Δημοσιογράφοι

Προπάντων η παράδοση

Posted on Ιουλίου 10, 2009. Filed under: Δημοσιογράφοι, Μέσα Ενημέρωσης, Πολιτική |

Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10/7/2009

Δεν ξέρω αν είναι δουλειά των δημοσιογράφων να υποδύονται ρόλους με τη φωνή τους στα δελτία ειδήσεων, όπου η γυάλινη οθόνη μετατρέπεται σε θεατρική σκηνή για να ανεβούν μελοδράματα· δεν ξέρω αν είναι δική τους δουλειά να «παίζουν» τους διαλόγους που κατέγραψε και απομαγνητοφώνησε η Ασφάλεια, και να παριστάνουν πότε τον έναν κατηγορούμενο με το βαρύ ψευδώνυμο, πότε τον τηλεφωνικό συνομιλητή του με το ηχηρό επώνυμο. Οσο γνωρίζω, δεν είναι υποχρεωτικό να αποφοιτήσεις από Δραματική Σχολή για να γίνεις δημοσιογράφος, όπως δεν είναι βέβαια υποχρεωτικό, για τους δημοσιογράφους του ραδιοφώνου τώρα, να διακόπτουν το πρόγραμμά τους για να διαφημίσουν μελίρρυτα τους «χορηγούς» τους, την αυτοκινητοβιομηχανία τάδε ή τα απορρυπαντικά δείνα. Αλλά, θα πείτε, και στην τηλεόραση οι υπερεπώνυμοι δημοσιογράφοι, διαφημιστές γίνονται, έτσι όπως βλέπουμε στο τέλος της εκπομπής τους ποιοι τους έντυσαν και τους χτένισαν, ποιοι τους πόδεσαν και τους γραβάτωσαν. Φαίνεται πως είναι μια παράδοση κι αυτή, καινούργια και μικρή ακόμα, αλλά μάλλον θα θεριέψει.

Μακρότερη και ισχυρότερη είναι βέβαια η πολιτικάντικη παράδοση που κωδικοποιείται με τη φράση «κατόπιν ενεργειών μου», και μια πτυχή της οποίας ήρθε στο φως τώρα, με την προβαλλόμενη διαλεύκανση της απαγωγής του εφοπλιστή κ. Παναγόπουλου. Ενας διευθυντής φυλακών, λοιπόν, τηλεφωνεί στη σύζυγο ενός αναπληρωτή υπουργού και ζητεί μια εκδούλευση: τη μετάθεση ενός σπουδαστή, μάλλον ευνοϊκή. «Κατόπιν ενεργειών μου» θα έλεγε ο διευθυντής των φυλακών αν ευοδωνόταν το αίτημά του προς τα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας, και πιθανόν θα είχε έτσι το πεσκέσι του (σε κεφαλογραβιέρα ή τσικουδιά, τι το κακό). «Κατόπιν ενεργειών μου», θα έλεγε και ο υπουργός και θα είχε και αυτός το πεσκέσι του, σε ψήφο, το πιο σκληρό νόμισμα για πεσκέσι.

Τι απάντησε ο κ. Χρ. Μαρκογιαννάκης που, ενώ απολάμβανε τις δάφνες της επιτυχίας του, βρέθηκε υποχρεωμένος να δώσει κάποια εξήγηση; Είπε όσα ορίζει η παράδοση. Πρώτον, ότι η σύζυγός τους εργάζεται ως μετακλητή υπάλληλος στο γραφείο του – και τι παραδοσιακότερο από αυτό, τι παραδοσιακότερο από τις οικογενειακές αξίες. Δεύτερον, ότι ο διευθυντής των φυλακών τηλεφώνησε στην υπουργική σύζυγο – για μια υπόθεση που δεν ήταν βέβαια της αρμοδιότητάς της, αλλά θα μπορούσε να είναι των ενδιαφερόντων του συζύγου της και υπουργού μας, του ενδιαφέροντός του για την εξυπηρέτηση του κοινού εννοείται, τι άλλο. Ε, κι αυτό τμήμα της παράδοσής μας είναι, της παράδοσης του παλαιοκομματισμού έστω και του ρουσφετολογείν. Αλλά υπάρχει καμιά παράδοση ανθεκτικότερη; Και θα ήταν η ανθεκτικότερη αν δεν ήταν η δημοφιλέστερη; Τι, μήπως έπαψε να δίνει (διά συνεντεύξεων πια) βαθυστόχαστες συμβουλές στον πρωθυπουργό ο πρώην επίσημος σύμβουλός του, ο κ. Κεφαλογιάννης, επειδή ο ρουσφετολογικός καημός του τον έβαλε σε περιπέτειες με τη Δικαιοσύνη; Επαψε ποτέ να πιστεύει ότι έπραξε το πολιτικό του χρέος;

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ο εκτελωνιστής, ο ταγματάρχης και ο συνδικαλιστής

Posted on Μαρτίου 15, 2009. Filed under: Δημοσιογράφοι, Διορισμοί |

  • Τοποθετήσεις προσώπων στις αξιοζήλευτες διοικητικές θέσεις δημοσίων οργανισμών που προκαλούν ερωτήματα

