Διανοούμενοι

Πού είναι οι «πνευματικοί άνθρωποι»;

Posted on Ιανουαρίου 11, 2009. Filed under: Διανοούμενοι, Πολιτικό σύστημα | Ετικέτες: |

Tου Xρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 11/01/2009

Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα σήμερα είναι εξόφθαλμη: Τα υπάρχοντα κόμματα αδυνατούν να δώσουν λύσεις (ή να τις υποδείξουν με ρεαλισμό) σε βασικά και στοιχειώδη προβλήματα του κράτους και της κοινωνίας.

Αδύνατο να πετύχουν και το ελάχιστο της συναίνεσης προκειμένου να αντιμετωπιστούν εφιαλτικά συμπτώματα κοινωνικής διάλυσης – η αλογία και βία της οχλοκρατίας, η εγκληματική καπηλεία του πανεπιστημιακού ασύλου, η επιμονή της κομματικής ιδιοτέλειας να ασελγεί στον ψυχισμό της νεολαίας.

Η αδυναμία συναίνεσης στα στοιχειώδη συνοδεύεται (ή και προκαλείται) από την κραυγαλέα ανικανότητα και ολιγότητα των κομματικών αρχηγών, τα σπιθαμιαία τους (ως προς τις απαιτήσεις των καιρών και το παρελθόν πολιτισμού της χώρας) αναστήματα. Πανικοβάλλει τον πολίτη η τέλεια ανυπαρξία κριτικών διεργασιών στο εσωτερικό των κομμάτων: η δειλία των στελεχών και των μελών να κρίνουν τον αρχηγό, νηφάλια και υπεύθυνα να τον αμφισβητήσουν, όταν αποδείχνεται ανίκανος. Απελπίζει – το γεγονός ότι οι κομματικοί αρχηγοί εκλέγονται με κριτήριο, κυρίως ή και αποκλειστικά, τον εντυπωσιασμό των ολιγοφρενών: Για το οικογενειακό τους όνομα ή για το νεαρό της ηλικίας τους και το «κοκοράκι» των μαλλιών τους ή για τον τσαμπουκά μιας «αριστεροσύνης» που χυδαΐζει στο κοινοβούλιο με λόγο και εμφάνιση.

Εχοντας δεδομένη (και στατιστικά) την απαξίωση των κομμάτων κάποιοι πολίτες στρέφονται απεγνωσμένα, σαν σε σανίδα σωτηρίας, στους «πνευματικούς ανθρώπους». Τους ζητούν να βγουν μπροστά, να εκφράσουν τη λαϊκή αγανάκτηση, την οργή, τις απαιτήσεις της κοινωνίας των πολιτών, αυτοί να ηγηθούν καινούργιων πολιτικών σχηματισμών ενάντια στον φασισμό της συνδικαλισμένης ιδιοτέλειας, της ψηφοθηρίας που κολακεύει την κτηνωδία και την παράνοια. Τέτοιες προσδοκίες από τους «πνευματικούς ανθρώπους» ίσως υποδηλώνουν νοσταλγικές αναγωγές σε αγλαϊσμένα συμβάντα του παρελθόντος: Στη δήλωση του Σεφέρη ενάντια στη δικτατορία ή, προγενέστερα, στην πολιτική επιφυλλιδογραφία του Γιώργου Θεοτοκά, πιθανόν και στο εξοχότερο πολιτικό κείμενο της σύγχρονης Ελλάδας: «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» του Οδυσσέα Ελύτη.

Ξεχνούν όσοι προσβλέπουν στους «πνευματικούς ανθρώπους» ότι και τα τρία αυτά συγκινητικά παραδείγματα πολιτικής παρέμβασης έμειναν παντελώς ατελέσφορα – καμιά εξουσία δεν υπολογίζει κρίσεις, προτάσεις, υπογραφές διανοουμένων. Ακόμα και η καθολική θεωρητική καταδίκη του μαρξιστικού – λενινιστικού – σταλινικού ολοκληρωτισμού και των φρικωδών εγκλημάτων του δεν εμποδίζει να υπάρχουν ακόμα κόμματα που ευαγγελίζονται αυτή τη φρίκη ως οδό σωτηρίας και να ψηφίζονται σταθερά από το 10% περίπου των Ελλαδιτών.

