Κατσουνάκη Μαρία

Τρία πρόσωπα ενός Ποιμένος

Posted on Ιανουαρίου 1, 2011. Filed under: Κατσουνάκη Μαρία |

  • Tης Μαριας Κατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/12/2010

Τον τελευταίο μήνα του 2010 η Εκκλησία της Ελλάδος έδειξε μια ασυνήθιστη κινητικότητα. Κατ’ αρχάς, η Ιερά Σύνοδος τοποθετήθηκε απέναντι στην κρίση με κείμενο που διανεμήθηκε στους ενοριακούς ναούς υπό τον τίτλο «Προς τον Λαό». Μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: «Η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη, αλλά να διοικείται επί της ουσίας από τους δανειστές μας (…) Είναι αλήθεια ότι αυτό που συμβαίνει στην πατρίδα μας είναι πρωτόγνωρο και συνταρακτικό. Μαζί με την πνευματική, κοινωνική και οικονομική κρίση συμβαδίζει και η πάσης φύσεως ανατροπή. Πρόκειται για προσπάθεια εκρίζωσης και εκθεμελίωσης πολλών παραδεδομένων, τα οποία ώς τώρα θεωρούνταν αυτονόητα για τη ζωή του τόπου μας… Τα μέτρα αυτά τα απαιτούν οι δανειστές μας. Δηλώνουμε, δηλαδή, ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων-δανειστών μας…».

Ακολούθησε ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, ο οποίος σε τηλεοπτική συνέντευξή του είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Εμείς δεν είμαστε εναντίον των ανθρώπων, είμαστε εναντίον των συστημάτων. Σεβόμαστε κάθε άνθρωπο ο οποίος μας μισεί και μας υβρίζει. Γιατί αυτή είναι η εντολή του Χριστού μας, όμως εν προκειμένω θα σας πω κάτι που θα σας φανεί εξωφρενικό, αλλά ο Αδόλφος Χίτλερ, όργανο του παγκοσμίου Σιωνισμού ήταν και χρηματοδοτήθηκε από την περίφημη οικογένεια Ρότσιλντ με μοναδικό σκοπό να πείσει τους Εβραίους να φύγουν από την Ευρώπη και να κατεβούν στο Ισραήλ για να συστήσουν τη νέα αυτοκρατορία».

Στις 12 Δεκεμβρίου διοργανώθηκε από το Μέγαρο Μουσικής και την Αρχιεπισκοπή Αθηνών συναυλία στον Αγιο Παντελεήμονα, στην πιο εύφλεκτη περιοχή της πρωτεύουσας, με σκοπό την κοινωνική αλληλεγγύη και την ανεκτικότητα.

Τρία πρόσωπα της Εκκλησίας, που προκάλεσαν διαφορετικές αντιδράσεις. Το πρώτο, ένα γενικόλογο πόνημα που αναβλύζει λαϊκισμό και μπορεί να στεγάσει μια ευρεία πολιτική κοινότητα, από τον ΛΑΟΣ μέχρι το ΚΚΕ. Το δεύτερο αποστομώνει με την αυθαιρεσία του συνωμοσιολογικού ύφους του και υπόκειται στην αρμοδιότητα άλλων ειδικοτήτων. Το τρίτο αιφνιδίασε ευχάριστα. Μια πρωτοβουλία ασυνήθιστη, από κάθε άποψη, για τον ακραία συντηρητικό χαρακτήρα ενός θεσμού που κινείται από τη μετριοπάθεια στην οπισθοδρόμηση. Κάθε ένα από τα τρία αυτά πρόσωπα είχε τους πολεμίους και τους υποστηρικτές του.