Τον Ιούνιο του 2006, ένας από τους γαλάζιους προύχοντες της Θεσσαλονίκης, ο εκτελωνιστής κ. Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος τοποθετείτο από τον τότε υπουργό Απασχόλησης κ. Σάββα Τσιτουρίδη στη διοίκηση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και στο Ταμείο Ασφάλισης των Εργαζομένων στα Επιμελητήρια. Προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες ο κ. Αναγνωστόπουλος, ο «Πανάγος», όπως τον αποκαλούν οι κομματικοί αδελφοί του στη Θεσσαλονίκη, περνούσε με χειροπέδες τις πύλες των φυλακών Κορυδαλλού. Η τοποθέτηση του εκτελωνιστή κ. Αναγνωστόπουλου οφειλόταν κυρίως σε μια δεξιότητά του, την ενδοκομματική ευελιξία του. Λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 2007, ένας απόστρατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, επικεφαλής του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), είχε προχωρήσει στην αγορά «τοξικών» ομολόγων με τη διαμεσολάβηση μιας χρηματιστηριακής εταιρείας, με κομματικές διασυνδέσεις. Στον απόστρατο κ. Αγάπιο Σημαιοφορίδη εμπιστεύτηκαν τότε μια περιουσία 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, με μοναδικό κριτήριο ότι έτυχε να είναι γιος του άλλοτε γενικού διευθυντή της Ν.Δ. κ. Κωνσταντίνου Σημαιοφορίδη.

Ο εκτελωνιστής και ο ταγματάρχης δεν είναι τα μόνα στελέχη, τα οποία βρέθηκαν, δίχως επαγγελματικά προσόντα, σε αξιοζήλευτες θέσεις. Ειδικότητα -«αντικλείδι» για κάθε δημόσια θέση είναι αυτή του δημοσιογράφου. Τους προτιμά, όπως φαίνεται, ο υπουργός Υγείας κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος, αλλά και προκάτοχοί του. Διαφορετικά δεν εξηγείται για ποιο λόγο υποδιοικητής στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας τοποθετήθηκε ο δημοσιογράφος κ. Αρης Σπίνος (ο οποίος βέβαια μετά… τηλεοπτική αυτομαστίγωση, παύθηκε από τον κ. Αβραμόπουλο). Λίγο δυτικότερα, στο Ψυχιατρείο, στη θέση του υποδιοικητή διορίστηκε προ ολίγων μηνών ένας ακόμη δημοσιογράφος, ο κ. Παναγιώτης Μαυρίκος, εκδότης δύο εφημερίδων («Ακρόπολη» και «24 ώρες»). Οι δύο εφημερίδες με λιγότερα από 1.000 φύλλα κυκλοφορίας εξασφάλισαν κρατική διαφήμιση 150.000 ευρώ τον προηγούμενο χρόνο, τη στιγμή που εφημερίδες όπως π.χ. η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» με μέση κυκλοφορία γύρω στις 150.000, έλαβαν λιγότερα από 50.000 ευρώ.

Δεν είναι βέβαια οι μόνοι δημοσιογράφοι που κατά καιρούς έχουν τοποθετηθεί σε ανάλογες θέσεις. Από τον ευαίσθητο χώρο της Υγείας, έχει περάσει και ο δημοσιογράφος κ. Φώτης Ιγνατίου (αντιπρόεδρος στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία»). Τα προσόντα του φαίνεται ότι εκτίμησε και ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Νικήτας Κακλαμάνης, γι’ αυτό άλλωστε τον έχει τοποθετήσει επικεφαλής του πολυχώρου «Τεχνόπολις». Αξίζει να σημειωθεί το παράδειγμα του κ. Δημήτρη Καπράνου, προέδρου του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών – Θεσσαλονίκης (ΤΣΠΕΑΘ) την κρίσιμη άνοιξη του 2007, όταν δηλαδή αποδείχθηκε ότι πέρα από το ΤΕΑΔΥ, οι εισφορές των ασφαλισμένων είχαν χρησιμοποιηθεί και σε άλλες περιπτώσεις για την αγορά «τοξικών» τραπεζικών προϊόντων. Ο εισαγγελέας και πρώην πρόεδρος της Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες κ. Γιώργος Ζορμπάς, στο πόρισμά του για το σκάνδαλο των ομολόγων, είχε κατηγορήσει ευθέως τον τότε υπουργό Οικονομίας κ. Γιώργο Αλογοσκούφη, ότι μόνο κριτήριο για την τοποθέτηση του κ. Καπράνου στο ΤΣΠΕΑΘ ήταν η προσωπική φιλία τους.

Ικανότεροι

Αλλοι δημοσιογράφοι κρίθηκαν ικανότεροι από τεχνοκράτες για να τοποθετηθούν ως μέλη σε επιτροπές υπουργείων (όπως τα ΠΕΧΩΔΕ, Μεταφορών, Πολιτισμού) για την αναθεώρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ή τις τεχνικές προδιαγραφές προπονητηρίων.

