνική κοινωνία με τον τίτλο του, μπορούσε να αποστασιοποιηθεί τίμια από την κλεπτοκρατία: Να διαλύσει το πράσινο κομματικό κράτος, το παρακράτος των πρασινοφρουρών και να ξαναστήσει στη χώρα θεσμούς κοινωνικού κράτους.

Να θεσμοθετήσει χωρισμό του κράτους από την κυβέρνηση, την κάθε κυβέρνηση, να αυτονομηθεί η κρατική λειτουργία από την κομματική ιδιοτέλεια, να εφαρμόζουν οι κρατικοί λειτουργοί το ξεχωριστό κάθε κυβέρνησης πολιτικό πρόγραμμα, αλλά για να υπηρετήσουν την κοινωνία, όχι την επανεκλογή του κυβερνώντος κόμματος. Και αυτή η (αυτονόητη στη δημοκρατία) κοινωνικοποίηση του κράτους να εξασφαλιστεί με θεσμικές εγγυήσεις αξιοκρατίας, καταξίωσης της ανθρώπινης ποιότητας, της δημιουργικότητας, της άμιλλας.

Ποιος εμπόδισε το «σοσιαλιστικό» κόμμα να είναι συνεπές με τις επαγγελίες του τίτλου του; Ποιος εμπόδισε το αντίπαλο στη διεκδίκηση της εξουσίας κόμμα να φιλοδοξήσει ταυτότητα και επωνυμία κόμματος «λαϊκού»; Η χρεοκοπία και ο διεθνής εξευτελισμός της Ελλάδας σήμερα έχει μία και μοναδική αιτία, ολοφάνερη και αδιαμφισβήτητη: την υποκατάσταση του κράτους από το κομματικό κράτος, την υποταγή της κοινωνίας στον ζυγό της κομματοκρατίας.

Αναπόφευκτα τραυλίζει ή γενικολογεί ανόητα ο υπουργός Οικονομίας αντιμέτωπος με τα ερωτήματα του Αλέξη Παπαχελά. «Πώς ξαναβάζουμε τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης»; Μα είναι περισσότερο από φανερό ότι τον υπουργό Οικονομίας και τον προκλητικής ανεπάρκειας πρωθυπουργό του δεν τους ενδιαφέρει η χώρα και η επανεύρεση αναπτυξιακής δυναμικής. Το μόνο που τους κόφτει είναι να περισώσουν αταλάντευτη, ακόμα και μέσα στην καταστροφή, την κομματοκρατία, να κερδίσει χρόνο εξουσίας η συντεχνία τους. Η καταιγιστική κενολογία προπαγάνδας, η μικρονοϊκή αυθυπεράσπιση που ακατάπαυστα αναμηρυκάζουν (από τα κατακίτρινης δημοσιογραφίας κρατικά κανάλια) αυτό βεβαιώνει.

Για να βάλουμε τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης πρέπει να υπάρχει κράτος που να λειτουργεί. Για να λειτουργήσει το κράτος πρέπει να παταχθεί θεσμικά ο βιασμός του κοινωνικού σώματος από τον ασύδοτο συνδικαλισμό. Και τότε να οργανωθεί τεκμηριωμένα απροκατάληπτη αξιολογική κρίση της δημοσιοϋπαλληλίας. Με απολύσεις των περιττών, των ανίκανων, των φαύλων. Αλλά και επιτελικά σχεδιασμένη, με καθολική κοινωνική συνέγερση συντονισμένη, τη θετική, αναπτυξιακή απορρόφηση του σοκ των απολύσεων. Υπάρχουν στρατηγικές για τέτοια απορρόφηση, υπάρχουν και μυαλά για να τις οργανώσουν. Η ανασύνταξη του κράτους είναι αντιφατικό να επιδιωχθεί με άγονες θυσίες, με ευνουχισμό της δημιουργικότητας πλήθους ανθρώπων.

Επειδή τα κόμματα ταύτισαν τον διορισμό με το ρουσφέτι, ταυτίστηκε και η απόλυση με τον διωγμό, την τιμωρία. Αλλά το να λειτουργήσει παραγωγικά το κράτος με σωστή στελέχωση θα είναι για όλους μέγα καλό, ζωτική κοινωνική κατάκτηση. Και αυτή την κατάκτηση είναι αδύνατο να την καταλάβουν, να τη σχεδιάσουν, να την πραγματοποιήσουν τα κόμματα του σημερινού φαύλου πολιτικού συστήματος.

Λύση που να απελευθερώνει τη χώρα από την κομματοκρατία, δηλαδή την τυραννία και την υπανάπτυξη, μπορούμε να βρούμε; Κάποτε απειλή για τη δημοκρατία ήταν η αυθαιρεσία του λοχία. Τώρα την κατάλυση της δημοκρατίας τη σαρκώνουν τα κόμματα. Ποια είναι η λύση;

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( 1 so far )

Η παιδεία: καταλύτης για την ανάκαμψη

Posted on Απρίλιος 26, 2010. Filed under: Γιανναράς Χρήστος, Uncategorized |

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/04/2010

H σημερινή υπουργός Παιδείας είναι μάλλον από τις ευφυέστερες παρουσίες στο πεδίο της επαγγελματικής πολιτικής. Αποκλείεται να μην καταλαβαίνει τη λογική που συναρθρώνει αλυσιδωτά τα προβλήματα και τις λύσεις των προβλημάτων στον χώρο των αρμοδιοτήτων της.

