Εκπαίδευση

Ορφανή εκπαίδευση

Posted on Δεκέμβριος 22, 2009. Filed under: Εκπαίδευση, Κοψίνη Χριστίνα |

Η ενοποίηση της συνεχιζόμενης με την αρχική κατάρτιση, που ήταν μοιρασμένη, κυρίως, σε δύο υπουργεία, στο Εργασίας και το Παιδείας, αποτελεί μία από τις πρώτες σωστές αποφάσεις της νέας κυβέρνησης.

Η ευθύνη και η αρμοδιότητα για τη διαδικασία της «διά βίου κατάρτισης» πέρασε σε ένα υπουργείο, στο Παιδείας, τερματίζοντας έτσι τον διοικητικό διχασμό και τις έριδες που συνόδευαν τον θεσμό της κατάρτισης σχεδόν από τη γέννησή του.

Συνεπώς, η αρχική κατάρτιση, τα ΙΕΚ, τα ΚΕΚ, τα πάσης φύσεως διάσπαρτα εκπαιδευτικά προγράμματα, οι καταρτίσεις που συνδέονται με την απασχόληση, αλλά και η εκπαίδευση ενηλίκων, η εκπαίδευση των εκπαιδευτών, οι πιστοποιήσεις των επαγγελματικών δεξιοτήτων, οι συναφείς φορείς εντάσσονται κάτω από τη διοικητική ομπρέλα του Παιδείας. Τουλάχιστον αυτό προκύπτει από το Προεδρικό Διάταγμα για τις αρμοδιότητες των υπουργείων.

Οι αποφάσεις είναι καλές, αρκεί να συνοδεύονται και από σχεδιασμό στρατηγικής. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προγράμματα στα οποία δεσμεύονται κοινοτικοί και εθνικοί πόροι, εμπλέκονται επιχειρηματίες, άνεργοι, μελετητές, διοικητικοί μηχανισμοί, δηλαδή μια μικρή αγορά με τα δικά της μικροχαρακτηριστικά. Κι ακριβώς επειδή μετά την απόφαση ενοποίησης δεν φάνηκε ποια στρατηγική γι’ αυτόν τον τομέα, θα ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση, εμφανίζεται το παράδοξο να υπάρχουν ορφανά τα οποία κανένα υπουργείο δεν θέλει να υιοθετήσει. Κι αυτά δεν είναι άλλα από τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, τα ΚΕΚ για τα οποία δεν είναι καθαρό ποιος θα τα ελέγχει, ποιος θα σχεδιάζει τις πολιτικές των προγραμμάτων και ποιο υπουργείο θα έχει την ευθύνη για την πληρωμή των προγραμμάτων τους;

Η υπουργός Παιδείας κ. Αννα Διαμαντοπούλου φαίνεται ότι δεν επιθυμεί να προσθέσει στον τομέα εποπτείας της ένα ακόμη προβληματικό κομμάτι που έχει συνδεθεί στο παρελθόν και με μικροσκάνδαλα, αναξιοκρατικές αναθέσεις, σπατάλες κοινοτικών κονδυλίων και χρηματοδοτήσεις εταιρειών που πρόσκεινται πότε στο ένα και πότε στο άλλο κόμμα. Ακριβώς για τους ίδιους λόγους, ούτε ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος επιθυμεί να δώσει μάχη για τη διατήρηση των ΚΕΚ στο υπουργείο Εργασίας.

Η απομάκρυνση των πολιτικών από το γκρίζο παρελθόν είναι σωστό αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται να παίρνει κανείς και όλα εκείνα τα μέτρα για να μην αφήνει έκθετους ανέργους, εργαζόμενους και επιχειρηματίες, που έχουν επενδύσει σε αυτά τα προγράμματα. Διότι σήμερα κανείς δεν έχει ιδέα για το τι θα γίνει με τους 6 διαγωνισμούς, προϋπολογισμού 250 εκατομμυρίων ευρώ που «πάγωσαν» μετά τις εκλογές. Κι ας «τρέχουν» σήμερα προγράμματα ύψους άνω των 125 εκατομμυρίων ευρώ τα οποία παρακολουθούν πάνω από 9.000 άνεργοι σε μία περίοδο εξαιρετικά δύσκολη για την αγορά εργασίας.

  • Tης Χριστινας Κοψινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/12/2009
Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το «όχι» των πολιτών στα φαινόμενα σήψης

Posted on Μαρτίου 2, 2009. Filed under: Επισφάλεια, Εκπαίδευση, Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ (ΠΟΣΔΕΠ), Συνδικαλισμός | Ετικέτες: |

Μέσα στη γενική κατήφεια της περιόδου που διανύουμε, μάλλον είναι αναγκαίο να αναζητούμε κάποια ελπίδα πως κάτι, επιτέλους, μπορεί ν’ αλλάξει προς το καλύτερο. Κάτι το θετικό και ευοίωνο, που δεν θα προέρχεται από πολιτικούς και κόμματα. Αλλά από ενεργούς πολίτες, ως αντίδραση και παρέμβαση στην παρακμιακή τροχιά του τόπου, για την οποία –λιγότερο ή περισσότερο– ευθύνονται οι ποικιλώνυμες «ηγεσίες μας». Ενας τέτοιος ταγός –τύποις δε κορυφαίος– είναι η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ (ΠΟΣΔΕΠ), η οποία ιδρύθηκε για να εκπροσωπεί τους περίπου 12.000 πανεπιστημιακούς μας δασκάλους. Εως σήμερα, λοιπόν, η διοίκηση της ΠΟΣΔΕΠ αναδεικνυόταν από μια μειοψηφία των πανεπιστημιακών, η οποία δεν υπερέβαινε το 25%. Δηλαδή τους 12.000 καθηγητές των ΑΕΙ «εκπροσωπούσαν» και «εξέφραζαν», κατά τα τελευταία χρόνια, το πολύ 3.000 συνάδελφοί τους, που προέρχονταν –παγίως και σχεδόν αμιγώς– από την «αριστερότερη» πτέρυγα του Συνασπισμού και από το ΚΚΕ.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι το «εκπροσωπευτικό» μόρφωμα της ΠΟΣΔΕΠ εντάσσεται στον συνολικό –κατά τις τελευταίες 10ετίες– εκπεσμό του συνδικαλιστικού μας κινήματος. Με κορυφαία και ιλαροτραγική διαστρέβλωση κάθε συνδικαλιστικής εννοίας και αρχής τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών(;) Ελλάδος. Διότι είναι γνωστό πως σε όλα τα όργανα της ΓΣΕΕ η απόλυτη πλειοψηφία έχει παραδοθεί στα συνδικάτα των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ) και των Τραπεζών (ΟΤΟΕ). Ομως οι δύο αυτοί κλάδοι απασχολούν μόνον το 8% του συνόλου των μισθωτών, από τους οποίους εξαιρούνται οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, που υπάγονται στην ΑΔΕΔΥ. Δηλαδή το 8% των ΔΕΚΟ και της ΟΤΟΕ «εκπροσωπεί» και το… υπόλοιπο 92% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα! Αυτή η εκτρωματική κατάσταση απολήγει κατά κανόνα στην κομματική ποδηγέτηση ή φαλκίδευση των συμφερόντων των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, δε, χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο των κομματοσυνδικαλιστών για τη μεταπήδησή τους στην πολιτική και την επιβράβευσή τους με κρατικά αξιώματα. Φυσικά η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει τον συνδικαλιστικό θεσμό σε πλήρη ανυποληψία. Δεν αφαιρεί, όμως, το δικαίωμα π.χ. της διοικήσεως της ΓΣΕΕ να εμφανίζεται ως ισότιμος «κοινωνικός εταίρος» της Πολιτείας. Αυτό το δικαίωμα μπορεί να αφαιρεθεί μόνο από τους δήθεν «εκπροσωπούμενους».