Επίσης καθολικά, από στοχαστές και ιστορικούς, έχει καταδικαστεί το ένοπλο πραξικόπημα, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ελλάδα – απέβλεπε να ενσωματώσει στανικά τη χώρα στον εφιάλτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και προκάλεσε πολυαίμακτο εμφύλιο πόλεμο. Κι όμως, η πάγκοινη θεωρητική καταδίκη δεν εμποδίζει τους ηττημένους του πραξικοπήματος (που εκ των υστέρων και οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι «ευτυχώς νικηθήκαμε») να είναι, τριάντα χρόνια τώρα, οι νικητές στο ιδεολογικό πεδίο. Εμπρακτα νικητές, δηλαδή αφέντες και κυρίαρχοι στα πανεπιστήμια, στα σχολειά, σε κάθε χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, στα μέσα ενημέρωσης, στον έλεγχο των προϋποθέσεων δημόσιας προβολής οποιουδήποτε. Και μιλάμε όχι για τους κάποτε ανιδιοτελείς της Αριστεράς, αλλά για τους συμφεροντολόγους καριερίστες επιγόνους.

Φτάσαμε στο σημείο, ακόμα και της Ακαδημίας Αθηνών τα λογοτεχνικά βραβεία να δίνονται στα απονέρια της μαρξιστικής φενάκης και μάλιστα οι βραβευμένοι να απολογούνται δημόσια σαν υπόλογοι, επειδή δέχθηκαν να βραβευθούν από θεσμό – σύμβολο της «συντήρησης»! Σε ποια μετερίζια λοιπόν να αναζητήσουν οι πολίτες τους «πνευματικούς ανθρώπους» που με την ανιδιοτέλεια, την οξυδέρκεια, το κύρος ενός Σεφέρη, Ελύτη, Θεοτοκά θα μπορούσαν σήμερα να υποδείξουν ή να σαρκώσουν λύσεις εξόδου από το αδιέξοδο της κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος;

Θέλει τόλμη για να ισχυριστεί κανείς ότι τον ρόλο που οι πολίτες προσδοκούν από τους «πνευματικούς ανθρώπους» τον αναλαμβάνουν σήμερα, σποράδην και χωρίς τυμπανοκρουσίες, κάποιες γραφίδες επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Θέλει τόλμη ο ισχυρισμός γιατί σαν δημοσιογραφία φτάσαμε να λογαριάζουμε την κυρίαρχη στη δημοσιότητα εκδοχή του αδίστακτου κιτρινισμού, την πλημμυρίδα της ευτέλειας, το πρακτοριλίκι συμφερόντων, ντόπιων και ξένων. Γιατί κατεξοχήν η δημοσιογραφία, μαζί με τα πανεπιστήμια και τα σχολειά, δυναστεύεται από τις συντεχνίες και την τρομοκρατία της δήθεν Αριστεράς.

Ομως δημοσιογραφικός λόγος απροκατάληπτος, κριτικής τόλμης και θετικών ρεαλιστικών προτάσεων αρθρώνεται και κατατίθεται. Και είναι χρέος ελπίδας να τον εντοπίζουμε, να τον ξεχωρίζουμε, να τον τιμάμε. Είμαι έτοιμος να δεχθώ επίμεμψη για περιορισμένη οπτική, ίσως και για μεροληπτική προκατάληψη, αλλά καταθέτω όσα ο ίδιος πιστοποίησα – άλλοι ας διευρύνουν την πιστοποίηση. Θέλω λοιπόν να πω στον αναγνώστη μου ότι μέσα στον εφιάλτη της βίας, της παράνοιας, του αδίστακτου σε εγκλήματα φασισμού όπου βυθίστηκε η Ελλάδα από τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου, αυτή εδώ η εφημερίδα που κρατάει στα χέρια του, η «Καθημερινή», κρίνω ότι λειτούργησε, πραγματικά, όπως οι πολίτες περιμένουν να λειτουργήσει η συνείδηση ευθύνης των «πνευματικών ανθρώπων».