Αποκλείεται να μην καταλαβαίνει ότι το πρόβλημα-σκάνδαλο του διαβόητου «πανεπιστημιακού ασύλου» είναι αδύνατο να λυθεί, αν δεν αλλάξει ο τρόπος εκλογής πρυτάνεων – αν δεν απεξαρτηθεί η εκλογή πρυτανικών αρχών από την ψήφο των κομματικών νεολαιών. Αποκλείεται να αναβαθμισθούν τα ελλαδικά πανεπιστήμια, αν δεν επανακριθεί-επαναξιολογηθεί, στο σύνολό του, το διδακτικό – ερευνητικό προσωπικό με κριτήριο τις επιστημονικές του δημοσιεύσεις σε περιοδικά ή εκδοτικούς οίκους διεθνούς εγκυρότητας.

Τα δύο παραδείγματα είναι απλώς ενδεικτικά της λογικής (προφανέστατης) που συναρθρώνει αλυσιδωτά τα προβλήματα με τις λύσεις ασυναφών φαινομενικά προβλημάτων στο υπουργείο Παιδείας. Αγνόησαν αυτή τη λογική ευφυέστατοι και με ηγετικές φιλοδοξίες προκάτοχοι του θώκου της σημερινής υπουργού: ο Αντώνης Τρίτσης, ο Γεράσιμος Αρσένης, και το πλήρωσαν με οριστική πολιτική συντριβή. Το ίδιο σφάλμα μεγέθυνε την πολιτική ασημαντότητα και εξέθεσε ανεπανόρθωτα καλοπροαίρετους υπουργούς – Γιωργάκη Παπανδρέου, Πέτρο Ευθυμίου, Μαριέττα Γιαννάκου, Αρη Σπηλιωτόπουλο. Το υπουργείο Παιδείας είναι δοκιμαστήριο αδυσώπητο και ανελέητο της ανθρώπινης ποιότητας, της φυσικής ευφυΐας, του πολιτικού ταλέντου.

Αποπειράται τώρα η Αννα Διαμαντοπούλου το στοιχειώδες και καίριο που οι προγενέστεροί της δεν αποτόλμησαν: Να αποκαταστήσει ποιοτικό έλεγχο και αξιολόγηση της δουλειάς των εκπαιδευτικών, ύστερα από εικοσιοχτώ χρόνια απόλυτης ασυδοσίας, ανεξέλεγκτου «μπάχαλου» που έχει εδραιωθεί ως αυτονόητο «κεκτημένο». Και οι εκπαιδευτικοί αρνούνται και απειλούν. Οπως αρνούνται, στο όνομα των μελλοντικών συναδέλφων τους (φουτουρολογικός συνδικαλισμός πέρα κι από τον παραλογισμό) και κάθε προϋπόθεση παιδαγωγικής εξειδίκευσης για τον διορισμό στην εκπαίδευση. Το λογικοφανές επιχείρημά τους είναι: ποιος θα τους κρίνει και αξιολογήσει για τη δουλειά τους ή για την παιδαγωγική τους προετοιμασία, όταν κάθε διοικητική αρμοδιότητα στον χώρο της Παιδείας, εδώ και εικοσιοχτώ χρόνια, ασκείται μόνο και αποκλειστικά από αυλόδουλους του εκάστοτε κομματικού κράτους;

Κομματικοποιημένος ώς την πιο αυτεξευτελιστική υπερβολή ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός τρέμει οποιοδήποτε ενδεχόμενο αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, ακριβώς επειδή έχει επίγνωση της φαυλεπίφαυλης αθλιότητας του κομματισμού. Ξέρει ότι η αξιολόγηση θα γίνει το πρόσχημα για να εναλλάσσεται στην εκπαίδευση η κυριαρχία του εκάστοτε κομματικού κράτους. Εικοσιοχτώ χρόνια τώρα η κάθε κυβέρνηση διορίζει τους δικούς της γυμνασιάρχες, λυκειάρχες, διευθυντές εκπαίδευσης σε επίπεδο Νομαρχίας, διευθυντές σε επίπεδο Περιφέρειας. Με την «αξιολόγηση» θα επεκταθεί ο έλεγχος του κάθε κομματικού κράτους σε κάθε εκπαιδευτικό – αυτό ξέρουν και φοβούνται οι ίδιοι οι κομματάνθρωποι του συνδικαλισμού.

Το αγνοεί στον δημόσιο λόγο της η κυρία Διαμαντοπούλου. Και παζαρεύει αντιπροτείνοντας φαιδρότητες: «αυτοαξιολόγηση» των εκπαιδευτικών, προφανώς με υπόδειγμα και μέτρο επιείκειας την κατάργηση της βάσης του 10, που θεσμοθέτησε η υπουργός για την είσοδο στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Ντροπής πράγματα, την ώρα που η χώρα ζει την τραγωδία της πτώχευσης, του εξευτελισμού και της χλεύης σε πλανητικό επίπεδο, κατάφωρο έγκλημα της κομματοκρατίας.

Τα προβλήματα της εκπαίδευσης δεν λύνονται αποσπασματικά, χρειάζεται επιτελική λογική για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Και πρώτη προτεραιότητα, «κλειδί» για να ξαναστηθούν σχολειά και πανεπιστήμια, να λειτουργήσουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις σοβαρότητας και εντιμότητας του εκπαιδευτικού έργου είναι να καταλυθεί η εικοσιοχτάχρονη τυραννία του κομματισμού. Εχει η Αννα Διαμαντοπούλου την ανθρώπινη ποιότητα, τη φυσική ευφυΐα, το πολιτικό ταλέντο να τολμήσει τη ρήξη με αυτή την τυραννία;

Για να ανακάμψει η χώρα από την πτώχευση, τον διεθνή εξευτελισμό, την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας (αντάλλαγμα για την ελεημοσύνη του ΔΝΤ), πρέπει να προηγηθεί απελευθέρωση της κρατικής λειτουργίας από τα άνομα συμφέροντα της κομματοκρατίας. Εστω και παραδειγματικά, σε επιμέρους τομέα. Και ο τομέας κρατικής λειτουργίας που επηρεάζει αμεσότερα την κοινωνική ψυχολογία, είναι η Παιδεία. Αν εξαλειφθεί με συνέπεια από τα σχολειά και τα πανεπιστήμια ο κομματισμός, θα γεννηθεί προβλέψιμη κοινωνική δυναμική πολύ ευρύτερη. Δυναμική ανάσχεσης της αυθαιρεσίας, της ατιμωρησίας, της αργομισθίας, της βάναυσης μετριοκρατίας.