Τα σχόλια που διατυπώθηκαν, ποικίλα, ο διάλογος που άνοιξε, ευρύς, δημιουργικός, αποκαλυπτικός για τις διαθέσεις και την αντιφατική στάση της ίδιας της κοινωνίας. Ποια Εκκλησία θέλουμε; Οφείλει να απευθύνεται στον «λαό» (όπως τον αποκαλεί) και πότε; Την ψέγουμε όταν μιλάει, αλλά και όταν δεν μιλάει. Γιατί; Γιατί συνήθως παρεμβαίνει μισαλλόδοξα και αντιδημοκρατικά, για να αποτρέψει κάθε αλλαγή, αναπαράγοντας μια αναχρονιστική, ελληνορθόδοξη προπαγάνδα. Αρκεί να δούμε τις απόψεις της σε εκπαιδευτικά ζητήματα, αλλά και στο θέμα των ταυτοτήτων. Από την κριτική που ασκεί στο πρόσφατο κείμενό της απουσιάζει εντελώς η αυτοκριτική διάσταση. Στρέφεται αμείλικτη εναντίον των ίδιων εδώ και δεκαετίες «προσώπων στην πολιτική σκηνή του τόπου μας», αναρωτιέται αυστηρά και επιτιμητικά «γιατί δεν κάναμε τις αλλαγές στην ώρα τους και έπρεπε να φθάσουμε έως εδώ», αποσύροντας το δικό της μερίδιο ευθύνης. Αν και σκανδαλωδώς φοροαπαλλαγμένη, συντηρούμενη και μισθοδοτούμενη από το κράτος, συμπεριφέρεται σαν να μην είναι μέρος του προβλήματος. Σαν να μην υπήρξε ομοτράπεζος οικονομικής κραιπάλης. Η ποιμαίνουσα Εκκλησία δεν αντιλαμβανόταν τότε ότι υποθηκεύεται το μέλλον του ποιμνίου της;

Πριν από ένα, περίπου, χρόνο, το θεολογικό περιοδικό «Σύναξη» οργάνωσε συζήτηση για τον «αναστοχασμό των σχέσεων Εκκλησίας – κράτους». Ανάμεσα στους ομιλητές ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος και ο διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» Σταύρος Ζουμπουλάκης. Ο πρώτος (έχει συντάξει την πρόταση – σχέδιο νόμου για τον διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας που κατατέθηκε στη Βουλή τον Οκτώβριο του 2005) υπογράμμισε ότι έχουν γίνει ήδη αρκετές αλλαγές, αλλά παραμένουν «σκοτεινά σημεία σχετικά με την εκκλησιαστική εκπαίδευση και την περιουσία». Ο δεύτερος υποστήριξε ότι η αντίσταση στον χωρισμό προέρχεται «τόσο από την Εκκλησία, που περιφρουρεί τα προνόμιά της, όσο και από τα κόμματα, που προσπαθούν να διατηρήσουν την εκλογική τους πελατεία».

Η κοινωνία παραμένει, και εδώ, αντιφατική. Αν και παρέχονται οι νομικές δυνατότητες για να αρχίσει να αποκτά ο διαχωρισμός υπόσταση, εν τούτοις η χρήση τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ενδεικτικά: μόνον ο Γιώργος Καμίνης και ο Γιάννης Μπουτάρης επέλεξαν τον πολιτικό όρκο, αναλαμβάνοντας καθήκοντα δημάρχων, λίγοι, συγκριτικά, δεν προτιμούν τον θρησκευτικό γάμο ή τη βάφτιση, ελάχιστοι δηλώνουν ότι επιθυμούν καύση αντί της ταφής.

Ανάμεσα στο μένος εναντίον της Εκκλησίας και στην τυφλή υποταγή, στον φόβο της τιμωρίας, στην εξαιρετικά ευρύχωρη έννοια της αμαρτίας και στον διαρκή θυμό που καλλιεργεί η εμφανής απόκλιση λόγων και πράξεων, η ελληνική κοινωνία παλεύει με αλήθειες, με συμβάσεις και με φαντασιακές προσηλώσεις. Το μείγμα καλλιεργεί κάθε μορφής αναθυμιάσεις.

Πόσω μάλλον σε καιρούς κρίσης, θεμελιακών αλλαγών και διαρκών απωλειών. Επιστολές «προς τον Λαό» που περιγράφουν την πραγματικότητα από άμβωνος οδηγούν σε σύγχυση πεδίων, τροφοδοτώντας την ένταση. Οπως έγραφε ο Γιώργος Θεοτοκάς, σε κείμενό του, το 1966: «Δεν ζητούμε από την Εκκλησία μας να κάμει πολιτική. Της ζητούμε να συναντήσει κι αυτή κάπου τον Κύριό της – ή τουλάχιστον να το προσπαθήσει».