Τα ανώνυμα κύρια άρθρα της εφημερίδας στις 9/12 (για την ανάγκη οικουμενικής κυβέρνησης), στις 11/12 (για το αδιανόητο να λειτουργήσει δημοκρατία χωρίς αστυνομία), στις 13/12 (για τη νομιμοποίηση της βίας από τον λαϊκισμό «προοδευτικών» καναλιών και ραδιοφώνων), στις 14/12 (με έκκληση στον πρωθυπουργό επιτέλους να τολμήσει), στις 16/12 (με έκκληση στους ψοφοδεείς πρυτάνεις να περιφρουρήσουν την ακαδημαϊκή ελευθερία), στις 21/12 (για την παρανοϊκή καπηλεία του ακαδημαϊκού ασύλου), στις 24/12 (για την υστερική δαιμονοποίηση της αστυνομίας), στις 30/12 (για την ανάγκη να δημοσιοποιηθούν τα οικονομικά μεγέθη της καταστροφής που επέφερε σε πανεπιστημιακά κτήρια η τάχα «οργισμένη» νεολαία). Κείμενα κορυφαίας πολιτικής εντιμότητας, σπάνιας ποιότητας δημοσιογραφικού λόγου. Τα άρθρα του Αντώνη Καρκαγιάννη, στις 7/12 (για τα νεοσοβιετικά οράματα που με στυλ φρικιού εξαγγέλλει ο Αλ. Αλαβάνος), στις 9/12 (για τις χιτλερικές «Νύχτες των Κρυστάλλων» που αναβίωσαν στην Αθήνα), στις 11/12 (για τη δημόσια ασφάλεια ως το πρώτο δικαίωμα που αφαιρούν από τον λαό οι δικτατορίες), στις 13/12 (για την τυμβωρυχία που αποτολμά ο κ. Αλ. Αλαβάνος), στις 14/12 (για τον φασισμό που κυοφορήθηκε με την, επί χρόνια τώρα, καταστροφή του σχολείου, της αυτοπειθαρχίας, του ασκητισμού της γνώσης), στις 18/12 (για το πελώριο ψέμα του «πανεπιστημιακού ασύλου» θεσμού βίας και τραμπουκισμού), στις 20/12 (για τις καταλήψεις ως προσχήματα κοπάνας και μόνο), στις 23/12 (για το φαινόμενο που λέγεται Τσίπρας). Συγκλονιστικές καταθέσεις, μνημεία τόλμης.

Τα κείμενα του Αλέξη Παπαχελά, στις 14/12 (για τους ανίκανους πολιτικούς, φιγούρες σε επιθεώρηση), στις 21/12 (για τον μηδενισμό της μεταπολίτευσης που φτάνει να χαρίζει τη νεολαία στους τρομοκράτες), στις 24/12 (για τη σήψη που συνεπιφέρει η απονομιμοποίηση της αστυνομίας και του κράτους). Κριτική οξυδέρκεια και αμείλικτη διαστολή της παράνοιας από την πολιτική διαμαρτυρία.

Ενδεικτικές παραπομπές. Υπάρχει δημοσιογραφία που λειτουργεί με τη συνείδηση της ευθύνης των «πνευματικών ανθρώπων». Να την τιμούμε.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η παράνοια φίμωσε τη Γιορτή

Posted on Δεκέμβριος 29, 2008. Filed under: Αστυνομική βία, Δημοκρατία, Διαδηλώσεις, Διαμαρτυρία, Διανοούμενοι, Καταλήψεις, Κουκουλοφόροι, Κοινωνία, Νεολαία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Xρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» πνίγηκε φέτος στον απόηχο της λυσσαλέας κραυγής «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Και η «επί γης ειρήνη», η άλλη εκείνη ειρήνη που δεν παραπέμπει στο αμεριμνομέριμνον της καταναλωτικής αποχαύνωσης, αλλά σε ελπίδα νίκης καταπάνω στον θάνατο, απόμεινε λόγος περιθωριακός, διακοσμητικός αισθημάτων. Σαν κάποιες φιοριτούρες της εμπορικής καπηλείας των Χριστουγέννων που απόμειναν στις θρυμματισμένες και καμένες βιτρίνες θυμητάρια βανδαλισμού, καθόλου ίχνη Γιορτής.

Ολοφάνερα πια, άξονας συνοχής της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι η κοινωνούμενη εμπειρική αναζήτηση αλήθειας, δηλαδή «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Δεν είναι η ποιότητα ζωής, δηλαδή η χαρά των σχέσεων κοινωνίας, ούτε ο πολιτισμός που τον χτίζει πάντοτε η ανιδιοτέλεια της αναζήτησης και της σχέσης. Μια αντικοινωνική, απάνθρωπη βία ντύνεται τη λεοντή της δήθεν εξέγερσης για περισσότερη δημοκρατία και μαζί με την παθητικότητα των πολλών μπροστά στην απάτη, στην ανομία, στο έγκλημα, με τραγική την ιδιοτέλεια των μπροστάριδων, δεν αφήνει περιθώρια να ξεμυτίσει έστω υπόμνηση Γιορτής.

Ο λόγος για τα Χριστούγεννα απόμεινε ψίθυρος εντελώς ανίκανος να αναμετρηθεί με τη βροντώδη και ανεξέλεγκτη παράνοια. Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για τα χειροπιαστά της καθημερινότητας, να ξεχωρίσουμε τη δημοκρατία από την οχλοκρατία και ανομία, πώς λοιπόν να μιλήσουμε για κοινωνούμενη ψηλάφηση ελπίδας που γεννάει πανηγύρι Γιορτής; Πραγματικά, ο πανικός δεν είναι τόσο από την τυφλή βία, είναι από τον κυρίαρχο στον δημόσιο λόγο (τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες) παραλογισμό, την απροσμέτρητη σύγχυση.