Από τους 180.000 εκπαιδευτικούς (που είναι αριθμός εξωφρενικός για τον πληθυσμό της Ελλάδας) οι 18-20.000 είναι επισήμως αργόσχολοι: αποσπασμένοι για «γραμματειακή υποστήριξη» σε Διευθύνσεις Εκπαίδευσης Νομαρχιών ή Περιφερειών, σε πανεπιστημιακά Τμήματα, σε «πολιτιστικές υπηρεσίες» Δήμων ή Νομαρχιών, σε Μητροπόλεις. Ανεξέλεγκτος ο αριθμός όσων (για πολυποίκιλους λόγους) εργάζονται με εξαιρετικά μειωμένο ωράριο ή των συνδικαλιστών που είναι διά βίου απαλλαγμένοι από κάθε εργασιακή υποχρέωση. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί ανελλιπώς μισθοδοτούμενοι αλλά σε μόνιμη «λευκή απεργία» επειδή «διαφωνούν με το σύστημα»! Δάσκαλοι και καθηγητές «λειτουργικώς αναλφάβητοι»: ανίκανοι να συντάξουν έστω και δύο φράσεις πιστοποιητικού ή υπηρεσιακής αλληλογραφίας (υπολογίζονται σε 9.000 οι δάσκαλοι με αγορασμένα πτυχία, χωρίς φοίτηση, από Παιδαγωγικές Ακαδημίες βαλκανικών χωρών). Θλιβερό αλλά συνεχώς αυξανόμενο και το ποσοσστό εξαρτημένων από ναρκωτικά εκπαιδευτικών, όπως και άλλων με σοβαρά ψυχικά νοσήματα ή με βάναυση και χυδαία συμπεριφορά (γυμνασιάρχης – γυμναστής που κάθε πρωί στην «προσευχή» βρίζει τα παιδιά με σεξουαλικές αισχρολογίες). Χώρια οι εκπαιδευτικοί που εκβιάζουν τους μαθητές τους για «ιδιαίτερα» μαθήματα.

Ολες αυτές οι περιπτώσεις (και πλήθος ανάλογες), ανεξέλεγκτες, ασύδοτες, αχαλίνωτες, έχουν ή κομματική κάλυψη και προστασία ή τη σίγουρη ασυλία που τους προσφέρει η απουσία θεσμών ελέγχου και αξιολόγησης του προσωπικού της εκπαίδευσης. Αν η κυρία Διαμαντοπούλου τολμήσει να συγκροτήσει θεσμικά όργανα αμερόληπτης, ακομμάτιστης, αξιοκρατικής στελέχωσης του διοικητικού μηχανισμού της εκπαίδευσης με ιεραρχική κλιμάκωση ευθυνών, τότε θα την εμπιστευθεί ο εκπαιδευτικός κόσμος και για την άκρως αναγκαία αξιολόγησή του.

Θα την εμπιστευθεί η ελληνική κοινωνία για το ηγετικό της ανάστημα.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Εθνικισμός – διεθνισμός: εισαγόμενοι

Posted on Δεκέμβριος 6, 2009. Filed under: Γιανναράς Χρήστος, Διεθνισμός, Εθνικισμός |


Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/12/2009

Ο εθνικισμός ήταν τυπικό γέννημα και καύχημα του Διαφωτισμού. Σήμερα, στην Ελλάδα της ημιμάθειας και της σύγχυσης, όσοι καμώνονται τον διαφωτιστή και τον προοδευτικό έχουν τη λέξη «εθνικιστής» για βρισιά, για ταπεινωτική προσβολή.

Οι Διαφωτιστές είχαν πιστέψει ότι μπορούσαν τη συνύπαρξη των ανθρώπων, τη συλλογικότητα, να τη βασίσουν όχι πια σε θρησκευτικά ιδεολογήματα, που στοίχισαν αίμα και φρίκη στην Ευρώπη, αλλά σε ορθολογικά εντοπισμένους παράγοντες συνοχής: κοινή καταγωγή, γλώσσα, Ιστορία, έθιμα. Δεν υποψιάστηκαν ποια συνοχή σχέσεων κοινωνίας ενδέχεται να εξασφαλίζει το σέβας του «ιερού», όταν δεν οριοθετείται ιδεολογικά το «ιερό» αλλά συνιστά κοινή «στάση» διαμορφωμένη από πείρα αιώνων: «Στάση» σεβασμού ή δέους για κάποιο «νόημα» της ύπαρξης και των υπαρκτών που λειτουργεί ως άξονας αναφοράς της ευθύνης – ελευθερίας του ανθρώπου και αιτιολογεί την ενεργητική του ετερότητα, επιτρέπει ελπίδα νίκης καταπάνω στο εφήμερο.