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι καθημερινοί εμφύλιοι

Posted on Οκτώβριος 25, 2010. Filed under: Κατσουνάκη Μαρία, Οικονομική κρίση |

  • Aναγνωσεις
  • Tης Mαριας Kατσουνακη, Η Καθημερινή, 24/10/2010

«Σχεδόν 18.000 καταγγελίες έχουν γίνει από πολίτες στις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών για φοροδιαφυγή», γράφτηκε στον Τύπο την περασμένη εβδομάδα. Πιο συγκεκριμένα: Συγγενείς κατήγγειλαν συγγενείς για απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, γείτονες κατήγγειλαν γείτονες για παράνομο πλουτισμό, συνέταιροι συνεταίρους για πλαστά τιμολόγια, κ.ο.κ.

Οι εμφύλιοι που ξεσπούν καθημερινά στην ελληνική κοινωνία είναι πολλοί. Θα αντέξει; Περίπου ένα χρόνο από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση, ο απολογισμός της συνύπαρξης αναδεικνύει πρώτα στη λίστα την εμπάθεια, τον φόβο, τον θυμό, τη μνησικακία. Η πληροφορία που καταδικάζει ερήμην, που αποκαλύπτει μίζες, υπέρογκους μισθούς, διαπλεκόμενα συμφέροντα, χρηματισμούς, «αδιανόητα προνόμια» επαγγελματικών ομάδων, κυκλοφορεί με αξιοζήλευτη ταχύτητα, ανακυκλώνεται, ανατροφοδοτείται, διανθίζεται με λεπτομέρειες, πραγματικές ή επινοημένες είναι σχεδόν αδύνατον να πει κανείς. Το εισαγγελικό τσουνάμι παρασύρει όχι μόνο ένοχους αλλά και αθώους. Η οργή για την «Ελλάδα της χρεοκοπίας» αναζητεί εναγωνίως στόχους, η καχυποψία εγκαταστάθηκε στο σπίτι, στην παρέα, στα ΜΜΕ, στον δημόσιο βίο.

Ακούω ιστορίες για υπαλλήλους που εμφανίζονται να έχουν εμπλακεί σε σκάνδαλα δημόσιων οργανισμών, που διασύρονται ως υπόλογοι σε κατασπατάληση χρήματος, να υποβάλλουν παραιτήσεις. Ακούω μαρτυρίες από κανονικά εργαζόμενους, που καταβάλλουν εντίμως τον όβολό τους στην εφορία, να πολτοποιούνται μέσα στον σωρό με τους φοροφυγάδες, τους πλαστογράφους, τις βολεμένες συντεχνίες· να εκπροσωπούνται από φαύλους συνδικαλιστές και να δυσφορούν, να αναρωτιούνται «γιατί εσείς οι δημοσιογράφοι δεν απευθύνεστε και στους επαγγελματίες ενός κλάδου αλλά μόνο στα σωματεία τους»;