Εξωραΐζουν και ηρωοποιούν σαν «εξέγερση» της νεολαίας τις πολιορκίες αστυνομικών τμημάτων από δεκάχρονα και δεκαπεντάχρονα παιδιά, που μόνο συναισθηματικά (ή με το αφιόνι έντεχνης προπαγάνδας) μπορούν να συνεπαρθούν για κάτι διαφορετικό από τον χαβαλέ. Και με τον ξεσηκωμό των παιδιών θέλουν να καμουφλάρουν τις συντονισμένες (εκ προμελέτης και κατά συρροήν) απόπειρες δολοφονίας αστυνομικών υπαλλήλων από ενήλικες κουκουλοφόρους με λοστούς, τσεκούρια και βόμβες μολότωφ. Ούτε καν απόφαση της θεσμικής δικαιοσύνης δεν ξεμύτισε ποτέ να οριοθετήσει το έγκλημα: οι εξόφθαλμες απόπειρες δολοφονίας εκ προθέσεως προσάγονται στον εισαγγελέα και απαλλάσσονται – οι θεσμοί υποτάσσονται στην απειλή της βίας.

Να δεχθούμε ότι η αφορμή οργής είναι δικαιολογημένη. Οτι υπάρχουν αστυνομικοί που αυθαιρετούν, φτάνουν σε αδικοπραγίες, κάποιοι και σε φόνο. Οτι οι προφανώς ένοχοι δικάζονται μεροληπτικά, τους επιβάλλονται μικρές ή καθόλου ποινές. Ομως γιατρεύεται το κακό με το να προπηλακίζουμε χυδαία όλους ανεξαίρετα όσους βγάζουν το ψωμί τους σαν αστυνομικοί υπάλληλοι; Να προσπαθούμε να τους κάψουμε ζωντανούς, να τους λυώσουμε με λοστούς και τσεκούρια μόνο επειδή φοράνε στολή; Οταν βγαίνει αρχηγός κόμματος ή περιώνυμος σατυρικός σχολιαστής και δικαιώνουν εξυμνητικά τις ωμές απόπειρες δολοφονίας αστυνομικών, ποιος θεσμός μπορεί να συμμαζέψει την παράνοια;

Να δεχθούμε δικαιολογημένη την έκρηξη της συλλογικής οργής. Αλλά, αν αφορμή της οργής είναι συμπεριφορές αστυνομικών που οφείλονται στην κακή τους εκπαίδευση, στην απουσία πειθαρχικού τους ελέγχου, στην κραυγαλέα ανικανότητα της πολιτικής τους ηγεσίας, γιατί να ζητάμε το αποδιοπομπαίο σφάγιο σε μια επαγγελματική τάξη βιοπαλαιστών υπαλλήλων και όχι στους κυρίως υπεύθυνους; Γιατί να εξωραΐζεται ο πρωτογονισμός που καίει καταστήματα, αυτοκίνητα, τράπεζες προκειμένου να εκδικηθεί εγκλήματα αστυνομικών, ναι, απαραδέκτως πολλά, αλλά οπωσδήποτε μεμονωμένα; Για όσους ιατρογενείς θανάτους συμβαίνουν στα νοσοκομεία, είναι λογικό να βγούμε στους δρόμους ουρλιάζοντας «Γιατροί, γουρούνια, δολοφόνοι» και να καίμε την πόλη; Το διανοείται κανείς; Υπάρχει εγκληματικότερος (χιτλερικότερος) ρατσισμός από το μεθοδευμένο συλλογικό μίσος για συγκεκριμένη επαγγελματική τάξη;

Αν φταίει η κυβέρνηση για την εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών και για τις μεθόδους καταστολής της ανομίας, γιατί η οργή των δημοκρατικά ευαίσθητων δεν ξεσπάει σε καταστροφή και πυρπόληση κομματικών γραφείων και κυβερνητικών κτηρίων; Εκφραση ωμής κτηνωδίας θα ήταν και ένα τέτοιο ξέσπασμα, θα είχε όμως κάπως εμφανέστερο λογικό έρεισμα από τη συντριβή, στα τυφλά, του κοινωνικού ιστού της χώρας, το βύθισμά της σε χάος οικονομικό που το πληρώνει πρώτη η φτωχολογιά.

Το σίγουρο είναι ένα: Η κυβέρνηση αποδείχθηκε δραματικά ανίκανη να αναμετρηθεί με το πραξικόπημα της παρανοϊκής βίας. Και η αντιπολίτευση αηδιαστικά ιδιοτελής, με μοναδική έγνοια να ψηφοθηρήσει. Ο πολίτης βρίσκεται παγιδευμένος στο αδιέξοδο ανάμεσα στη φαυλεπίφαυλη ανικανότητα και στον αδίστακτο καιροσκοπικό αμοραλισμό.