Με τίτλο «Η αφύπνιση των πληβείων της εργασίας», η Χριστίνα Κοψίνη έγραφε προ ημερών στην «Κ» ότι οι 620.000 απασχολούμενοι σε επισφαλείς ή προσωρινές εργασίες άρχισαν ήδη να συγκροτούν δικούς τους συλλόγους και σωματεία, εναντιούμενοι στην «εκπροσώπησή» τους από τη ΓΣΕΕ. Δεν πρόκειται για «αναρχοσυνδικαλιστές», όπως τείνει να τους χαρακτηρίσει η διοίκηση της συνομοσπονδίας. Αντίθετα, πρόκειται για εργαζομένους, οι οποίοι κατά την περίοδο αυτή εκφράζουν κατά τον αυθεντικότερο τρόπο την ανάγκη της συνδικαλιστικής τους καλύψεως και προστασίας.

Με ανάλογα δεδομένα φαίνεται να συντελείται τις ημέρες αυτές και η ανατροπή του «καθεστώτος» της ΠΟΣΔΕΠ. Η «σιωπηρά πλειοψηφία» των καθηγητών ΑΕΙ προσέρχεται στις εκλογές των πανεπιστημιακών συλλόγων, προκειμένου να ανατρέψει τη δεσποτεία της μειοψηφίας. Θα περίμενε κανείς αυτή η αφύπνιση να είχε εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα. Προτού η πανεπιστημιακή κοινότητα υποκύψει στην ομηρία μιας ακραίας μειοψηφίας, η οποία επί χρόνια εμφανιζόταν ως επίσημος εκπρόσωπός της και «θεσμικός εταίρος» στα κρίσιμα προβλήματα που ταλανίζουν την Ανώτατη Παιδεία. Το πόσο «συναινετική» ή «εποικοδομητική» ήταν η στάση της ΠΟΣΔΕΠ σε όλες τις προσπάθειες διαλόγου το γνωρίζουμε όλοι. Τους λόγους για τους οποίους φοβόταν όπως «ο διάβολος το λιβάνι» τη διαρκή αξιολόγηση του έργου των ΑΕΙ τους υποπτευόμαστε. Μπορούμε επίσης να ερμηνεύσουμε την κομματωφελιμιστική στάση του επιτήδειου ουδέτερου για τους βανδαλισμούς σε χώρους διδασκαλίας, για τις βιαιοπραγίες και τους εξευτελισμούς καθηγητών, για την κατάντια του πανεπιστημιακού ασύλου.

Θα περίμενε, επίσης, κανείς η αφύπνιση της πλειονότητος των πανεπιστημιακών δασκάλων να συντελεσθεί ερήμην των κομμάτων, τα οποία ευθύνονται και για τον ξεπεσμό του συνδικαλιστικού τους οργάνου. (Για την ιστορία πρέπει να σημειωθεί ότι η «έπαλξη» της ΠΟΣΔΕΠ αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις, που το ΚΚΕ «δέχθηκε» να συμπράξει με την αριστερότερη -έστω- πτέρυγα του «τρισκατάρατου» Συνασπισμού. Για την ανατροπή αυτής της «ανίερης συμμαχίας» συστρατεύονται, σήμερα (!) η ανανεωτική πτέρυγα του Συνασπισμού και μερίδα του ΠΑΣΟΚ). Ωστόσο η κατάρρευση του «καθεστώτος» της ΠΟΣΔΕΠ άρχισε προ διετίας, με την εμφάνιση των πρώτων και αυτόνομων αντιδράσεων των καθηγητών, οι οποίες «μορφοποιήθηκαν» τελικώς ως «κίνηση των 1.000 πανεπιστημιακών». Μακάρι, λοιπόν, η κίνηση αυτή να απαλλάξει την ΠΟΣΔΕΠ και απ’ όλους τους κομματο-εγκάθετους, που φιλοδοξούν να διαδεχθούν την απελθούσα, κακήν κακώς, ηγεσία της…

  • Tου Σταμου Ζουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01-03-09
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

«Κλειστόν» λόγω ανακαίνισης

Posted on Φεβρουαρίου 13, 2009. Filed under: Διάλογος, Εκπαίδευση | Ετικέτες: |

Kαιαι ξαφνικά βρέθηκε λύση. Διάλογος. Για την παιδεία, για τη γεωργία… Ευφημισμός για τον πολιτικό ελιγμό σε ώρα κρίσης· στάση για προεκλογική ανασύνταξη. Οχι δημόσια συμφωνία ή διαφωνία, οργανωμένη ανάπτυξη αντιτιθέμενων απόψεων, πλατύτερη δυνατή νομιμοποίηση των αποφάσεων των ελίτ της εξουσίας. Αλλά «αγορά χρόνου». Εμμεση προεκλογική εκστρατεία. Νέες υποσχέσεις, νέες δεσμεύσεις, νέα απόπειρα επικοινωνίας με το ευρύτερο εκλογικό σώμα, ανανέωση των δεδομένων της πολιτικής ρητορείας από μηδενική βάση.