Στις γενικευμένες κρίσεις, οι μονάδες είναι ανυπεράσπιστες. Ολοι εν δυνάμει ένοχοι, διαρκώς φοβισμένοι, υπό την απειλή μιας ακόμη «αποκάλυψης» αληθινής ή πλασματικής, λίγο απασχολεί. Μια κοινωνία κατακερματισμένη σε στρατόπεδα. Από εδώ εκείνοι «που έφαγαν», από εκεί εκείνοι που «δεν έφαγαν». Από εδώ οι κατηγορούμενοι, από εκεί οι δικαστές. Οπως σε κάθε αυθαίρετη κατάταξη τα σύνορα είναι ρευστά. Από τη μια στιγμή στην άλλη, οι μεν προσχωρούν στους δε και τούμπαλιν. Η κρίση και η προσπάθεια εξόδου από αυτήν έχει και θα έχει θύματα. Πολλά. Παρωχημένες μορφές σκέψης και καθημερινής λειτουργίας, όσες συνδέονται με άνομα κεκτημένα, οφείλουν να εκλείψουν. Αλλά μέσα στη φόρα για γενικό ξεκαθάρισμα η ελληνική κοινωνία εμφανίζει έλλειμμα αξιολόγησης. Η καθολική ενοχοποίηση καθιστά τους αδύναμους ανθρώπους μοχθηρούς αλλά και άκρως αποτελεσματικούς μηχανορράφους. Οι βιτριολικές επιθέσεις συρρικνώνουν το κράτος και καλλιεργούν μια κοινωνία αποδεσμευμένη από ουσιώδεις αρχές και αξίες. Εδαφος πρόσφορο για δεσποτισμούς, εθνικισμούς και εθνοσωτήριες παρεμβάσεις. Σε αυτήν την εποχή της παράδοξης συνύπαρξης αδράνειας και κινητικότητας, οι 18.000 καταγγελίες οφείλουν να προβληματίσουν τους αρμόδιους φορείς. Εάν οι πολίτες αρχίσουν να υποκαθιστούν θεσμικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, η δημοκρατία ακρωτηριάζεται. Επιβιώνει παρασιτικά μέσα σε ένα δήθεν πλουραλισμό. Αρκεί να ανακαλέσουμε τις «Ζωές των άλλων» και να φρεσκάρουμε το διόλου φανταστικό σενάριο της ταινίας: στο Ανατολικό Βερολίνο του 1984 οι κάτοικοι της πόλης επιτηρούνται από 100.000 υπαλλήλους και 200.000 κατασκόπους της Στάζι.

Ενα χρόνο μετά τη διαπίστωση του ελληνικού οικονομικού κατήφορου, η κοινωνική παραμόρφωση καταλαμβάνει τις εκτάσεις όπου το δίκαιο υποχωρεί. Περισσότερο και από τη φτώχεια κινδυνεύουμε από την απαξίωση των κανόνων συμβίωσης. Εάν υπάρχουμε χωρίς να συνυπάρχουμε αντλώντας ικανοποίηση από την εκδικητική μετριότητα (πόσο απέχει από τη νοσηρότητα;), τα αναχώματα θα ισοπεδωθούν και ο παραλογισμός θα είναι η νέα κατασκευασμένη πραγματικότητα. Στην τελευταία σκηνή του γλεντιού, στην ταινία του Εμίρ Κουστουρίτσα «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές», ο κεντρικός ήρωας, διαπιστώνει: «Με άδεια ταμεία δεν υπάρχει δημοκρατία». Αναφέρεται στη Γιουγκοσλαβία του 1952.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η Ελι δεν ζει μόνο στην Τεχεράνη

Posted on Δεκέμβριος 6, 2009. Filed under: Κατσουνάκη Μαρία |

  • Aναγνωσεις
  • Tης Mαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/12/2009

Και τι σχέση έχει η ελληνική κοινωνία με την ιρανική», αντέδρασε μέλος της παρέας με απορία και ορατή ενόχληση. Είχαμε μόλις παρακολουθήσει την (δικαίως) βραβευμένη ιρανική ταινία του Ασγκαρ Φαραντί «Τι απέγινε η Ελι». Καμία σχέση με την εικόνα και τις σχέσεις που μετέφερε ώς σήμερα η κινηματογραφία της χώρας. Το βλέμμα του σκηνοθέτη στρέφεται στα μεσαία και ανώτερα στρώματα της ιρανικής κοινωνίας παρακολουθώντας γυναίκες σε κρίση ταυτότητας. Οχι μόνο την κεντρική ηρωίδα, την Ελι, που η εξαφάνισή της γίνεται η αφορμή να εκτυλιχθεί το δράμα, αλλά και όσες την περιβάλλουν. Οι άντρες χειρίζονται την κρίση, που ξεσπάει αναπάντεχα ένα Σαββατοκύριακο στην παραθαλάσια κατοικία έξω από την Τεχεράνη, οι γυναίκες ισχυρά παρούσες, οι «παραδοσιακές αξίες» θα δώσουν τη λύση. Οσο το κλίμα της ευθυμίας και της ξεγνοιασιάς κυριαρχεί, οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα είναι ανεπαίσθητες. Μόλις ο φόβος και ο πανικός ανατρέψουν την αρμονική συνθήκη διαβίωσης, ο έλεγχος χάνεται, ο εκσυγχρονισμός δείχνει τα δόντια του. Ο άντρας της Σεπιντέ την χτυπάει, όταν εκείνη αρνείται να δώσει απαντήσεις στις απορίες που γεννά η εξαφάνιση της φίλης της· η Ελι θεωρείται «ένοχη» που συμμετέχει στην εκδρομή για να γνωρίσει έναν άλλον άντρα ενώ είναι αρραβωνιασμένη· ο αρραβωνιαστικός, που πιέζει να μάθει την αλήθεια, αντιδρά στο τραύμα της απόρριψης και όχι στην απώλεια του αγαπημένου προσώπου· τα ψέματα ενισχύουν την προκατάληψη, η πραγματικότητα γυμνή δεν έχει παρά μία μόνο όψη: η γυναίκα είναι υπόλογη για την ελευθερία που διεκδικεί. Η Ελι έχει πνιγεί στη θάλασσα ή τρέπεται σε μυστική φυγή αναζητώντας μια ζωή χωρίς δεσμεύσεις; Μια ζωή εξ αρχής; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και ο «πνιγμός» έχει πολλές αναγνώσεις.