Πάντως, ο εθνικισμός του Διαφωτισμού αποδείχθηκε, όπως όλα τα ανθρώπινα, δίκοπος: αφορμή περισσότερων ελευθεριών για το άτομο και πρόξενος ακόμα περισσότερης φρίκης. Για μας τους Ελληνες ήταν και η χαριστική βολή για το ιστορικό μας τέλος: Μας οδήγησε στην ξιπασμένη παραίτηση από την αρχοντιά του κοσμοπολίτη, από τη συνείδηση προτεραιότητας του πολιτισμού, μας βύθισε στη μειονεξία και κακομοιριά του Βαλκάνιου επαρχιώτη, στην ανίατη καθυστέρηση. Οσες αντιστάσεις εμφανίστηκαν (Μακρυγιάννης, Ζαμπέλιος, Παπαδιαμάντης, Ιων Δραγούμης, η Γενιά του ’30) –εκδοχές για την ελληνικότητα ως ενεργό πρόταση «νοήματος», δηλαδή πολιτισμού δίχως εθνικά σύνορα– απέτυχαν ιστορικά, το αποδείχνει η θεσμική συγκρότηση και λειτουργία του ελλαδικού κράτους.

Σήμερα πια εγχωρίως έχει αντιστραφεί ακόμα και η σημασία των λέξεων: Διαφωτιστής στην Ελλάδα θεωρείται ο διεθνιστής και ο εθνικισμός της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας λογαριάζεται οπισθοδρόμηση, αναχρονισμός. Αυτό μάλλον οφείλεται στην παγκόσμια αποκλειστικότητα που έχουν οι Ελλαδίτες να παντρεύουν τα αντιφατικά και ασυμβίβαστα: τον Διαφωτισμό με τον Μαρξισμό. Να βλέπουν τη συλλογικόητα μόνο σαν διαφοροποίηση τάξεων και πάλη των τάξεων, τον πολιτισμό σαν «εποικοδόμημα» στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων.

Ο,τι ξεφεύγει από το μανιχαϊστικό δίπολο εθνικισμού και ιστορικο-υλιστικού διεθνισμού, η εμμονή στην ελληνικότητα ως κοσμοπολίτικη πρόταση πολιτισμού (πρόταση τρόπου και νοήματος του βίου: κοινής ιεαράρχησης αναγκών) ταξινομείται αμέσως προκρούστεια στο απεχθέστερο είδος εθνικισμού: Σημαίνει σκοταδισμό, αναχρονισμό, οπισθοδρόμηση, αντίδραση στην πρόοδο, συγγένεια ιδεολογική με τον Εθνικοσοσιαλισμό και δι’ αυτού με τον Φασισμό. Οι δογματικοί παλαιοημερολογίτες του Περισσού, θαυμαστές του τείχους που χώριζε στο Βερολίνο τον «παράδεισο» του ολοκληρωτισμού από την «κόλαση» του φιλελευθερισμού, συγκαταλέγονται στις «προοδευτικές δυνάμεις», ενώ η Γενιά του ’30 (ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, λ.χ., για την «Αυγή») είναι αποφώλιος εθνικιστής με όλα τα σχετλιαστικά ομόσημα.

Γι’ αυτό και δεν παράγεται πια πολιτική στην Ελλάδα, μόνο αναμασήματα μεταπρατικής κενολογίας για διαιώνιση της τεταρτοκοσμικής καφρίλας. Δεν τολμάει πολιτικός λόγος να ζητήσει λ.χ. περισσότερα Αρχαία Ελληνικά στο σχολειό, Αρχαία Ελληνικά από το Δημοτικό, αφού η στέρεα δομή τους επιτρέπει να διδάσκεται η γλώσσα ως λογική συνεπιφέροντας και τη διδασκαλία των μαθηματικών ως γλώσσας – θα χλευαστεί αμέσως η πρόταση σαν «εθνικισμός». Δεν νοιάζονται τα μαρξιστοδιαφωτιστικά υβρίδια για καλλιέργεια της σκέψης και της κρίσης, μάχονται φαντάσματα. Ετσι, είτε η Ν.Δ. κυβερνάει είτε το ΠΑΣΟΚ, η παιδεία στην Ελλάδα είναι στεγανά απολιτική, πειθαρχημένη στον στόχο να ετοιμάζει πειθήνιους οπαδούς για τα κομματικά ποιμνιοστάσια, όχι υπεύθυνους πολίτες.

Απολιτικός είναι και ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα, δουλεύει αποκλειστικά για τις κομματικές μαφίες και το χρυσοπληρωμένο κηφηναρειό των εργατοπατέρων, πάντα στραγγαλίζοντας τη ζωή στην απολυτοποίηση της οικονομικής δοσοληψίας. Ο πολιτικός λόγος που θα θύμιζε πανάρχαιους εθισμούς των Ελλήνων στην προτεραιότητα της δημιουργίας και όχι του εκβιαστικού επισιτισμού, θα απαιτούσε τη συμμετοχική δημιουργικότητα ως όρο της μισθωτής εργασίας, ένας τέτοιος λόγος θα στιγματιζόταν «εθνικιστικός» για να εξοντωθεί καίρια.

Δεν τολμάει ο Μακεδόνας να υπερασπίσει την ελληνικότητα του ονόματος της Μακεδονίας, ο Θρακιώτης να υπερασπίσει τη γη του, ο Καστελοριζιός την ελληνικότητα του αρχιπελάγους. Θα απειληθούν και αυτοί με κατάταξη στους «εθνικιστές». Αδύνατο να συζητηθούν στη σημερινή Ελλάδα όροι αξιοπρέπειας στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, όροι στρατηγικής σωφροσύνης στην οργάνωση της άμυνας, προϋποθέσεις αυτοπροστασίας του πολίτη από τη χυδαιότητα του χαμηλής στάθμης τουρισμού, απαιτήσεις προστασίας της γλώσσας από τη βάναυση αγραμματοσύνη, και χίλια ανάλογα, χωρίς να κυριαρχήσουν οι χαρακτηρισμοί ή οι υπόνοιες για «εθνικισμό», «σοβινισμό», «ακροδεξιά σύνδρομα». Στην Ελλάδα δεν παράγεται πια πολιτική, γιατί είναι τυραννικά κυρίαρχος ο μονόδρομος της αλογίας των κλισέ, η συμπλεγματική παράνοια των δογματισμών.