Οταν έχουν γίνει πολλά λάθη, έχουν προκληθεί πολλές εντάσεις, έχει υπάρξει πολλή φθορά τότε μηδενίζουμε το κοντέρ (tabula rasa) και λύνουμε το κουβάρι των αδιεξόδων με το σπαθί της επανεκκίνησης.

Διάλογος σημαίνει για την κυβέρνηση, παύση των εχθροπραξιών. Ολοι μαζί ξαναδίνουμε τα χέρια στην ουδετέρα προεκλογική ζώνη. Ξεχνάμε τη σκληρή πολιτική του συμμαζέματος και της λιτότητας («πρώτος εγώ θα ζητήσω να δοθούν χρήματα στην παιδεία», είπε ο υπουργός) και στο τραπέζι πέφτουν προς συζήτηση οι αυξήσεις, οι φοροελαφρύνσεις, οι παροχές, οι υπαναχωρήσεις…

Με τη στρατηγική του «εθνικού διαλόγου» η κυβέρνηση επιχειρεί μια εικονική εξυγίανση, έναν εξαγνισμό στα μάτια των πολιτών. Το «είμαστε ανοιχτοί σε όλα» του κ. Αρη Σπηλιωτόπουλου ηχεί σαν κραυγή απελπισίας. Μη μας «μαυρίσετε», είμαστε εδώ, ν’ αφουγκραστούμε τις ανάγκες σας, τα προβλήματά σας. Και η παιδεία γίνεται και πάλι από τελευταίο, πρώτο συστατικό της πολιτικής. Το ίδιο και η γεωργία. Από κρίση προς άμεση διαχείριση, πολιτικός στόχος. Ο υπουργός αυτή τη φορά δεν αρνείται την επαφή και τα ευήκοα ώτα του, προσφέρεται…

Με τον διάλογο, υπολογίζει η κυβέρνηση, ίσως ξεμακρύνει η εικόνα της αδράνειας και της σήψης, ίσως αναστραφεί το αρνητικό κλίμα και δημιουργηθούν πιθανότητες εκλογικής νίκης. Και δεν χρειάζεται οι «υποψήφιοι» να επιστρατεύσουν τα γνώριμα τεχνάσματα, τη διπλοπροσωπία, τις σκηνοθεσίες, τους θεατρινισμούς, τους δελεασμούς, τα μυθολογήματα της πυρετικής προεκλογικής περιόδου. Η αναστήλωση της εικόνας τους γίνεται μέσω προτάσεων, αναδιατυπώσεων, σχεδίων… Ωστόσο, όπως στις προεκλογικές εκστρατείες έτσι και στον διάλογο, κάνουν ό,τι δεν θα έκαναν ποτέ στην καθημερινή πολιτική ζωή· να συνομιλήσουν μ’ αυτούς που συνήθως τους κλείνουν την πόρτα, να επιδιώξουν επαφή με ανθρώπους που απέφευγαν συστηματικά. Ευγένεια και ευπροσηγορία. Αν δεν έχεις επαφή με κάθε είδους σύμμαχο ή αντίπαλο, είσαι υποψήφιος για κλάματα…

Οχι ότι οι πολίτες πείθονται με τον διάλογο. Αντιλαμβάνονται το φιάσκο. Τη δημαγωγία. Την πιθανότητα του ναυαγίου. Πώς να εγκαθιδρυθεί ουσιαστικός διάλογος, όταν έστω και μία πλευρά στερείται κοινωνικής αξιοπιστίας; Αλλά σταματούν την γκρίνια, την αντίδραση. Η λέξη διάλογος είναι μια λέξη καταλυτική, αφού τουλάχιστον θεωρητικά αποκλείει τις μονόπλευρες και τετελεσμένες αποφάσεις, τις κινήσεις απελπισίας, τις ακρότητες.

Ωστόσο, εν προκειμένω, το μακρόσυρτο τελετουργικό του διαλόγου προσομοιάζει περισσότερο με την προεκλογική μεσοβασιλεία της κρατικής παραλυσίας, όταν δεν λαμβάνεται καμία απόφαση, απουσιάζει ο έλεγχος, περισσεύει η αδιαφορία. Οταν λέξεις και έννοιες χάνουν κάθε σημασία.

  • Tης Tασουλας Kαραϊσκακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι σωστές και χρήσιμες προτάσεις

Posted on Φεβρουαρίου 13, 2009. Filed under: Διάλογος, Εκπαίδευση, Σπηλιωτόπουλος Αρης | Ετικέτες: |

Aληθές πρέπει είναι αυτό που δήλωσε ο υπουργός Παιδείας, στον ραδιοσταθμό City, ότι δεν έχει κόμπλεξ και ότι μπορεί να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση. «Δεν με ενδιαφέρει αν η άποψη αυτή προέρχεται από την Αριστερά ή το κέντρο με τις παραδοσιακές ετικέτες», είπε και εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι τη Δεξιά την απέκλεισε όχι μόνο ως κυβέρνηση που εφαρμόζει πολιτική, αλλά και ως χώρο που μπορεί να εκφέρει κάποια άποψη. Μπορεί να του ξέφυγε ή μπορεί και κάτι να σημαίνει. Γεγονός πάντως είναι ότι ο υπουργός έδειξε ανοιχτός: «Μ’ ενδιαφέρει κάθε πρόταση, αρκεί να είναι χρήσιμη και σωστή».

Σωστά ακούγονται όλα αυτά, αλλά πόσο χρήσιμα μπορεί να είναι σε μια πολιτική μηδενικής βάσης; Δηλαδή, όταν δεν υπάρχει περίγραμμα πολιτικής ή κάποια στόχευση, πώς μπορεί να κριθεί μια πρόταση ως χρήσιμη και σωστή;

Δυστυχώς, στη ζωή και σε όλο τον κόσμο οι προτάσεις κρίνονται με βάση στόχους: πρώτα ορίζεις τον προορισμό και μετά ζητείς προτάσεις για το πώς θα φτάσεις. Αν, λόγου χάρη, κάποιος θέλει να πάει στη Λαμία μπορεί να ζητήσει προτάσεις για την ταχύτερη μετάβασή του. Θα τους ακούσει όλους και θα κρίνει. Αν τον συμβουλεύσουν να πάρει την ΠΑΘΕ προς Βορρά θα υιοθετήσει τη συμβουλή. Αν κάποιος του πει να κατέβει Κόρινθο, να πάει Πάτρα να περάσει το Ρίο-Αντίρριο να διασχίσει τη Φωκίδα για να φτάσει στη Λαμία το λογικό είναι να απορρίψει την πρόταση.