Οι γαλάζιοι συνδικαλιστές αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία και –όπως προκύπτει– οι δεξιότητές τους είναι περιζήτητες από μια σειρά οργανισμών του Δημοσίου. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στην «Ολυμπιακό Χωριό Α.Ε.» είναι ο συνδικαλιστής της ΓΣΕΕ κ. Φώτης Αγαδάκος, ο οποίος είναι και αντιπρόεδρος του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ). Στο Εθνικό Ιδρυμα Νεότητας πρόεδρος είναι τα τελευταία χρόνια ο κ. Φίλιππος Ταυρής, συνάδελφος του κ. Αγαδάκου στη ΓΣΕΕ. Ο κ. Κώστας Σμυρλής, στέλεχος της ΔΑΚΕ Δημοσίου έχει τοποθετηθεί προϊστάμενος στο ΙΚΑ. Ο αγροτοσυνδικαλιστής κ. Χρήστος Σιδηρόπουλος, ο οποίος πρόσφατα έγινε γνωστός από τις αγροτικές κινητοποιήσεις, είναι επί σειράν ετών μέλος της διοίκησης του ΟΠΕΚΕΠΕ (επιδοτήσεις). Στην ευαίσθητη Ελληνική Βιομηχανία Ζαχάρεως, διευθύνων σύμβουλος είναι επί σειράν ετών ο κ. Δημήτρης Δαρνάκας, άλλοτε αναπληρωτής γραμματέας οργανωτικού και σήμερα υπεύθυνος για τις τοπικές οργανώσεις της Ν.Δ. στη Μακεδονία και τη Θράκη.

  • Του Βασιλη Νεδου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/03/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Δεν μιλούν, κραυγάζουν

Posted on Φεβρουαρίου 7, 2009. Filed under: Αριστερά, Αστυνομική βία, Γλώσσα, Δημοσιογράφοι, Ελλάδα, Ελληνες, Ελληνική Αστυνομία, Θεσμοί, Κόμματα, Κοινωνία |

Aυτός που τα είπε, τα έλεγε σοβαρά. Μιλούσε σε πρωτοτάξιο πρωινάδικο, από το οποίο φαίνεται πως έμαθε και τα γράμματα!. Με τον τρόπο του, ο υπηρεσιακός «δημοσιογράφος» περιέγραψε σκωπτικά την απόλυτη τραγελαφική πραγματικότητα του ελληνικού κράτους. Υπήρχαν, ανέκραξε ο λειτουργός της ενημέρωσης, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες (κρίσιμες) για τον ψυχισμό του αστυνομικού (αυτόν που πυροβόλησε αστυνομικό μέσα στο σπίτι του Αμερικανού πρέσβη) «καταγεγραμμένα προβλήματα, αλλά μόνον σε προφορικό επίπεδο». Μετάφραση: όλοι συζητούσαν ότι ο «συνάδελφος» δεν ήταν στα καλά του και οι ανώτεροι το γνώριζαν, αλλά κανείς δεν έκανε το «γραφειοκρατικό» βήμα να «καρφώσει». Μπράβο παλικάρια μου! Η διατύπωση του «αστυνομικού συντάκτη» (όχι συντάκτη θεμάτων της Αστυνομίας), προδίδει πολλά για την ποιότητα της ενημέρωσής «μας», όπως και για τη γλώσσα στην οποία συμβαίνουν όλα τούτα. Φρόντισε μάλιστα να το διευκρινίσει: «Ολοι τα γνώριζαν, όλοι τα συζητούσαν, αλλά κανείς δεν έκανε έγγραφη αναφορά».

Γιατί, όταν μιλάμε για υπερήφανους Ελληνες (μήπως δεν θα έπρεπε;) αν κάνεις κάτι που προβλέπεται από τους κανονισμούς, από την κοινή όσο και στοιχειώδη γνώση ανθρωπίνων λειτουργιών, αλλά και από ζωώδη λογική αυτοπροστασίας, μπορεί να χαρακτηριστείς «καρφί», άκαρδος, βαλτός και διάφορα άλλα ακόμη. Κανείς δεν σκέφτεται ότι όλοι αυτοί -όχι μόνον ο διαταραγμένος- οπλοφορούν. Και έχουν μάλιστα την ελευθερία να χρησιμοποιήσουν κατά βούληση το όπλο «τους». Μάλλον θαύμα είναι ότι με τόσους πολλούς να «σκέφτονται» κατά τέτοιον αποκαλυπτικό τρόπο, δεν έχουμε ακόμη θρηνήσει περισσότερα θύματα. Κι αν τους λοιδορήσεις, υπερασπιστές και κατήγοροι βάζουν τις φωνές και σκεπάζουν την ουσία.

Η ίδια στάση και αλλού. Σιγούμε, κλείνουμε τα μάτια, αποστρέφουμε τη σκέψη. Το «βουλώνουμε» εκεί που πρέπει να συζητήσουμε με επιχειρήματα, να εφαρμόσουμε ήρεμα τον νόμο, να προστατεύσουμε τους πολλούς απέναντι σε ελάχιστους. Μετατρεπόμαστε σε κυνικούς κρυψίνοες, έτοιμοι να επικαλεστούμε ένα δήθεν πάνοπλο κράτος που δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει, ιδίως όταν οι πολίτες «του» αδιαφορούν. Καβγατζής ο φονιάς του μαθητή, «τρελός» ο παραλίγο φονιάς του σεκιουριτά, παρασυρμένοι οι δειλοί της ζαρντινιέρας, με κάθε ευκαιρία αστυνομικοί και αστυνομικό σύστημα ρίχνονται στο βούρκο μιας απίθανης δικαιολογημένης χλεύης, με την κοινή γνώμη να νιώθει δικαιωμένη επειδή οι μεν «δολοφόνοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με τις σφαίρες των άλλων δολοφόνων.