Ούτε και μπορεί άλλος να μας υποκαταστήσει τους Ελληνες στις ευθύνες μας – όπως μας έχουν θέσει υπό ταπεινωτική επιτροπεία στα οικονομικά οι Ευρωπαίοι, έτσι κάποιοι διεθνείς οργανισμοί να επιτροπεύουν τη διαχείριση της πολιτιστικής μας παράδοσης που είναι πανανθρώπινο θησαύρισμα, όχι μόνο δικό μας. Θα ήταν απαραίτητο, αλλά δεν γίνεται. Δεν μπορεί άλλος να μας υποκαταστήσει στη διάσωση ζωντανής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, στην ανάγκη προτεραιότητας του κοινωνείν, προτεραιότητας της μεταφυσικής αναζήτησης, όχι του θρησκευτικού ατομοκεντρισμού. Κάποια διεθνής επιτροπεία θα μπορούσε να είχε αποσοβήσει τη νεοπλουτίστικη βλαχαδερή βλασφημία του Μουσείου που υψώσαμε απέναντι από τον ιερό βράχο της Αρκόπολης ή τις βάναυσες επεμβάσεις στο Κούριον της Κύπρου. Αλλά στην αλλοτρίωση των ουσιωδών θα παραμείνουμε αυτόχειρες.

Ούτε τον Διαφωτισμό αφομοιώσαμε ούτε την ελληνικότητα διασώσαμε. Θωρακισμένοι με τον φανατισμό της αλογίας αντιμαχόμαστε ψευδαισθήσεις.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( 1 so far )

Αν ο πρωθυπουργός τολμούσε μετάνοια

Posted on Ιουλίου 27, 2009. Filed under: Γιανναράς Χρήστος, Νέα Δημοκρατία, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

Η λογική των δημοσκοπήσεων και η οξυδέρκεια του κοινού αισθήματος το βεβαιώνουν: Αποκλείεται η σημερινή κυβέρνηση να κερδίσει τις προσεχείς εκλογές, όποτε και αν διεξαχθούν.

Αυτή η βεβαιότητα, για έναν ταλαντούχο και φιλόδοξο ηγέτη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόκληση: Στους μήνες που του απομένουν (επτά μέχρι το εκβιαστικό τελεσίγραφο του αντιπάλου του) να τολμήσει όσες μεταρρυθμιστικές τομές απέφευγε έως τώρα, τρέμοντας το «πολιτικό κόστος».

Το πολιτικό κόστος το έχει τελεσίδικα εισπράξει, το προκάλεσαν η ατολμία και η ανικανότητα, όχι οι σθεναρές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Τα προγνωστικά δεν ανατρέπονται, ο πρωθυπουργός θα γυρίσει οριστικά στο σπίτι του. Εκ των πραγμάτων, το δίλημμά του είναι: αν θα γυρίσει με την αξιοπρέπεια του ηγέτη που, έστω την τελευταία στιγμή, τόλμησε τα καίρια ή με το ισόβιο πια στίγμα του αποτυχημένου. Θα τον έχει κατατροπώσει ο πιο μειονεκτικός αντίπαλος που θα μπορούσε ποτέ να του τύχει.

Το ενδεχόμενο να τολμήσει ο σημερινός πρωθυπουργός την τελευταία στιγμή, το αποκλείουν όλα τα δεδομένα: Δεν τόλμησε τα καίρια και ουσιώδη εφτά χρόνια ως ηγέτης της αντιπολίτευσης και πέντε χρόνια ως πρωθυπουργός, θα τολμήσει τους τελευταίους εφτά μήνες πριν το τέλος; Δεν έχει τον ψυχισμό που απαιτείται για να διακινδυνεύσει τομές, δεν είχε ποτέ ουσιαστικές φιλοδοξίες, όραμα που να τον συνεπαίρνει. Στη ζωή του δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει ποτέ για τίποτα, γεννήθηκε με όνομα που του εξασφάλιζε κάθε μέρα τον πρώτο λαχνό του λαχείου, βρέθηκε να διαχειρίζεται την πρωθυπουργική μοναρχία, όπως άλλοι κληρονομούν τράπεζα ή εργοστάσιο.

Παρόλα αυτά, η ανάλυση του ουτοπικού ενδεχομένου να τολμήσει ο πρωθυπουργός στο τελευταίο επτάμηνο τα καίρια, δεν είναι περιττή και άγονη, τουλάχιστον για τη θεωρητική σκέψη. Αξίζει τον κόπο να προβληματιστούμε κυρίως: ποια είναι τα καίρια και ουσιώδη που ο πρωθυπουργός θα άξιζε, για την υστεροφημία του, να επιχειρήσει.

Εχουν εντοπιστεί πάμπολλες φορές, επί πολλά τώρα χρόνια: Καίρια και ουσιώδη τολμήματα που περίμενε η ελληνική κοινωνία από τον πρωθυπουργό ήταν τα δημιουργικά αντίμετρα για την ανατροπή των κοινωνικών εγκλημάτων της εικοσαετίας του ΠΑΣΟΚ (και η λέξη εγκλήματα κυριολεκτεί).

Περίμενε η κοινωνία την αποκατάσταση αξιοκρατικής ιεραρχίας στον δημόσιο βίο, στη λειτουργία του κράτους. Αποκατάσταση ελέγχου και αξιολόγησης της ποιότητας, της ικανότητας, της εργατικότητας.