Οταν, όμως, κάποιος δεν ξέρει πού θέλει να πάει, όλα είναι σωστά και χρήσιμα και η κατεύθυνση προς Κόρινθο είναι ορθή, και η αντίθετη της προς Λαμία είναι χρήσιμη. Ριζοσπαστική δεν μπορεί να είναι και η πρόταση να πάρει το καράβι για Κουφονήσια. Μια πρόταση είναι σωστή και χρήσιμη μόνο όταν υπάρχει κάποια κατεύθυνση.

Από την πρώτη μέρα, το μεγάλο πρόβλημα της «νέας διακυβέρνησης» ήταν πρόβλημα κατεύθυνσης. Υπό την έννοια αυτή ο κ. Σπηλιωτόπουλος απλώς εφαρμόζει μια μακροχρόνια τακτική της κυβέρνησης. Κατ’ ουσίαν επαναδιατύπωσε το προ του 2004 δόγμα που έλεγε «και κουμμουνιστές θα γίνουμε για χάρη του λαού».

Το έλλειμμα στόχευσης καλύφθηκε επί χρόνια με το ιδεολόγημα του «μεσαίου χώρου». Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι πότε τραβάμε δεξιά, πότε αριστερά με στόχο να μην ενοχλήσουμε κανένα. Βραχυχρόνια αυτή η τακτική δούλεψε, επειδή πολλοί μπερδεύτηκαν. Η μη-πολιτική είχε υψηλά ποσοστά αποδοχής διότι όλοι έβρισκαν κάτι σ’ αυτή. Κάποιοι επειδή πίστεψαν ότι θα ιδιωτικοποιηθεί η «Ολυμπιακή», άλλοι επειδή κατάλαβαν ότι τίποτε δεν πρόκειται να γίνει και πολλοί περισσότεροι επειδή -σε αντίθεση με το παρελθόν- δεν τους ενοχλούσε το ΣΔΟΕ.

Μόνο που τα προβλήματα δεν καταλαβαίνουν από τέτοιου τύπου υψηλές μη-πολιτικές. Οταν δεν λύνονται εκδικούνται. Χειρότερα: επειδή όλα τα μέτρα δημιουργούν τριβές, το πήγαινε-έλα (όπως π.χ. το αφορολόγητο των μικρομεσαίων) δημιουργεί διπλή τριβή με αποτέλεσμα τα προβλήματα να διογκώνονται. Η τακτική της μεγιστοποίησης της ευαρέσκειας του εκλογικού σώματος φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα, επειδή όταν δεν ξέρεις πού θες να πας το πιθανότερο είναι να φτάσεις εκεί που δεν ήθελες. Και η κυβέρνηση ήδη έχει φτάσει…

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Από μηδενική βάση

Posted on Φεβρουαρίου 10, 2009. Filed under: Διάλογος, Εκπαίδευση |

H ανακοίνωση του νέου υπουργού Παιδείας για διάλογο από μηδενική βάση προκάλεσε κατά κανόνα αρνητικές αντιδράσεις. Η στήλη δεν επιδίδεται σε ανίχνευση προθέσεων. Θεωρεί ότι στον πολιτικό στίβο μετράει η δοκιμασία της πράξης. Κατά γενική ομολογία το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν επιτελεί την αποστολή του, εμποδίζοντας την πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Μία λύση θα ήταν η κυβέρνηση να ψηφίσει τη δική της μεταρρύθμιση, στηριζόμενη στην κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Η συνταγή αυτή έχει ακολουθηθεί αρκετές φορές από τη μεταπολίτευση και σχεδόν πάντα απέτυχε. Προσέκρουσε στο μέτωπο που επιδιώκει τη στασιμότητα είτε λόγω συντεχνιακής ιδιοτέλειας, είτε λόγω βολέματος, είτε λόγω φοβιών, είτε λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων.

Για την ακρίβεια, οι δυνάμεις αυτές δεν έχουν από μόνες τους το ηθικοπολιτικό εκτόπισμα να αποτρέψουν αλλαγές. Το κατάφεραν μέσω των φοιτητικών και μαθητικών κινητοποιήσεων. Κάθε νέα γενιά έχει τη συλλογική υπαρξιακή ανάγκη να δημιουργήσει τα δικά της γεγονότα, μέσω των οποίων θα ενηλικιωθεί πολιτικά. Εχει την τάση να εκτονώνει την ανασφάλειά της για το αβέβαιο επαγγελματικό της μέλλον, καταπατώντας τα όρια. Η πολιτική με όρους εξουσίας είναι για τους νέους μακρινή και απεχθής.

Αυτή η πείρα είναι που καθιστά αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη, τον διάλογο από μηδενική βάση. Ενας τέτοιος διάλογος δεν σημαίνει ότι σβήνονται απόψεις και προτάσεις. Ούτε, βεβαίως, σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα κρυφτεί πίσω απ’ αυτή τη φράση για να ψαρέψει σε θολά νερά. Διάλογος από μηδενική βάση σημαίνει ότι η κυβέρνηση παραιτείται από το συνταγματικό δικαίωμά της να ψηφίσει τις θέσεις της. Και πρέπει να παραιτηθεί, επειδή η πείρα διδάσκει ότι η αυτοδυναμία δεν αρκεί πολιτικά για να μεταρρυθμίσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Στον τομέα αυτό, άλλωστε, έχουμε ανάγκη από λύσεις, που θα συγκεντρώνουν ευρύτερη συναίνεση κι ακριβώς γι’ αυτό θα έχουν την απαραίτητη χρονική διάρκεια.

Για να δώσει το καλό παράδειγμα, ο υπουργός Παιδείας πρέπει να είναι ο πρώτος που θα καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις. Στόχος του οργανωμένου διαλόγου είναι η διαμόρφωση ενός εθνικού σχεδίου, το οποίο να σπάσει τις αγκυλώσεις, να αναβαθμίσει την εκπαιδευτική διαδικασία, να θεσμοθετήσει έναν αξιόπιστο μηχανισμό αξιολόγησης και βεβαίως να εμπεδώσει μία άλλη νοοτροπία. Για να είναι αξιόπιστη η προσπάθεια πρέπει και η διαδικασία και το υπό εκπόνηση σχέδιο να υπερβαίνει τον ορίζοντα και τις σκοπιμότητες της παρούσας κυβέρνησης.