Οσο περισσότερο ο κόσμος κοιτά «αριστερά», τόσο εμείς μοιάζουμε να έχουμε χάσει τον (πολιτικό) μπούσουλα. Με την επικράτηση του αμόρφωτου και φωνακλά επί του ήρεμου και επίμονου. Την επικράτηση του μεγάλου κενού, που πλασάρει ο εξυπνάκιας στην τηλεόραση, απέναντι στον έμπειρο διαπραγματευτή κοινωνικών εξελίξεων. Περιέργως, μάλλον από ένστικτο παρά από καλό σχεδιασμό, στην πλευρά της «δεξιάς», η αντίληψη του «λαϊκού» οδηγεί ευκολότερα στην αποδοχή της νέας πραγματικότητας. Λιγότερα λόγια, καλύτερες (προ)συνεννοήσεις, ελάχιστη αποτελεσματικότητα της διοίκησης που απέμεινε όρθια, κάνουν αποτελεσματικότερη τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων της μεγάλης κρίσης.

Τροπή που κάνει σφοδρότερη τη διέξοδο στη βία και καθιστά άκρως επικίνδυνο τον εφησυχασμό στη βία. Βία όσων πιστεύουν πως αρκεί η «καβάλα στην εξουσία» για να αγνοούν ότι η εφαρμογή των νόμων γίνεται στο πνεύμα του νομοθέτη και όχι με τον αστυνομικό ετσιθελισμό. Βία των άλλων που ομνύουν σε ένα άγνωστο στους κοινούς θνητούς δίκαιο που λένε πως η δήθεν δημοκρατία θέλει τις μειοψηφίες γνώμης να υπηρετούνται ανεξαρτήτως διαδικασιών, συλλογικότητας και αποτελέσματος. Η Ελλάδα σέρνεται και διασύρεται από δύο μειοψηφικές αντιλήψεις που ευπειθώς προσκυνούν τη βία, αδιαφορούν για την καταστροφή της δημόσιας περιουσίας, επιδιώκουν με κραυγές να σκεπάσουν το δικαίωμα του πολίτη να κρίνει. Απομονώστε τους!

  • Tου Μπαμπη Παπαδημητριου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ζητείται σενάριο

Posted on Ιανουαρίου 29, 2009. Filed under: Απεργίες, Αριστερά, Αγροτιά, Αθήνα, Βία, Δεξιά, Δημοσιογράφοι, Διαδηλώσεις, Ελληνες, Κόμματα, Καταλήψεις, Κοινωνία, Λαϊκισμός, Μπλόκα, Πολιτική | Ετικέτες: |

Mε πέντε σενάρια, ξεθυμασμένα από την κατάχρηση, υποδέχεται ο δημόσιος λόγος (πολιτικός και δημοσιογραφικός), οποιαδήποτε κινητοποίηση, εργατική, φοιτητική, μαθητική. Ας τα βαφτίσουμε, ελπίζοντας ότι το όνομά τους αποδίδει με κάποια πιστότητα το περιεχόμενό τους: Το σενάριο της υποκίνησης. Το σενάριο της μειοψηφίας. Το σενάριο των ασαφών αιτημάτων. Το σενάριο της αντιδημοκρατικότητας. Το σενάριο της αντικοινωνικότητας. Με τις κινητοποιήσεις των αγροτών, μόνο το σενάριο της αντικοινωνικότητας παίχτηκε (ότι δηλαδή τα μπλόκα ζημιώνουν άλλες κοινωνικές ομάδες), κι αυτό όμως χωρίς ιδιαίτερη ζέση και όχι από την πρώτη μέρα.

Τόσο τα κυβερνητικά στελέχη όσο κι εκείνοι οι διάσημοι τηλεδημοσιογράφοι που παθαίνουν αναφυλαξία όταν ακούνε για οποιαδήποτε απεργία ή διαδήλωση (και οι οποίοι, όταν εξαντλούν τα παραδοσιακά σενάρια, καταφεύγουν σε ένα τελευταίας εσοδείας, σύμφωνα με το οποίο «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι παραφυάδες αυτού») απέφυγαν να καταγγείλουν τους αγρότες σαν υποκινούμενους. Απέφυγαν επίσης να μιλήσουν για μειοψηφίες που δρουν αυθαιρέτως, δίχως συνελεύσεις και ψηφοφορίες ή να μυκτηρίσουν την απουσία «σαφών αιτημάτων». Σαφή ήταν τα αιτήματα (με τα θεσμικά, που αφορούν το μέλλον, πολύ σαφέστερα από τα οικονομικά, που αφορούν το παρόν) και σαφές επίσης ότι αν υπήρξε «υποκίνηση», ανάμεσα στους υποκινητές θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε περισσότερους συνδικαλιστές προσκείμενους στο κυβερνητικό κόμμα παρά στο ΠΑΣΟΚ (το οποίο και στο «αγροτικό» έχει τρεις θέσεις, τις εξής δύο, καμία) ή την Αριστερά.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που τα τρακτέρ βγαίνουν στους δρόμους και το γυαλί πλημμυρίζει από πρόσωπα που απέχουν από το μοντέλο της καθωσπρέπει εμφάνισης, της καλοξυρισμένης και γραβατωμένης, καθώς και από φωνές «βλάχικες» που δεν υπακούουν στον αθηναιοκεντρικό γλωσσικό κανόνα, οι τηλεοπτικοί ρυθμιστές της κοινής γνώμης σαν να τα χάνουν. Ιδίως εκείνοι που η εμπειρία τους από την αγροτική Ελλάδα εξαντλείται μεταξύ Μυκόνου και Αράχοβας, υψώνουν το φρύδι με κάτι ανάμεσα σε αποστροφή και επιτίμηση, όπως κάνουν κι όταν σχολιάζουν διαδηλώσεις, ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι ουδέποτε έτυχε να πορευτούν μαζί με άλλους για να διεκδικήσουν οτιδήποτε που να μην αφορά μόνο την αφεντιά τους και κάποια στιγμή να «απωθηθούν» και να ψεκαστούν από αστυνομικούς.