Την εξάλειψη του αμοραλιστικού λαϊκισμού που έχει βυθίσει το κράτος σε εφιαλτική υπερχρέωση και έχει αλλοτριώσει τον συνδικαλισμό σε παρακρατική εξουσία γκανγκστερικών εκβιασμών.

Τον δραστικό κοινωνικό έλεγχο των ασύδοτων ιδιωτικών ΜΜΕ και της διαχείρισης του επαγγελματικού «αθλητισμού» από μαστόρους της κοινωνικής αποχαύνωσης.

Την ανάσχεση της διάλυσης και του ευτελισμού της σχολικής και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Αυτά τα (ενδεικτικά) κοινωνικά εγκλήματα, που η ψήφος του λαού απαιτούσε να αντιμετωπίσει με ριζοσπαστικές τομές ο πρωθυπουργός, είναι τα στοιχεία ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ, συγκροτούν την «πολιτική» του φυσιογνωμία. Η «Νέα Δημοκρατία» όχι μόνο δεν τα κατάγγειλε ποτέ και δεν τα αντιπάλεψε, αλλά τα υιοθέτησε σιωπηρώς και απολύτως, τα συντήρησε επιμελέστατα για δικό της ποταπό κομματικό όφελος και για να μην τυχόν δυσαρεστήσει ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που ευελπιστούσε να προσεταιριστεί. Ο εκπασοκισμός της Ν. Δ., από την εποχή της αρχηγίας Μητσοτάκη, είναι το πιο νοσηρό σύμπτωμα του πολιτικού μας βίου: Ο αμοραλισμός και ο μηδενισμός έγιναν μονόδρομος. Το διαβόητο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού αποτέλεσε τη συμβολική ένδειξη της πολιτικής σύμπλευσης των δύο «κομμάτων εξουσίας».

Να ανακρούσει πρύμνα ο σημερινός πρωθυπουργός, να προσδώσει πολιτική ιδιοπροσωπία στη Ν. Δ. μέσα σε επτά μήνες, με ριζικές τομές, να ανασκευάσει τα παγιωμένα πια κοινωνικά εγκλήματα του ΠΑΣΟΚ, είναι σαφώς ουτοπικό ενδεχόμενο. Αν, όμως, κατανοούσε έστω για ποια θέματα εδώ μιλάμε, θα μπορούσε να προβάλει την αντίρρηση: Με την οριακή πλειοψηφία των εκατό πενήντα ενός (151) βουλευτών, ποιος ηγέτης, ακόμα και ο πιο ταλαντούχος, θα ήταν δυνατό να τολμήσει τομές;

Η αντίρρηση λησμονεί ότι το θεωρητικό μας σχήμα προϋποθέτει ηγέτη όχι μόνο ταλαντούχο και δημιουργικά φιλόδοξο, αλλά επιπλέον και βεβαιωμένον για την αποτυχία του. Επομένως, έτοιμον να ρισκάρει τα πάντα, αφού δεν θα έχει να χάσει παρά μόνο τον ιστορικό διασυρμό του. Γνώρισμα των αληθινών ηγετών και τεκμήριο μεγαλείου είναι η δημόσια αναγνώριση των λαθών και η ομολογία αποτυχίας.

Αν ήταν, λοιπόν, αληθινός ηγέτης ο σημερινός πρωθυπουργός θα ζητούσε τη λαϊκή έγκριση για τις τομές τις ικανές να απαλλάξουν την ελληνική κοινωνία από τα θεσμοποιημένα πασοκικά εγκλήματα. Εγκριση όχι με εκλογές, που παγιδεύουν τη λαϊκή βούληση στα δόλια τεχνάσματα των «επικοινωνιολόγων». Εγκριση με έγκυρη δημοσκόπηση. Αν εγκρίνει ο λαός ή αν απορρίπτει την αξιοκρατία. Τον ακομμάτιστο και μη επαγγελματικό συνδικαλισμό. Τον κοινωνικό έλεγχο αξιοπιστίας, ποιότητας, γλωσσικής ορθότητας των ΜΜΕ. Την κατάργηση του κρατικού τζόγου και της κρατικής προστασίας του εξηλιθιωτικού «φιλαθλητισμού» Τη ριζική, από τα θεμέλια αναδόμηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Τον θεσμικό χωρισμό του κράτους από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα.

Αν η δημοσκόπηση δώσει σε τέτοιες τομές το κύρος πλειοψηφικής λαϊκής απαίτησης, η οριακή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο δεσμεύεται, κατά τεκμήριο, να συμπράξει χωρίς αποστασίες. Αλλά και να υπάρξουν εξαγορασμένοι αποστάτες, την υστεροφημία του ο πρωθυπουργός θα την έχει κερδίσει.

Σε εφτά μήνες προλαβαίνουν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμιστικές τομές σε τόσο καίριους τομείς του κοινωνικού βίου; Ισως ναι, ίσως όχι. Προλαβαίνει όμως η εξαγγελία και η ανάληψη της προσπάθειας με επιστράτευση της καλύτερης ανθρώπινης ποιότητας που διαθέτει η ελληνική κοινωνία έξω από τα πασιφανώς σάπια «κόμματα εξουσίας» να αλλάξει ριζικά την εικόνα του σημερινού πρωθυπουργού, αλλά και την πολιτική φυσιογνωμία του οριστικά χρεοκοπημένου κόμματός του.