Μπορεί ο διάλογος από μηδενική βάση να είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά για να καταστεί ικανή έπρεπε να είχε συνοδευτεί από την ανακοίνωση ότι τα επίμαχα ζητήματα θα τεθούν σε δημοψήφισμα. Οπως έχουμε εδώ και χρόνια υπογραμμίσει, η προαναγγελία δημοψηφίσματος θα λειτουργούσε ως καταλύτης: Πρώτον, θα υποχρεώνονταν όλες οι πλευρές να συμμετάσχουν κι όχι να αρνούνται τον διάλογο ή να ζητάνε οικονομικά ανταλλάγματα! Δεύτερον, θα άνοιγε μία ευρεία συζήτηση και θα έθετε την κοινωνία αντιμέτωπη με τις δικές της αντιφάσεις. Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, το δημοψήφισμα είναι ο μόνος δημοκρατικός κι αποτελεσματικός τρόπος για να κοπούν γόρδιοι δεσμοί και να εξουδετερωθεί η εγκατεστημένη αυθαιρεσία.

  • Tου Σταυρου Λυγερου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι χρήσιμοι και οι αρεστοί

Posted on Ιανουαρίου 29, 2009. Filed under: Διάλογος, Εκπαίδευση | Ετικέτες: |

Eνας παλαιός πολιτικός μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση είχε εκμυστηρευθεί το εξής: «Σε μια υπουργική θητεία, προλαβαίνεις να πετύχεις δύο στόχους: Εναν χρήσιμο για τους πολλούς και έναν αρεστό στους λίγους. Μακάρι να χρησιμοποιήσεις τον δεύτερο για να πετύχεις τον πρώτο».

Θυμήθηκα την ειλικρινή αυτή παραδοχή, διαβάζοντας τα ρεπορτάζ για τις προθέσεις του κ. Αρη Σπηλιωτόπουλου. Ο νέος υπουργός Παιδείας δεν εξήγγειλε μόνον την εκ του μηδενός έναρξη διαλόγου για την αλλαγή του εξεταστικού συστήματος. Στην πρώτη του φιλική συνάντηση με δημοσιογράφους υπονόησε σαφώς ότι υπό αναδιαπραγμάτευση τελεί πλέον τόσο ο νόμος – πλαίσιο που προώθησε η κ. Μαριέτα Γιαννάκου όσο και η ρύθμιση για τα κολέγια που ψηφίστηκε από τον προκάτοχό του κ. Ευρ. Στυλιανίδη.

Για το επικοινωνιακό εύρημα tabula rasa έχουν ήδη γραφεί πολλά που, αν μη τι άλλο, εκθέτουν το κυβερνών κόμμα το οποίο υποτίθεται από το 2004 είχε πλήρες και αναλυτικό σχέδιο για ριζικές αλλαγές σε όλο το εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό, ωστόσο, στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς, είναι η ευκολία με την οποία ο νέος υπουργός Παιδείας, πριν καλά καλά ενημερωθεί για το δύσκολο χαρτοφυλάκιο που του ανατέθηκε, εξήγγειλε ότι επανεξετάζει όλες τις μείζονες επιλογές των προκατόχων του.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι για μεν τον νόμο – πλαίσιο εδώ και καιρό ασκούνται στο υπουργείο πιέσεις ενός συγκεκριμένου πρύτανη και δύο αντιπρυτάνεων οι οποίοι επιθυμούν την επανεκλογή τους, κάτι που απαγορεύει πλέον ρητά ο νέος νόμος, προκειμένου να αποφεύγεται ο καθεστωτισμός και οι πάσεις φύσεως εξαρτήσεις που αποδεδειγμένα είχε προκαλέσει στα ΑΕΙ η πολύχρονη παραμονή των ίδιων προσώπων στις ίδιες θέσεις… Για δε τα κολέγια φημολογίες λένε ότι ο κ. Σπηλιωτόπουλος ανησυχεί μήπως τσαλακώσουν το προφίλ του τυχόν νέες αντιδράσεις των γνωστών πανεπιστημιακών κύκλων που επιχειρούν να ανατρέψουν τον νόμο. Παραγνωρίζοντας, όμως, ότι η χώρα μας κινδυνεύει να καταδικασθεί για τέταρτη φορά από την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά και τη δέσμευση του κ. Στυλιανίδη ότι η Ελλάδα θα ενσωματώσει την επίμαχη κοινοτική οδηγία μέχρι τον προσεχή Ιούνιο.

Εν ολίγοις και για να επιστρέψουμε στην παραδοχή του προλόγου, αν η κ. Γιαννάκου πέτυχε να φάνει χρήσιμη, αλλά όχι αρεστή και ο κ. Στυλιανίδης χρήσιμος και αρεστός (εφαρμόζοντας εν πολλοίς τις επιλογές της προκατόχου του), οι πρώτες ενδείξεις για τον νέο υπουργό Παιδείας είναι ότι επιθυμεί να αποδεχθεί μόνον αρεστός. Στην ίδια κουβέντα, ωστόσο, ο ίδιος πολιτικός είχε εκμυστηρευθεί και κάτι ακόμη: «Ο χρήσιμος στην πολιτική, έστω και μακροπρόθεσμα, θα αναγνωρισθεί και θα επιβραβευθεί, εν αντιθέσει με τον αρεστό που προφανώς επιδιώκει να περάσει αβρόχοις ποσί»…

  • Tου Κωνσταντινου Ζουλα, Η Καθημερινή, 29/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Διάλογος ή τρικ;

Posted on Ιανουαρίου 29, 2009. Filed under: Διάλογος, Εκπαίδευση |

Ας μην αμφισβητήσουμε εκ των προτέρων την ειλικρινή πρόθεση της κυβέρνησης ν’ ανοίξουν «διάλογο» (πάντοτε με τους ενδιαφερόμενους φορείς) για διάφορα κεντρικά ζητήματα, όπως είναι η Εκπαίδευση, το Αγροτικό κ.ά. Ας δεχθούμε ότι έχει τις καλύτερες και ειλικρινέστερες προθέσεις παραιτούμενη μάλιστα ή απαλλασσόμενη από το βάρος της κυβερνητικής ευθύνης, να έχει πολιτική, σχέδια και προτάσεις για κάθε ζήτημα που απασχολεί τη χώρα. Διότι, κακά τα ψέματα, αυτό σημαίνει διάλογος «από μηδενική βάση»: Δεν έχω ιδέες, δεν έχω πολιτική, δεν έχω προτάσεις, δεν έχω λόγο να εμπνεύσω και να πείσω, να ζητήσω τη στήριξη της κοινωνίας και δεν έχω και λόγους να συγκρουσθώ. Τελικά δεν έχω καν κυβερνητική ευθύνη!