Οι αποσπασματικές εικόνες από τα Τέμπη ή τον Προμαχώνα (που για λόγους εντυπωσιασμού εμφανίζουν μια Ελλάδα μοιρασμένη σε μπλόκα-κράτη, όπως κάποτε μοιραζόταν σε πόλεις-κράτη) και οι λιγοστές κουβέντες «καταληψιών», που καταφέρνουν να ακουστούν, δεν αρκούν για να κατανοήσουμε όσα προβλήματα αντιμετωπίζουν αγρότες και κτηνοτρόφοι. Μπορούμε ωστόσο να τα νιώσουμε αν σκεφτούμε τι μεσολαβεί κι εμείς εδώ στην Ελλάδα αγοράζουμε το ελληνικό γάλα ή λάδι πολύ ακριβότερα απ’ ό,τι αγοράζει το ελληνικό γάλα ή λάδι ο Γερμανός στη Γερμανία. Αυτό ποιο σενάριο το προβλέπει;

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 29/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Aλλο μπλόγκερ και άλλο μπλόκερ

Posted on Ιανουαρίου 27, 2009. Filed under: Αγροτιά, Δημοσιογράφοι, Διαμαρτυρία, Εργασία, Ελλάδα, Κινήματα, Κοινωνία, Μπλόκα | Ετικέτες: |

Το ρήμα «παραμένω» κυριαρχεί στα τηλεοπτικά. Τα τρακτέρ παραμένουν στους δρόμους, οι αγρότες παραμένουν στα μπλόκα, η Ελλάδα παραμένει κομμένη στα δύο. Ομως και τα προβλήματα φαίνεται ότι παραμένουν παρά τα 500 εκατ. ευρώ που δίνει το υπουργείο, όπως παραμένει και η αβεβαιότητα για το μέλλον των αγροτών.

Αλλο οι μπλόγκερ του Διαδικτύου και άλλο οι μπλόκερ του εθνικού οδικού δικτύου. Αρκετοί παραθυράτοι πολιτικοί και σχολιαστές νουθετούν αφ’ υψηλού τους εξεγερμένους αγρότες, με τους οποίους μοναδικό κοινό σημείο έχουν τα τρακτερωτά λάστιχα στα σπορ μποτάκια τους.

Παρά τη φλυαρία και τη θεατρικότητά τους, τα ρεπορτάζ αυτά παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Επιτέλους, μας υπενθυμίζουν ότι δεν μιλούν όλοι οι Ελληνες όπως στο «Κους Κους» ή στον «Καφέ με την Ελένη»! («Δεν πάει άλλο μπλιο», λέει ένας Κρητικός αγρότης.) Ενας ηλικιωμένος  «μπλόκερ» μιλάει στο Mega Σαββατοκύριακο: «Σήμερα πήρα ένα μασουράκι που μου ζήτησε η γυναίκα μου και το πλήρωσα 80 λεπτά. Να και η απόδειξη, κοιτάξτε». Στο χέρι του κρατά ένα χαρτάκι από ταμειακή μηχανή. Δηλαδή, λίγα μέτρα κλωστή αξίζουν όσο 3–4 κιλά σιτάρι! Ομως εκείνη τη στιγμή φτάνει στο στούντιο της εκπομπής ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης κι έτσι, αφήνουμε το μασουράκι για να συζητήσουμε με τον κ. Χατζηγάκη…

Ακινητοποιημένα τρακτέρ στις δύο άκρες του δρόμου έως εκεί που φτάνει το μάτι της κάμερας. Μαύρες σημαίες, άσπρες πλαστικές καρέκλες για ξεκούραση. Οταν τους ρωτούν αν το τσούζουν με τσίπουρο, οι Θεσσαλοί απαντούν αρνητικά: «Χρειαζόμαστε καθαρό μυαλό».