Για την ανικανότητα της κυβέρνησης και τη φαυλότητα του δημόσιου βίου την ευθύνη έχει ο πρωθυπουργός. Ομως, το κόμμα του αντιπροσωπεύει τη θεσμική δυνατότητα (δυστυχώς όχι και την πολιτική πραγματικότητα) μοναδικής εναλλακτικής στην άσκηση της εξουσίας αντιπρότασης έναντι του σοσιαλεπώνυμου αμοραλισμού και του συρριζωμένου στη βία μηδενισμού. Αν η ανικανότητα του πρωθυπουργού συμπαρασύρει και το κόμμα του στον πολιτικό καταποντισμό, η ελληνική κοινωνία θα μείνει για άλλα είκοσι χρόνια έρμαιο στον μονόδρομο της αναξιοκρατίας, του συνδικαλιστικού γκανγκστερισμού, της ιδεολογικής τρομοκρατίας, του κράτους, του υποταγμένου στις «κλαδικές».

Δεν μπορεί να μην υπάρχει μέσα στο κυβερνών κόμμα ένας πυρήνας ανθρώπων με συνείδηση της ευθύνης τους για την πατρίδα και επαρκή ανιδιοτέλεια. Ενας τέτοιος πυρήνας οφείλει να θέσει θέμα ηγεσίας και να προκαλέσει την απόσυρση του πρωθυπουργού. Οχι για να ανοίξει ο δρόμος στις φτηνές ορέξεις σπιθαμιαίων έως και κωμικών δελφίνων, άρρενες και θηλυκού γένους. Αλλά για να υποχρεωθεί αυτό το κόμμα, ύστερα από εικοσιεπτά ολόκληρα χρόνια, να αναζητήσει κριτήρια διάκρισης ποιοτήτων, κριτήρια εντοπισμού ηγετικών χαρισμάτων.

Πέντε ολόκληρα χρόνια, το κυβερνών κόμμα απέδειξε ότι δεν διαφέρει σε μεθόδους και σε στόχους από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ιδια αναξιοκρατία, ίδια παθητικότητα απέναντι στον γκανγκστερικό συνδικαλισμό, ίδια αθλιότητα κομματικού κράτους, ίδια ντροπή συνδρόμου κατωτερότητας στην εξωτερική πολιτική. Μοναδική διαφορά το γεγονός ότι ο αμοραλισμός και ο μηδενισμός του κυβερνώντος κόμματος είναι δεύτερο χέρι, απομίμηση συνταγής για δήθεν σίγουρη επανεκλογή, παρακολούθημα φτηνιάρικης εξουσιολαγνείας. Δεν προβλήθηκε σαν ιδεολογική πρωτοπορία και κοινωνική αυταξία. Αν τώρα η αναζήτηση καινούργιου αρχηγού πιθηκίσει και την καταφυγή σε ολίγιστη και κωμική ηγετική επάρκεια για να συνεχίζεται η οικογενειοκρατία στο τεταρτοκοσμικό Ελλαδιστάν, τότε και η προσέλευση του πολίτη στην κάλπη θα είναι πια περιττή.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η τέχνη της διαμαρτυρίας

Posted on Δεκέμβριος 29, 2008. Filed under: Διαδηλώσεις, Διανοούμενοι, Κοινωνία, Νεολαία, Τέχνη | Ετικέτες: |

Tης Μαριας Κατσουνακη, Η Καθημερινή, 28/12/2008

«Οταν η κοινωνία είναι σε κρίση, η τέχνη τι κάνει;». Το ερώτημα, υπό μορφή διαμαρτυρίας, διατυπώθηκε από θεατές στο Μέγαρο Μουσικής, στη διάρκεια συναυλίας της ΚΟΑ. Οι νεαροί (φοιτητές μουσικών σπουδών, σημειώνουν τα ρεπορτάζ) ανήκαν σε ομάδα 50, περίπου, ατόμων, που επέλεξαν το χάπενινγκ αυτό των ερωταπαντήσεων για να δηλώσουν την παρουσία τους και τις απόψεις τους.

Το περασμένο Παρασκευο–σαββατοκύριακο και άλλα θέατρα της Αθήνας δέχτηκαν παρόμοιες επισκέψεις. Στο Εθνικό (που εγκαινίαζε τη Νέα Σκηνή) και στο «Παλλάς» οι παραστάσεις του «Ρομπέρτο Τσούκο» και της «Μήδειας» διακόπηκαν. Τα μηνύματα: «Βγείτε στους δρόμους» ή «Αφού έχετε απενεργοποιήσει τα κινητά σας, ενεργοποιήστε τη συνείδησή σας». Οι παρεμβάσεις σύντομες, οι αντιδράσεις ποικίλες. Κάποιοι δυσφορούν και το δείχνουν, άλλοι χειροκροτούν και συντάσσονται.