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον «διάλογο για την Παιδεία» τον οποίο επιχειρεί ο αρμόδιος υπουργός, παρακάμπτοντας μάλιστα τον αρμοδιότερο εκ των «ενδιαφερομένων φορέων», το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας και τον πρόεδρό του, τον καθηγητή κ. Θ. Βερέμη. Να υποθέσουμε ότι η παράκαμψη οφείλεται στη διάθεση του υπουργείου να αποφύγει τα αιχμηρά πρόσωπα και προβλήματα; Εντάσσεσται και αυτό στη μηδενική βάση; Ο Θ. Βερέμης έχει και άποψη και συγκεκριμένες προτάσεις και το σθένος να αγωνισθεί γι’ αυτές και να συγκρουσθεί. Μήπως αυτό είναι τελικά που ενοχλεί;

Το άλλο ερώτημα που ανακύπτει: έχει η κυβέρνηση τον απαραίτητο χρόνο για να αποπερατώσει αυτόν τον διάλογο και να τον φέρει σε ένα αποτέλεσμα (αν η «μηδενική βάση» επιτρέπει κάποιο αποτέλεσμα και ποιο). Η κυβέρνηση, βέβαια, ισχυρίζεται ότι θα εξαντλήσει την τετραετία και συνεπώς, έχει αρκετό χρόνο μπροστά της. Αυτό κανείς δεν το πιστεύει πια. Αντιθέτως, η ίδια η κυβέρνηση, πότε με την απραξία και πότε με στοχευμένες πράξεις, αφήνει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν πολύ νωρίτερα από τη συνταγματική προθεσμία. Με την πρώτη ευκαιρία που η ίδια θα κρίνει καταλληλότερη. Αλλά και ανεξάρτητα από τις προθέσεις, είναι δύσκολο να αντέξει μια ενδεχόμενη νέα κρίση σαν αυτή που ζήσαμε με τα «μπλόκα» των αγροτών. Το πέρασμα του χρόνου δεν φαίνεται να είναι με το μέρος της και ίσως η ίδια διαπιστώσει ότι όσο πιο γρήγορα προσφύγει στις κάλπες τόσο το καλύτερο.

Συνεπώς, ποιος μπορεί να είναι ο κεντρικός στόχος αυτού του «διαλόγου από μηδενική βάση»; Νομίζω κανένας που να αφορά την Εκπαίδευση και εύχομαι να διαψευσθώ. Είναι περισσότερο ένα επικοινωνιακό τρικ παρά κυβερνητική μεθόδευση για την επίλυση των πολλαπλών και οξύτατων προβλημάτων της Εκπαίδευσης. Θα μπορούσε ίσως να έχει ένα αποτέλεσμα. Να αποκαταστήσει κάποια ηρεμία, παρακάμπτοντας τα αιχμηρά προβλήματα.

Ας θέσουμε τον δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων. Διάλογος για την Εκπαίδευση έχει μια αυτονόητη και απαραίτητη προϋπόθεση: ότι τα πανεπιστήμια και τα σχολεία παραμένουν ανοιχτά και λειτουργούν. Αυτομάτως, συνεπώς, στον διάλογο από μηδενική ή όχι βάση, τίθενται τα προβλήματα που κάθε τόσο διαταράσσουν την εκπαιδευτική λειτουργία: οι καταλήψεις, το ψευδεπίγραφο «άσυλο», ο κομματισμός στην Εκπαίδευση, οι διεκδικήσεις με τον εκβιασμό της διακοπής της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κλείνει κάθε τόσο τα πανεπιστήμια και τα σχολεία για οποιοδήποτε ζήτημα και για οποιαδήποτε διεκδίκηση.

Αν έτσι τεθεί το θέμα, πιστεύω ότι η κυβέρνηση θα έχει γόνιμο διάλογο, όχι με τους «ενδιαφερόμενους φορείς», αλλά με ολόκληρη την κοινωνία. Στο κάτω κάτω οποιοσδήποτε διάλογος σε αυτήν τελικά αναφέρεται.

  • Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, Η Καθημερινή, 29/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι εξετάσεις και η αποκέντρωση

Posted on Ιανουαρίου 28, 2009. Filed under: Εκπαίδευση | Ετικέτες: |

Yπάρχει διαχρονικά ένας φόβος για την αποκέντρωση. Είναι ο φόβος της δημοκρατίας, η αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαχειριστούν τα του οίκου τους. Δικαίως: η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι κάθε δημοκρατικό βήμα δημιουργεί σε πρώτο στάδιο χάος. Τα κοινωνικά σύνολα δεν έχουν την εμπειρία να διαχειριστούν αποκεντρωμένες διαδικασίες και γι’ αυτό νομίζουμε ότι αφήνουν παράθυρα στη διαφθορά, στον νεποτισμό και άλλα υποπροϊόντα. Αυτό όμως που συμβαίνει είναι πως κάθε σύστημα οργάνωσης αντιγράφει σε πρώτη φάση τις παθογένειες του συστήματος που αντικαθιστά. Αυτό ξέρουν, αυτό αναπαράγουν. Υπάρχει, όμως, μια μεγάλη διαφορά: ότι μαθαίνουν -έστω με κόστος- από τα λάθη τους και επειδή το σύστημα είναι ανοιχτό μπορούν να το αλλάξουν. Και το αλλάζουν: η ιστορία απέδειξε ότι η δημοκρατία φέρνει καλά αποτελέσματα, αλλά μακροχρόνια. Τα συστήματα με κεντρικές ιεραρχίες φέρνουν άμεσα αποτελέσματα, αλλά αυτά είναι συνήθως κακά αποτελέσματα.