Μερικές φορές η «κραυγή της απόγνωσης» είναι πολύ ηχηρή. «Χρωστάω 50.000 ευρώ, πρέπει να δανειστώ άλλες 50.000. Ο Αξιός εδώ κοντά είναι, θα φουντάρω», δηλώνει ένας αγρότης από το μπλόκο των Μαλγάρων. Ενας αγροτοσυνδικαλιστής από τη Φθιώτιδα δηλώνει: «Εμείς θα πεθάνουμε εδώ, στην Αλαμάνα!» Ευτυχώς, οι Ελληνες αγρότες δεν έχουν τάσεις αυτοκτονίας. Πιο δραματικό από αυτές τις κορόνες είναι το γεγονός ότι χιλιάδες τόνοι σιτάρι και καλαμπόκι μένουν αδιάθετοι και αργοσαπίζουν στις αποθήκες.

Εποχικό φαινόμενο; Οχι ακριβώς. Και άλλες χρονιές τα τρακτέρ είχαν κλείσει τους δρόμους, όμως ποτέ άλλοτε δεν νιώθαμε ότι ζούμε τον αργό θάνατο του αγροτικού κόσμου, χωρίς την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής στις πόλεις ή, έστω, στην ξενιτιά. Τον τόνο φέτος δεν τον δίνει το παζάρι των διαπραγματεύσεων, αλλά το γεγονός ότι σήμερα τα παραγόμενα τρόφιμα αρκούν για να γίνει η πείνα παρελθόν σε όλο τον πλανήτη.

Προφητικό, αν και δεν μιλούσε για την Ελλάδα, ήταν το «Πεθαίνοντας στην αφθονία» που προβλήθηκε τον Δεκέμβριο. Το ντοκιμαντέρ αυτό του «Εξάντα» μάς θύμισε ότι όταν τα βασικά είδη διατροφής γίνονται αντικείμενο άγριας κερδοσκοπίας και χρηματιστηριακού τζόγου, η απελπισία θα εναλλάσσεται με το (συνήθως προσωρινό) βόλεμα, η απληστία με τον κυνισμό, η οργή με την απογοήτευση. Kαι αν η μάνα ρέιβερ ήταν μια τηλεοπτική καρικατούρα, ο αγρότης μπλόκερ είναι μια πραγματικότητα.

  • Tης Μαριαννας Τζιαντζη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 27 Iανoυαρίου 2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το μέσο γίνεται το μήνυμα

Posted on Δεκέμβριος 20, 2008. Filed under: Δημοσιογράφοι | Ετικέτες: |

Της Ξένιας Kουναλάκη, Η Καθημερινή, 20/12/2008

Ο Ιρακινός δημοσιογράφος που εκτόξευσε τα παπούτσια του κατά του Τζορτζ Μπους στη διάρκεια της αποχαιρετιστήριας επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου στη Βαγδάτη και η σιωπηλή εισβολή των νεαρών σε στούντιο της ΕΡΤ για να προβάλουν το σύνθημά τους «Σταματήστε να κοιτάτε και βγείτε στους δρόμους» έχουν ένα κοινό σημείο. Είναι δύο χάπενινγκ με ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα, δύο εντυπωσιακές –σχεδόν καλλιτεχνικές– δράσεις. Η αξία αμφοτέρων έγκειται ότι είναι εύκολα αφομοιώσιμα γεγονότα, που καταγράφονται στο συλλογικό –ακόμη και το διεθνές– υποσυνείδητο. Μαζί με το πλαστό φύλλο των «Τάιμς της Νέας Υόρκης», που κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο και διακήρυσσε το τέλος του πολέμου στο Ιράκ, το παπούτσι του Ιρακινού δημοσιογράφου αναδείχθηκε σε σύμβολο του αγώνα των Ιρακινών κατά της αμερικανικής κατοχής. Ενα παπούτσι, ένα πανό, μερικά δευτερόλεπτα σιωπής ή μια βρισιά είναι σαφώς αποτελεσματικότερη διαμαρτυρία από τον συνήθη ακατάσχετο βερμπαλισμό.

Ενα απολυμένο στέλεχος της συμβουλευτικής εταιρείας Weiser LLP, ο Τζόσουα Πέρσκι, κατόρθωσε να κλέψει τα φώτα της δημοσιότητας πριν από λίγες μέρες όταν άρχισε να κόβει βόλτες στο Μανχάταν φορώντας –με τη γνωστή μορφή των επιγραφών σάντουιτς– την αγγελία «Απόφοιτος του ΜΙΤ ζητεί εργασία». Μετά από μία εβδομάδα ο Πέρσκι βρήκε δουλειά! Εθισμένοι σε τέτοιου είδους διαμαρτυρίες οι περιβαλλοντολόγοι ακτιβιστές στη Βρετανία κατέλαβαν την περασμένη εβδομάδα ένα από τα πλέον πολυσύχναστα αεροδρόμια της χώρας, το Στάνστεντ, ακολουθώντας τα χνάρια των εργαζομένων στην Ολυμπιακή αλλά και των αντικυβερνητικών διαδηλωτών στην Ταϊλάνδη, που προκάλεσαν πολυήμερο χάος στην τουριστική κίνηση της χώρας. Στη Βρετανία, ακτιβιστές που θέλησαν να εγκαινιάσουν τον διάλογο για την επέκταση του Χίθροου, βομβάρδισαν το υπουργείο Μεταφορών της χώρας με χάρτινα αεροπλανάκια, σαν τις σαΐτες που ρίχνουν οι σκανταλιάρηδες μαθητές μόλις η δασκάλα γυρίσει την πλάτη της. Η καλλιτεχνική μορφή πάλης μέσω δράσεων είναι γνωστή ήδη από τη δεκαετία του ’60. Μέλη αμερικανικής οικολογικής οργάνωσης είχαν εκσφενδονίσει το 1967 πλαστά δολάρια εναντίον του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Στόχος τους ήταν να καυτηριάσουν την απληστία. Οι χρηματιστές δεν άντεξαν κι άρχισαν να κυνηγούν τα ψεύτικα χαρτονομίσματα. Το μέσο έγινε το μήνυμά τους.