Το σενάριο είναι εντελώς, μα εντελώς ουτοπικό, στην κυριολεξία όνειρο θερινής νυκτός. Ρεαλιστική πρόβλεψη είναι ότι ο πρωθυπουργός θα προκηρύξει εκλογές το φθινόπωρο, λιγότερο πιθανό, τον Μάρτιο. Με τον φαλκιδευμένο εκλογικό νόμο πρωθυπουργός θα αναδειχθεί ο θλιβερός ολίγιστος – οι ανά τον κόσμο «Φιλέλληνες» θα καγχάσουν σαρδόνια με τον παρακμιακό αυτεξευτελισμό του Ελληνισμού. Το ψυχορράγημα θα συνεχιστεί, άγνωστο ώς πότε. Ανεπαισθήτως.

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/07/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Κάποιοι βουλευτές να στασιάσουν

Posted on Φεβρουαρίου 3, 2009. Filed under: Βουλή, Βουλευτές, Γιανναράς Χρήστος, Διαφθορά, Ελλάδα, Ηγέτες, Ηθική, Θεσμοί | Ετικέτες: |

Η μεστή σε νοήματα προσευχή του πάστορα πριν από την ορκωμοσία του καινούργιου προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Οι θρησκευτικοί ύμνοι. Ο όρκος πάνω στη χριστιανική Βίβλο και τα λόγια του όρκου. Η καταληκτήρια στον προεδρικό λόγο επίκληση της ευλογίας του Θεού. Τίποτε από αυτά δεν έδινε την εντύπωση συμβατικής θρησκευτικής τελετουργίας. Τόσο οι αρχές και εξουσίες όσο και το πλήθος έδειχναν συνειδητή συμμετοχή στα τελούμενα, αυτοσυγκέντρωση, ενεργό κατάφαση. Αυτή η κοινωνία της μεταναστευτικής πανσπερμίας, της αποθέωσης στην πράξη του Ιστορικού Υλισμού, σώζει «σέβας θεών»: Τη συνείδηση ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει έστω και η ανάπηρη αντιπροσωπευτική δημοκρατία δίχως μεταφυσικό άξονα αναφοράς της ανθρώπινης ευθύνης.

Στην ελλαδική του παρόντος κοινωνία οι θρησκευτικές τελετουργίες που συνοδεύουν την πολιτική εθιμοτυπία κραυγάζουν τη νέκρα συμβατικών στερεοτύπων. Συνεχίζουν να υπάρχουν με την υποκριτική τάχα και συναίνεση των «συντηρητικών» και σε πείσμα της κεχηνώδους χλεύης των «προοδευτικών». Η διολίσθηση της ελλαδικής κοινωνίας σε παλιμβαρβαρικό μηδενισμό έχει εξαλείψει από τον δημόσιο βίο κάθε ρεαλιστική αίσθηση του «ιερού»: των δεδομένων της ζωής που μας υπερβαίνουν. Υπερβαίνουν τις πιστοποιήσεις μας, χειραγωγούν στην αναζήτηση «νοήματος» των υπαρκτών και της ύπαρξης. Ο μηδενισμός μηδενίζει τον σεβασμό των αινιγμάτων που η πάλη για την αποσφράγισή τους γεννάει τον πολιτισμό, μαζί και τη λογοδοσία ευθύνης του ανθρώπου για τους λόγους και τις πράξεις του.

Η τελετή ορκωμοσίας του αμερικανού προέδρου προκαλεί σε συγκρίσεις: Ενα «χθεσινόν έθνος», καθώς έλεγε ο Μακρυγιάννης, και να σώζει περισσότερα στοιχεία πιστότητας στο αρχαιοελληνικό «σέβας θεών» της δημοκρατίας από τους θλιβερούς Ελλαδίτες του βαλκανικού νότου. Γέννημα οργανικό ο λαϊκισμός του κυρίαρχου στην ελλαδική πολιτική μηδενισμού έχει απαξιώσει κάθε εθιμική έκφραση αρχοντιάς στη συμπεριφορά των μπροστάρηδων, κάθε κώδικα αποθησαυρισμένου πλούτου σημαινόντων ευπρέπειας, ιερότητας του πολιτικού υπουργήματος. Αγραβάτωτη αναίδεια ακκίζεται προκλητικά και χυδαιολογεί από το βήμα του Κοινοβουλίου, επαίρεται για την παραίτηση από το «κυρίως ανθρώπινον»: την ελευθερία των σχέσεων κοινωνίας, ελευθερία από την αυθαιρεσία της καταναλωτικής βουλιμίας.

Σίγουρα και στον θώκο του προέδρου των ΗΠΑ έχουν αναρριχηθεί πρόσωπα προκλητικού αμοραλισμού, βιαστές της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας ολόκληρων λαών, όπως και πρόσωπα μικρονοϊκής, άκομψης συμπεριφοράς. Ομως, οι παραχαράκτες του υπουργήματος δεν παγίωσαν σαν πολιτικό αυτονόητο την ύβρι, το σύστημα εξουσίας δεν εκφασίστηκε οριστικά, δεν αποκλείει την έκπληξη, την ξεχωριστή ποιότητα. Ετσι, όχι μόνο φτάνει ένας έγχρωμος στο προεδρικό αξίωμα, αλλά, το σημαντικότερο, φτάνει εκεί άνθρωπος που μοιάζει προικισμένος με εξαιρετική καλλιέργεια και ευαισθησία, χάρη, φινέτσα, πρόσωπο που φωτίζεται ολόκληρο από το παιδικό του χαμόγελο. Και είναι μάλλον η πρώτη φορά στον διεθνή πολιτικό στίβο, που βλέπουμε ηγέτη με τέτοια δημόσια συμπεριφορά προς τη γυναίκα του: Με αβρότητα και πηγαία γενναιοδωρία να της δίνει παντού προτεραιότητα, να την τιμά με κομψή διακριτικότητα στοργής και με το φωτεινό του χαμόγελο.