Είναι δεδομένο ότι η αυτονόμηση των πανεπιστημίων από το απαράτ του υπουργείου Παιδείας θα δημιουργήσει σε πρώτη φάση χάος. Διάφορες παθογένειες θα ανακυκλωθούν και θα δημιουργηθούν νέες. Τα συστήματα χρειάζονται τον χρόνο τους για να έρθουν σε ισορροπία, όπως χρειάζονται επίσης διαδικασίες επιβράβευσης και τιμωρίας.

Σε ό,τι αφορά το σύστημα των εξετάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ η αποκέντρωση θα μπορούσε να γίνει σταδιακά. Η αλήθεια είναι ότι ιστορικά ένα πράγμα έκανε αδέκαστα το ελληνικό κράτος: εισαγωγικές εξετάσεις. Από το 1964 και μετά και με την εξαίρεση δύο ετών (1980 και 2006) ουδείς έχει να προσάψει το παραμικρό στην εν λόγω διαδικασία. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διαφυλάξουμε, ως νησίδα στον ωκεανό της ρουσφετολογίας του ελληνικού κράτους. Γι’ αυτό το υπουργείο Παιδείας μπορεί να λειτουργήσει ως εξεταστικός μηχανισμός όλων των μαθημάτων που οι διάφορες σχολές των ΑΕΙ ζητούν.

Κάθε τμήμα θα προκηρύσσει τις θέσεις του και θα ζητεί από τους υποψηφίους να διαγωνιστούν σε συγκεκριμένα μαθήματα που θα είναι διαφορετικά και θα τα σταθμίζει με διαφορετικό συντελεστή. Αλλα μαθήματα μπορεί να ζητάει το θεολογικό και άλλα η φιλοσοφική. Ακόμη και ομοειδή τμήματα μπορούν να διαφέρουν. Το Μετσόβιο, για παράδειγμα, που έχει μεγάλη ζήτηση μπορεί να δυσκολεύει τις εξετάσεις του ζητώντας περισσότερα μαθήματα απ’ ό,τι μια σχολή της περιφέρειας. Οι μαθητές μπορούν να επιλέγουν εξέταση μόνο στα μαθήματα που αντιστοιχούν στις σχολές που επιθυμούν, αλλά προκειμένου να μεγιστοποιήσουν τις πιθανότητες εισαγωγής τους σε κάποια σχολή δεν θα επιλέξουν τον μικρό αριθμό των τεσσάρων ή πέντε μαθημάτων.

Τα οφέλη της χωλής έστω αυτής αποκέντρωσης θα είναι πολλαπλά. Τα ΑΕΙ θα παίρνουν τους καλύτερα προετοιμασμένους -σύμφωνα με τις ανάγκες που αυτά προσδιορίζουν- φοιτητές. Οι υποψήφιοι δεν θα αποστηθίζουν τέσσερα ή πέντε εγχειρίδια· θα είναι αναγκασμένοι να δίνουν βάρος σε περισσότερα μαθήματα. Αν μάλιστα η εξέταση γίνει εφ’ όλης της ύλης του μαθήματος τότε αναγκαστικά θα πρέπει να δίνουν βάρος στην κριτική σκέψη.

Η μετάβαση από το σημερινό σοβιετικό σύστημα σε ένα αποκεντρωμένο δεν είναι εύκολη. Θα δημιουργήσει προβλήματα πριν φέρει αποτελέσματα. Αλλά είναι το μοναδικό βήμα που μας απομένει. Εξάλλου, τα υπόλοιπα τα έχουμε δοκιμάσει και απέτυχαν.

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η Καθημερινή, 28/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ριζική αναθεώρηση του τρόπου διδασκαλίας της γλώσσας και στις δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης

Posted on Ιανουαρίου 13, 2009. Filed under: Γλώσσα, Εκπαίδευση | Ετικέτες: |

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ*

Επειδή η διδασκαλία της γλώσσας δεν είναι διδασκαλία ενός μαθήματος όπως τα άλλα, αλλά διαχέεται και διαποτίζει όλα τα άλλα αντικείμενα μάθησης λόγω της άμεσης σχέσης της με τη σκέψη του ανθρώπου, χρειάζεται μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου διδασκαλίας της γλώσσας και στις δύο βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Και οι δύο άξονες που συνιστούν τη γλώσσα, το λεξιλόγιο από τη μια μεριά (έννοιες-σημασίες-λέξεις) και η οργάνωση τού λεξιλογίου σε νοήματα με γραμματικές και συντακτικές δομές χρειάζεται να διδαχθούν από μια νέα σκοπιά, την επικοινωνιακή. Αντί του γραμματικοσυντακτικού φορμαλισμού που κατακλύζει τη διδασκαλία και καταπνίγει την ουσία της γλώσσας, χρειάζεται με ουσιαστικό και ελκυστικό τρόπο να διδαχθούν οι δυνατότητες έκφρασης που παρέχει κάθε γλώσσα και εν προκειμένω η ελληνική, ένα τεράστιο φάσμα επιλογών που διαμορφώνουν το ύφος του καθενός μας και που μπορούν να εξηγηθούν και να συνειδητοποιηθούν από μια σωστή επικοινωνιακή διδασκαλία της γλώσσας. Αντί να μιλάμε συνεχώς για επιθετικούς προσδιορισμούς και κατηγορούμενα ή ανώμαλα ρήματα και υποτακτικές και για όλες αυτές τις απωθητικές «ταμπέλες» που δεν λένε τίποτε στους μαθητές, μπορούμε να τους αποκαλύψουμε τον κόσμο της γλώσσας που χρησιμοποιεί τους γραμματικοσυντακτικούς αρμούς για να συνθέσει νοήματα από τις μεμονωμένες λέξεις.

Αυτός ο σύνθετος διανοητικός μηχανισμός που συνιστά το πνεύμα του ανθρώπου και που έχει ως κύριο τρόπο έκφρασης τη γλώσσα πρέπει να καταδειχθεί στους μαθητές με απλό και κατανοητό τρόπο από κατάλληλα καταρτισμένους δασκάλους. Και αυτό -η απαιτούμενη κατάρτιση των δασκάλων- είναι κύριο ζητούμενο, αυτό που λείπει από τα πανεπιστήμιά μας στο βαθμό που θα έπρεπε. Θεωρώ απαραίτητη τη φοίτηση των μελλοντικών δασκάλων σε ειδικό τμήμα επιμόρφωσης ετήσιας διάρκειας με αυστηρές καταληκτήριες εξετάσεις προτού φτάσουν στην τάξη οι άνθρωποι που θα διδάξουν τα παιδιά μας. Οχι μόνο για το θέμα της γλώσσας αλλά γενικότερα για τα αντικείμενα και τον τρόπο διδασκαλίας των μαθημάτων και στις δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης χρειάζεται να ληφθούν τολμηρές αποφάσεις κατόπιν συζητήσεως και με στελέχη της μαχόμενης εκπαίδευσης που ξέρουν τα θέματα από μέσα.