Μαθητές και φοιτητές στην Ελλάδα συνειδητοποίησαν ότι το μήνυμά τους κινδύνευε να χαθεί κάπου ανάμεσα στις μολότοφ των κουκουλοφόρων και τις περισπούδαστες αναλύσεις των επαϊόντων. Και πως, αν άρχιζαν το μπλα μπλα, θα έμοιαζαν τρομαχτικά με μια περιπλανώμενη–μικρομέγαλη Βουλή των Εφήβων. Οπλίστηκαν λοιπόν με λουλούδια και φαντασία, πρόσφεραν ενδιαφέροντα κάδρα σε φωτορεπόρτερ και καμεραμέν, κι αποφάσισαν να παρεμβληθούν στην κανονική ροή των εικόνων. Να εισχωρήσουν στην κοινωνία του θεάματος, να διακόψουν το πολικό σόου του πρωθυπουργού και να παρουσιάσουν τη δική τους παράσταση. Εσκυψαν γυμνοί μπροστά στους αστυνομικούς, ακούμπησαν τις ασπίδες τους και σωριάστηκαν –σαν νεκροί– στα σκαλιά των θεσμών, μετατρέποντας τα σώματά τους σε σύνθημα.

Μερικές φορές δεν ξέφυγαν από το κιτς, ούτως ή άλλως η εμμονή και η επανάληψη ενέχει εξ ορισμού την απειλή της κακογουστιάς. Οι κυνικοί διέγνωσαν μελοδραματικά στοιχεία στις ενέργειές τους, ξεχνώντας ίσως τις δικές τους σχηματικές ευαισθησίες στα χρόνια της εφηβείας. Οσοι δυσανασχετούν, μάλλον έχουν γεράσει.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ρόλοι κομμένοι στο γυαλί

Posted on Δεκέμβριος 20, 2008. Filed under: Δημοσιογράφοι, Διαφθορά, Επικοινωνία, Κοινωνία, Πολιτική, Τηλεόραση | Ετικέτες: |

Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 20/12/2008

Την υποψία την είχα από καιρό, τη συζήτησα και με άλλους καταναλωτές τηλεειδήσεων, κι αυτοί την ίδια εντύπωση είχαν, μπα, είπαμε, δεν γίνονται τέτοια πράματα, δεν πρέπει να γίνονται, άρα δεν γίνονται. Τις φορτισμένες μέρες μετά το φονικό στα Εξάρχεια όμως η υποψία έγινε δυσάρεστη βεβαιότητα: Στα κανάλια με τα μονοθεματικά δελτία και τα παράθυρα με τους θρονιασμένους σχολιαστές (τους δημοσιογράφους εννοώ, όχι τους επισκέπτες) συνηθίζουν να βάζουν υποτιτλάκια που αποδίδουν συνοπτικά όσα λέει κάθε σχολιαστής. Ε λοιπόν, πριν στρογγυλέψει την πρώτη του φράση ο δημοσιογράφος, πριν διατυπώσει μια πλήρη σκέψη, το τιτλάκι προφταίνει να δώσει γραπτό το σχόλιό του συνοπτικά διατυπωμένο. Μα, λες, ποιος πρόλαβε να διαβάσει τη σκέψη του σχολιάζοντος, ποιος κατάλαβε από τις τρεις πρώτες λέξεις τι θέλει να πει και μας το δίνει έτοιμο, στρογγυλεμένο, για να το καταπιούμε αμάσητο, χωρίς να χρειαστεί να ακούσουμε όσα ενδεχομένως έχει να πει;

Δεν ξέρω ποιος βάζει τα τιτλάκια στο γυαλί, φαντάζομαι όμως τα εξής: Πριν αρχίσουν οι ειδήσεις, παρουσιαστές και σχολιαστές κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και μοιράζουν ρόλους: εσύ θα παίξεις τον ολίγον δεξιό, εσύ τον μετριοπαθώς αριστερό, εσύ τον ανένδοτο φίλο του λαού, εσύ τον υπερασπιστή της αστυνομίας (αυτή άλλωστε διαθέτει μπόλικα παπαγαλάκια), εσύ τον αντάρτη πόλεων (ή μάλλον τον αντάρτη του στούντιο). Αφού μοιραστούν οι ρόλοι, ώστε να βγαίνει κάποια αντίθεση στο δελτίο και να τσιμπάει ο τηλεθεατής, να ταυτίζεται με τον έναν ή τον άλλον, γράφει ο καθένας (ή τα γράφει κάποιος αριχσυντάκτης) τα σλόγκαν βάσει των οποίων θα μιλήσει. Κι έτσι εμείς οι ευτυχείς διαβάζουμε τι υποστηρίζει κάθε σχολιαστής πριν καν αρχίσει να το λέει, πριν καν αρχίσει να παίζει τον ρόλο του.