Συγκρίνουμε με την εικόνα του ελλαδικού παλκοσένικου της εξουσίας: Τον αέρα άξεστων, αγροίκων αποκυημάτων του συνδικαλιστικού γκανγκεστερισμού και του τραμπουκισμού των κομματικών νεολαιών, την καχεκτική μετριότητα των εκγόνων της οικογενειοκρατίας, την κωμικά επηρμένη ασχετοσύνη των ευνοημένων της δημοσιότητας (ηθοποιών, καλαθοσφαιριστών, προπονητών, εκφωνητών ραδιοφώνου και παρουσιαστών της τηλεόρασης) που έχουν κατακλύσει βουλευτικά έδρανα και υπουργικούς θώκους. Αυτή η ανθρώπινη ποιότητα έχει παγιώσει στην Ελλάδα επίπεδο «πολιτικών» αντιπαραθέσεων ποδοσφαιρικού κρετινισμού, διαβρωτικού πρωτογονισμού, μικρόνοιας και ευτέλειας. Είναι ανίκανοι αυτοί οι άνθρωποι να συζητήσουν, να πειθαρχήσουν σε απαιτήσεις λογικής συνέπειας, σε κανόνες κριτικού ορθολογισμού. Το μόνο που προσπαθούν είναι να μην αφήσουν τον συνομιλητή τους να μιλήσει, να του αντιτάσσουν τη δική τους προπαγανδιστική λογοδιάρροια. Συμπεριφορά, νοοτροπία και αντανακλαστικά αγροίκων φασιστοειδών.

Η ελλαδική κοινωνία δεν μπορεί να δώσει στον εαυτό της καλύτερη, αποδοτικότερη, αξιοπρεπέστερη ηγεσία. Είναι πια ανίκανη για ποιοτικές επιλογές. Οι φωνές που προειδοποιούσαν γι’ αυτή τη συλλογική αναπηρία, δεν εισακούστηκαν. Οι καταβολές του μεθοδευμένου και μεθοδικού ευνουχισμού μπορούν να ανιχνευθούν στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της μεταδικτατορικής περιόδου: στην εν ψυχρώ κατάλυση των θεμελιωδών προϋποθέσεων λειτουργίας σχολικής εκπαίδευσης και πανεπιστημιακών σπουδών.

Ηρθε η ώρα να πληρώσουμε τα επίχειρα των πολιτικών μας επιλογών. Να καταλύεται η έννομη τάξη από το παραμικρό συνδικάτο οργανωμένων βουλιμικών απαιτήσεων, να παραλύουν οι πόλεις, πολίτες και περιουσίες να είναι έρμαια της παρανοϊκής βίας, να μαίνεται το έγκλημα ανεμπόδιστο. Οι μπουκωμένοι με αμύθητες επί χρόνια επιδοτήσεις αγρότες να νεκρώνουν το οδικό δίκτυο της χώρας, σαν στρατός κατοχής, με αναρίθμητα, υπερσύγχρονης τεχνολογίας, πανάκριβα τρακτέρ, εκβιάζοντας να συνεχίζεται επ’ άπειρον το τρελό φαγοπότι των χαράμι επιδοτήσεων.

Είναι πολλά τα σημάδια ότι, ώς τον Απρίλη που έρχεται, εξαντλείται η δυνατότητα του κράτους να πληρώνει μισθούς υπαλλήλων και συντάξεις. Και η κυβέρνηση θα καταφύγει σε εκλογές, για να μεταβιβάσει στους αντιπάλους της τον εφιάλτη διαχείρισης της χρεοκοπίας. Δηλαδή: οι παταγωδώς ανίκανοι και ντροπιαστικά διεφθαρμένοι θα παραδώσουν το κράτος στους αετονύχηδες πρώτους διδάξαντες τον μηδενιστικό αμοραλισμό, αυτούς που ξεθεμέλιωσαν κάθε έρεισμα κοινωνικής συνοχής, κάθε σέβας του «ιερού» στην Ελλάδα.

Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, η πλειονότητα των ψηφοφόρων εξακολουθεί, βοσκηματωδώς, να εξαρτά την ηγετική ικανότητα των κομματικών αρχηγών από το φετίχ του οικογενειακού τους ονόματος. Είπαμε: αυτό το επίπεδο ορθολογισμού και κριτικής σκέψης παρήγαγαν και παράγουν τα σχολειά μας. Οπαδοί (και αρκετοί βουλευτές) της αξιωματικής αντιπολίτευσης αρνούνται την εξόφθαλμη δραματική ανικανότητα του αρχηγού τους με το επιχείρημα: «αποκλείεται να βγήκε σκάρτο το σπέρμα του Ανδρέα»! Η αντίστοιχης οξύνοιας προστακτική που συνάγουν οπαδοί και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος από την ταπεινωτική αποτυχία του καραμανλικού εκγόνου, είναι να στραφούν στο μητσοτατικό έκγονο: να προκύψει «αχτύπητο» δίδυμο, με το ανδρεϊκό σπέρμα, πολιτικής ανεπιτηδειότητας.

Αν υπάρχουν βουλευτές στα δύο «κόμματα εξουσίας» με απερίτμητη νοημοσύνη και ανιδιοτελή πατριωτισμό, οφείλουν να στασιάσουν. Να ανατρέψουν το σημερινό, αποδεδειγμένα άγονο πολιτικό σκηνικό, να υποχρεώσουν σε ριζικές ανακατατάξεις. Το οφείλουν στην προσωπική τους αξιοπρέπεια, στην ποιότητα ζωής των παιδιών τους, στον σεβασμό της «ιερότητας» του κοινωνικού αθλήματος, δηλαδή της ανθρωπιάς μας.

  • Tου Xρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...