Πώς θα κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν το σχολείο, πώς θα τα μάθουμε να δουλεύουν σε βιβλιοθήκη και ν’ αξιοποιούν τη σύγχρονη τεχνολογία για την αναζήτηση ουσιωδών πληροφοριών, πώς θα αυτενεργούν και πώς θα σκέπτονται δημιουργικά, αυτά είναι κύρια θέματα που πρέπει επιτέλους να απασχολήσουν έμπρακτα τον σχεδιασμό της ελληνικής σχολικής εκπαίδευσης.

* Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 13/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Πρώτα τα παιδιά!

Posted on Δεκέμβριος 29, 2008. Filed under: Ανεργία, Δημοκρατία, Διαφθορά, Διαδηλώσεις, Επικοινωνία, Εκπαίδευση, Εξάρχεια, Καταλήψεις, Κινήματα, Κοινωνία, Νεολαία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Κωστα Καλλιτση, Η Καθημερινή, 28/12/2008

«Δεν καταλαβαίνετε γιατί βγαίνουμε
στους δρόμους. Διαδηλώνουμε για να
λησμονούμε τον φόβο μας».

(Λόγια ενός νέου διαδηλωτή)

Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά διαισθάνονται πως τους ετοιμάζουμε ένα άνυδρο αύριο, με λιγότερες ευκαιρίες. Το προμηνύει η σημερινή δηλητηριώδης αξιακή ατμόσφαιρα. Σκεφτείτε πόσους ρύπους έχει αναπνεύσει ένας σημερινός 17χρονος: Από τις συζητήσεις που έγιναν σε όλα τα σπίτια, στα 14 έμαθε ότι κάποιοι μπορούν να υποκλέπτουν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις – ακόμα και του πρωθυπουργού! Στα 15, έμαθε ότι παράγοντες με εξουσία δοκίμασαν να κλέψουν τις συντάξεις των γονιών του. Στα 16, έμαθε ότι ο παπάς ίσως δεν είναι «ο δικός του», αλλά ένας κλέφτης δημόσιας περιουσίας με συνεργούς κάποιους υπουργούς. Στα 17, συγκλονισμένος έμαθε ότι πρέπει να φυλάγεται από τους φύλακες – μπορεί να τον σκοτώσουν. Η κατάρρευση των αξιών στον δημόσιο χώρο, οι απειλές των ναρκωτικών και του AIDS, φτιάχνουν ένα εκρηκτικό μείγμα με τα υποδείγματα των δικών μας ατομικών και κοινωνικών συμπεριφορών.

Εκπληκτα μάς ακούν να εκτοξεύουμε χυδαιότητες από τις εξέδρες των γηπέδων ή μάς βλέπουν να πιάνουμε το τιμόνι και να ορμάμε στον ατυχή προπορευόμενο αναβοσβήνοντας τα φώτα, «ξεκουμπίσου, ρε, να προσπεράσω!». Τραυματίζονται βαριά όταν, με τη στάση ζωής, τα «διδάσκουμε» ότι η επιτυχία ταυτίζεται με τα «φράγκα», ο αμοραλισμός είναι προϋπόθεση για να «φτιαχτείς» ή, πάλι (η άλλη όψη του νομίσματος…) όταν μάς βλέπουν να παραλύουμε στην οσμή της οικονομικής δυσπραγίας και να ψευδίζουμε ασυναρτησίες για τον «κωλότοπο». Και ασφαλώς μάς υποψιάζονται όταν επιδιώκουμε να εξαγοράσουμε τις έναντί τους οφειλές μας, με ακριβά μοντελάκια παιγνιδιών ή ρούχων (αξίας ίσης με δίδακτρα αρκετών μηνών σε ένα ωδείο-που-δεν-τα-πηγαίνουμε).

Για να είμαστε ειλικρινείς, ως κοινωνία χρωστάμε στα παιδιά.

Χωνέψαμε τέσσερα κοινοτικά πακέτα, χωρίς να φτιάξουμε δομές που θα βελτιώνουν το δικό τους αύριο, αποφεύγοντας τα κοπιαστικά (αύξηση παραγωγικότητας, βελτίωση ανταγωνιστικότητας κ.ά.) Ως κράτος, καταναλώνουμε με δανεικά και εν ψυχρώ παραπέμπουμε τους ξένους τραπεζίτες στις δικές τους γενιές. Αρνούμαστε να κοστολογήσουμε το φυσικό περιβάλλον, αυταπατώμενοι ότι είναι «φτηνή» η ενέργεια και «φτηνά» τα νερά, ταχυδρομώντας στην ωριμότητα των παιδιών μας το κόστος της δικής μας εγκληματικής σπατάλης και αμέλειας.

Θέμα χρόνου είναι, τα παιδιά να καταλάβουν ότι δεν τα ζούσαμε εμείς – όπως νόμιζαν. Μάλλον εμείς ζούσαμε σε βάρος τους.

Λοιπόν, μακάρι τα παιδιά μας να εξεγερθούν, βρίσκοντας τον δικό τους δρόμο μακριά από τις συμπληγάδες του «βολέματος» και των «κουκουλοφόρων». Ισως έτσι μας υποχρεώσουν να αλλάξουμε, να αλλάξουμε και ως κοινωνία, ώστε να ανατρέψουμε τις κυρίαρχες προτεραιότητες και να θέσουμε σε πρώτη γραμμή τη μείωση της ανείπωτης ανισότητας σε βάρος τους. Να συμφωνήσουμε σε μία νέα προτεραιότητα, την κατάργηση της άδικης διανομής σε βάρος τους, και να υιοθετήσουμε με τρόπο αδιαμφισβήτητο μια αρχή από την οποία θα απορρέουν όλες οι επιμέρους συμπεριφορές και πολιτικές μας: Την αρχή «πρώτα τα παιδιά».

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

« Προηγούμενες Καταχωρίσεις

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...