Κάπως έτσι καταντάει θεατρικό σκετσάκι η δημοσιογραφία. Ενα μελόδραμα που παίζεται μόνο μία φορά, γιατί την επομένη θα ανεβεί άλλο στη γυάλινη σκηνή, με τους ίδιους ρόλους ή και με νέους. Κι ύστερα απορούμε γιατί η αξιοπιστία μιας κάποιας δημοσιογραφίας συναγωνίζεται την αξιοπιστία της πολιτικής ή της καλογερικής.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Δημοσιογράφοι σε κωμικούς ρόλους;

Posted on Δεκέμβριος 15, 2008. Filed under: Αστυνομική βία, Δημοσιογράφοι, Διαδηλώσεις | Ετικέτες: |

Τα πατρογονικά καταλήστεψαν σεντούκια μας κι εμείς οι αφελείς τ’ αφτιά μας τεντωμένα στα τραγούδια τουςΠ.Ι. Φύσσας, Λάρνακες

Τα πρόσφατα τραγικά και θλιβερά γεγονότα και φαινόμενα ανέδειξαν χρόνιες παθογένειες της ελληνικής Πολιτείας και κοινωνίας, που εκφράζονται με γενικούς αφορισμούς (π.χ. για όλα φταίνε οι άλλοι, όλοι οι θεσμοί είναι διαβρωμένοι, η γενιά του Πολυτεχνείου «πουλήθηκε» κ.ο.κ.). Ανέδειξαν όμως και τις (εγγενείς;) ανεπάρκειες, αδυναμίες, αστοχίες της ηλεκτρονικής και έντυπης δημοσιογραφίας. Αφού υπέστημεν τους δημοσιογράφους-σεισμολόγους, τους δημοσιογράφους-επιδημιολόγους, τους δημοσιογράφους-ιεροκήρυκες, τους δημοσιογράφους-προφήτες, την τελευταία βδομάδα δεχτήκαμε μαζική επίθεση από δημοσιογράφους-κοινωνιολογίζοντες.

ΕΠΕΙΔΗ ώς ένα σημείο είχαμε συνηθίσει και αποκτήσει σχετική ανοσία, ξεπερνούσαμε τα σχόλια περί ταξικού αγώνα των κουκουλοφόρων, περί κοινωνικού αποκλεισμού των πλιατσικολόγων και περί «ανακούφισης» των πληγέντων καταστηματαρχών (αφού τώρα δεν έχουν τίποτα πλέον να χάσουν). Αυτό όμως που δεν αντέχεται από την, κατά τα άλλα, τόσο ανεκτική (αλλά και διπρόσωπη) ελληνική κοινή (;) γνώμη είναι η απότομη αλλαγή γραμμής και πλεύσης. Μόλις τα αστυνομικά, πολιτικά, εκδοτικά ή όποια άλλα δεδομένα άλλαζαν, οι δημοσιογράφοι έκαναν μια θεαματική κωλοτούμπα και ανεκάλυπταν «μετανάστες», «εγκληματοειδείς», «εχθρούς του λαού».ΤΟ ΠΛΕΟΝ όμως ενδιαφέρον (και άκρως αποκαλυπτικό) στοιχείο ήταν οι περί ποινικού δικαίου και αστυνομίας απόψεις πολλών «γυάλινων» ειδικών.

ΜΕ ΒΑΣΗ έναν επικίνδυνο, υποκειμενικό (μέχρι και προσωπικό) ποινικό κώδικα απεφάνθησαν ότι η στέρηση εργασίας «νομιμοποιεί» την κλοπή και τη ληστεία (χωρίς να μας εξηγήσουν εάν η σεξουαλική στέρηση «νομιμοποιεί» το βιασμό και η συναισθηματική στέρηση «νομιμοποιεί» την ανθρωποκτονία) και με βάση τη δολοφονική ενέργεια του αστυνομικού απεφάνθησαν ότι η αστυνομία συγκροτείται από διεφθαρμένους και ανίκανους «μπάτσους» (χωρίς ωστόσο να μας διευκρινίσουν εάν οι 5-10 αστυφύλακες που τους «φυλάνε», εντάσσονται σ’ αυτήν την κατηγορία).

ΕΠΕΙΔΗ όλα αυτά τα κωμικά έχουν συνήθως τραγικές συνέπειες, θα πρέπει να προσέξει η νέα γενιά να μη δώσει και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στους αυτόκλητους και όψιμους υποστηρικτές των αγώνων τους (άλλωστε, ήταν οι ίδιοι που παλαιότερα τους χαρακτήριζαν «αλήτες»).

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ λειτούργημα είναι κρίσιμη συνιστώσα του δημοκρατικού πολιτεύματος, εάν δεν διαπλέκεται και δεν αυτο-απαξιώνεται. Διαφορετικά, θα ισχύει η γνωστή ατάκα του Αυλωνίτη: «Πού πάμε ρε, πού πάμε;»!

ΥΓ. Είναι προφανές ότι τα σχόλια δεν αφορούν όλα τα media και όλους τους δημοσιογράφους

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 15/12/2008
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...