Η πόλη χωρισμένη σε ένα, δύο, τρία, πολλά μέτωπα. Οσες και οι απόψεις. Και είναι πολλές, διαφορετικές ή αλληλοσυμπληρούμενες. Ορισμένοι καλλιτέχνες κατανοούν, πιστεύουν όμως ότι «οι δουλειές που υπογράφουν δεν εντάσσονται στην “κοινωνία του θεάματος”», ισοδυναμούν «με ένα βιβλίο ή μια εικαστική σύνθεση». Ισχυρίζονται ότι οι διαμαρτυρόμενοι «θα μπορούσαν να επιλέξουν άλλους χώρους συμβολικά, όπως ένα Mall ή ένα Shopping Center». Στέκουν όμως και αφουγκράζονται. Συμφωνούν ότι «είμαστε ακόμη ζαλισμένοι» και οι κρίσεις μας οφείλουν να είναι προσεκτικές.

Η καταναλωτική συνείδηση των ημερών θέλει την ησυχία της. Απαιτεί να ανακτηθεί η απολεσθείσα «ποιότητα ζωής», η όποια τέλος πάντων, η καθημερινότητα που διαταράχθηκε, μας ξεβόλεψε, κλόνισε το ημερήσιο πρόγραμμα, τις απρόσκοπτες μετακινήσεις. Η διάκριση ανάμεσα σε ό,τι αποκαλούμε συλλήβδην «ποιότητα ζωής» και στην «ποιότητα της κοινωνίας» παραπέμπει στην αντιδικία ανάμεσα σε μια απολιτική και σε μια πολιτική θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων.

Από τη μία, η όχληση και η διαφωνία· έτοιμα, παγιωμένα ανακλαστικά. Από την άλλη, νέα παιδιά, φοιτητές δραματικών ή μουσικών σχολών, καθόλου «περιθωριοποιημένα στοιχεία» (για να υπάρχει και το άλλοθι του ψόγου στα ετοιμοπόλεμα ΜΜΕ) που αποσυντονίζουν το αναμενόμενο, δίνοντας το προβάδισμα στο απρόβλεπτο. Ο δημόσιος χώρος, μέσα στον οποίο οι πράξεις και οι ζωές των ανθρώπων αποκτούν νόημα, αναθερμαίνεται. Αρκεί να διαβάσουμε στις αντιδράσεις αγωνία και όχι χαβαλέ, την προτροπή «ας σταματήσουμε να σκεφτούμε» και όχι συνεχίζουμε όπως έχουμε και με ό,τι έχουμε (ή περισσεύει από τους άλλους). Αν η πολιτική προϋποθέτει δράση, συνεύρεση, συνεκτίμηση και συνοδοιπορία, τότε, μέσα από τα αναρτημένα πανό, τις διαμαρτυρίες στους «θεσμικούς» χώρους και τις άγαρμπες, έστω, προτροπές «βγείτε από τα κλουβιά σας», ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα, υπό διαμόρφωση, συλλογικότητα.

Ας μη βιαστούμε να κατηγοριοποιήσουμε τις αντιδράσεις. Δεν τις γνωρίζουμε έτσι όπως εκδηλώνονται, δεν τις έχουμε ξαναζήσει στην ίδια πυκνότητα και επανάληψη. Είναι λόγος που αρθρώνεται, αδιαμόρφωτος ίσως ακόμη (μπορεί και έτσι να παραμείνει), αλλά λόγος. Γιατί να μη σκεφτούμε ότι από τη στίλβουσα ανακύκλωση ενός παγκοσμιοποιημένου (δήθεν) μοντερνισμού, που οδήγησε σε έναν άνευ όρων και ορίων ατομικισμό, μπορούμε να επιλέξουμε μιαν άλλη συλλογικότητα; Οτι λέξεις εξορισμένες ή ακυρωμένες στα προεκλογικά μπαλκόνια, όπως «κοινή υπόθεση» ή «κοινότητα» επανενεργοποιούνται στο καθημερινό συντακτικό μας;

Η τέχνη και η καλλιτεχνική δημιουργία εμπνέονται από τις αντιφάσεις, από το ασύντακτο και ακατάτακτο. Τα ρεύματα και οι τάσεις προκύπτουν πάντα από τους ανήσυχους και «οχληρούς». Από εκείνους που μπορούν να συνταιριάσουν το «Happy Christmas» με το «Happy crisis» και το «Happy new year» με το «Happy new fear». Που μπορούν να τροφοδοτήσουν το καθιερωμένο και αναμενόμενο με χιούμορ, πικρό, ευρηματικό και εύστοχο.

Δεχόμαστε επί χρόνια αυτόν τον σπάνιο συνδυασμό χυδαιότητας, ημιμάθειας, ανοησίας και ιδιοτέλειας, που εκπέμπει το άναρχο τοπίο της ιδιωτικής τηλεόρασης. Με τη συνενοχή της πολιτικής εξουσίας. Τώρα, εισπράττουμε τις «απαντήσεις». Ας μην τις αποκλείσουμε πριν τις αποδελτιώσουμε, γιατί έχουν τις ρίζες τους στο μέλλον.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η «εξέγερση» και το αίτημα

Posted on Δεκέμβριος 29, 2008. Filed under: Αριστερά, Δημοκρατία, Διαδηλώσεις, Διανοούμενοι, Κόμματα, Κοινωνία, Νεολαία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Πασχου Μανδραβελη, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Κάτι στράβωσε άσχημα στην Aριστερά τα τελευταία χρόνια. Οχι μετά το ’89, που το σοκ ήταν τέτοιο ώστε το παραλήρημα να είναι δικαιολογημένο. Κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60 πολλοί διέκριναν αδιέξοδα στην μαρξιστική ανάλυση και το ’ριξαν στο σορολόπ. Αντί να προσαρμόσουν τη θεωρία στην πραγματικότητα, άρχισαν να αμφισβητούν τα εργαλεία ανάγνωσης της πραγματικότητας και κατόπιν με χαλασμένα τα εργαλεία, άρχισαν να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στη θεωρία.

Ετσι η Aριστερά τα τελευταία χρόνια έχει αφήσει την πραγματικότητα και ασχολείται με τη φαντασία. Εχει εγκαταλείψει την ανάλυση και το έριξε στην ποίηση. Η μεταμοντέρνα ανοησία έγινε κυρίαρχος λόγος και το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη σύγχυση. Αυτή που είναι εμφανής και στην ανάγνωση του νεολαιίστικου ξεσπάσματος που έζησε πριν από δύο εβδομάδες η χώρα.

Το λογικό ερώτημα έπειτα από μια κινητοποίηση (έστω αυτής της έντασης) είναι το αίτημα. Οχι «για να συκοφαντηθεί η εξέγερση», όπως συκοφαντούν το ερώτημα οι νεφελώδεις υπερασπιστές κάθε φασαρίας, αλλά χωρίς διευκρίνιση του αιτήματος δεν διορθώνεται τίποτε. Αν δεν καταλάβουμε τι ακριβώς θέλουν οι νέοι, δεν θα μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε τις παραμέτρους που οδήγησαν στο ξέσπασμα, με αποτέλεσμα αυτό να επαναληφθεί. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η διατύπωση του αιτήματος. Δεν είναι ανάγκη να το διατυπώσουν οι 16ρηδες, αλλά τα κόμματα, οι κοινωνικοί φορείς, οι επιστήμονες, οι διανοούμενοι, οι σχολιαστές. Ολοι οφείλουν να το προσεγγίσουν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, ώστε η συζήτηση πέρα από διαπιστωτική να γίνει και παραγωγική.

Κι όμως. Οχι μόνο δεν επιχειρείται η διατύπωση του αιτήματος, αλλά πολλοί επιχειρηματολογούν ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται. Φτάνει που διαπιστώσαμε ότι οι νέοι είναι ζωντανοί, αρκεί που σηκώθηκαν από τον καναπέ και θα φέρουν την αλλαγή· λες και κάθε αλλαγή είναι a priori θετική. Αυτό είναι κομμάτι της μισής συλλογιστικής που χρόνια διατυπώνει η Αριστερά με το σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Το πρόβλημα όμως είναι ότι πολλοί «άλλοι κόσμοι είναι εφικτοί». Πιθανόν να είναι εφικτός ο κόσμος που ρομαντικά οραματίζεται η Αριστερά, πιθανότερο όμως να είναι εφικτός ο αντίθετός του. Αν δεν υπάρχει πυξίδα σε στιγμές κοινωνικής θύελλας, τότε το καράβι μπορεί να κάτσει στα βράχια. Οπως έδειξε η ιστορία, όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί. Μπορεί να οδηγηθούμε σε κοινωνία μεγαλύτερης κινητικότητας, αλλά μπορεί να υπάρξουν συντηρητικά ανακλαστικά που θα οδηγήσουν σε περιορισμό ελευθεριών. Το γενικό, αόριστο και ανεδαφικό, όσο καλές προθέσεις κι αν έχει, πάντα ηττάται από το συγκεκριμένο. Και το ακραία συντηρητικό είναι πάντα πολύ συγκεκριμένο.

Γι’ αυτό επείγει η διατύπωση του αιτήματος. Οι νεφελώδεις και αλατισμένες με ποίηση διακηρύξεις για την «λάβα της οργής των νέων» είναι χρήσιμες στη λογοτεχνία, αλλά δεν βοηθούν την πολιτική, η οποία πάντα καταλήγει στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Η ανάγνωση της πραγματικότητας πρέπει να είναι ενδελεχής, άσχετα αν τα συμπεράσματα πολλές φορές δεν κολακεύουν τις ιδεοληψίες μας. Η εξέγερση δίχως αίτημα είναι σίγουρα μεγάλη φασαρία. Πιθανόν να είναι και θαυμάσια κατάσταση. Μόνο που δεν ξέρουμε για ποιους…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η «πολιτιστική επανάσταση»

Posted on Δεκέμβριος 24, 2008. Filed under: Δημοκρατία, Διανοούμενοι | Ετικέτες: |

Των Απόστολου Δοξιάδη, Τάκη Θεοδωρόπουλου και Πέτρου Μάρκαρη*, Η Καθημερινή, 24/12/2008

Τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων μας έχουν προβληματίσει βαθιά. Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας, από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής. Την κοινοτοπία των κούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας των εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστών, ανταγωνίζεται σε υπερβολή μονάχα η προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να «αφουγκραστούμε τα μηνύματα» της ανομίας, τα οποία τάχα περιέχουν περισπούδαστες και τολμηρές απόψεις για τα προβλήματα του τόπου την οποία εμείς, οι αμέτοχοι στο «κίνημα», δεν αντιλαμβανόμαστε.

Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά. Θέλουμε όμως σήμερα να σχολιάσουμε ειδικότερα τη βίαιη διακοπή της πρεμιέρας της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες αυτο-αποκαλούμενες «παρεμβάσεις», που την ακολούθησαν, με αποτέλεσμα τη ματαίωση πολλών θεατρικών παραστάσεων. Με μια έννοια, τα γεγονότα αυτά υστερούν σε σημασία των όσων προηγήθηκαν, δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών, σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών. Από μια άλλη όμως άποψη είναι αποκαλυπτικά, καθώς αναδεικνύουν μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη.

Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα «επαναστατημένων» νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό και γράφοντας με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγιέ του Εθνικού το ναζιστικής υφής σύνθημα «σκατά στους κουλτουριάρηδες»(!), τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε; Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική «πολιτιστική επανάσταση» των απολίτιστων; (Παρεμπιπτόντως, τους οργισμένους νεαρούς τους προσέβαλαν αποκλειστικά οι θεατρικές παραστάσεις ποιότητας, που παίζονται στα αφύλακτα, ταλαίπωρα θέατρά μας. Ούτε στα μπουζουξίδικα με τους μπράβους τους προσπάθησαν να «παρέμβουν», ούτε στα ποδοσφαιρικά ματς, προφανώς επειδή αυτά είναι υπεράνω κάθε υποψίας «κουλτούρας»).

Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους αυτουργούς αλλά και στους καθ’ ύλην αρμόδιους, όσους δηλαδή χρεώνονται με πρωταγωνιστικούς ρόλους στην πολιτιστική μας ζωή. Και βέβαια, μπορεί μερικοί από τους καλλιτέχνες που αποφάσισαν να υποκύψουν στη βία και να διακόψουν τις παραστάσεις τους, προδίδοντας το κοινό τους, να κινήθηκαν από τον φόβο του όχλου, οπότε, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούντες, υποκρίθηκαν ότι «συμπαρίστανται». Κι αυτό είναι εν μέρει κατανοητό – αλλά φτάνει, ώς εδώ. Ισως κάποιοι άλλοι πάλι να συμφωνούν με τους βιαίως διακόψαντες. Δικαίωμά τους – στην ιδιωτική τους ζωή. Αλλά η τέχνη είναι λειτούργημα, που περιλαμβάνει στον κώδικα τιμής του την προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης. Κι όμως, δεν ακούσαμε κανένα από τους γενικώς και αορίστως περί δημοκρατίας κοπτόμενους σχετικούς επαγγελματικούς φορείς να διαμαρτύρεται για το αίσχος της βίας που συνιστούν οι «παρεμβάσεις». Και, σε κάθε περίπτωση, καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών, ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους, καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της.

* Οι κ.Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος και Πέτρος Μάρκαρης είναι συγγραφείς.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...