Η ιρανική κοινωνία είναι πνιγηρή. Οι γυναίκες δηλώνουν τις επιθυμίες τους μέσα στο πλαίσιο μιας αποδεκτής σύμβασης. Οταν παραβούν τους «κανόνες» καραδοκούν ο διασυρμός, η βία, η παθογένεια. Οταν η Σεπιντέ κακοποιείται, ο άντρας αισθάνεται ενοχές (αυτό είναι πρόοδος;), η γυναίκα ανακτά με κόπο την αυτοκυριαρχία και ψυχραιμία της. Νιώθει ή όχι ηττημένη; Το ανάλγητο θεοκρατικό καθεστώς δεν είναι ο μόνος αντίπαλος. Υπάρχουν κι άλλοι, λιγότερο διακριτοί, εξίσου ανθεκτικοί.

Οι έρευνες για την κακοποίηση στα ελληνικά σπίτια είναι δυσοίωνες: μία στις τρεις Ελληνίδες υφίσταται βία (σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική ή φραστική). Τα στοιχεία, αν και δεν είναι πρόσφατα, δεν έχουν ζωηρές αποκλίσεις: οι γυναίκες αυτές σε ποσοστό 64% είναι ηλικίας 31 – 50 ετών. Επτά στις δέκα, που ζητούν βοήθεια από τα κέντρα υποστήριξης, είναι απόφοιτες δευτεροβάθμιας ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκε από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας ότι «τους τελευταίους 17 μήνες έγιναν 35 δολοφονίες γυναικών από συντρόφους ή συζύγους, ενώ στα δύο συμβουλευτικά κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά έκλεισαν ραντεβού 657 γυναίκες και τηλεφώνησαν 1.661 για ψυχολογική υποστήριξη και νομική βοήθεια».

Πράγματι. Η ελληνική κοινωνία έχει πολλές αποκλίσεις από την ιρανική. Ομως, ο σιωπηρός συντηρητικός πυρήνας αναπαράγεται και τροφοδοτείται όχι μόνο σε τόπους που θεωρείται κυρίαρχος, αλλά και εκεί που υποτίθεται ότι υποχωρεί και συγκρούεται με προοδευτικές δυνάμεις και εξελιγμένες πολιτισμικές συμπεριφορές.

Η ερμηνεία του ψυχαναλυτή Αλέν Λεγκράν δεν αφήνει περιθώρια σε βολικές αποχρώσεις: «Ο βίαιος άνδρας, ανεξάρτητα από το κοινωνικό ή πολιτιστικό επίπεδο, αισθάνεται ότι απειλείται. Σε μια συνηθισμένη κατάσταση σύγκρουσης, θα αισθανθεί ότι αμφισβητείται πλήρως, ότι απειλείται από το γεγονός πως δεν ελέγχει πλέον τη γυναίκα και κακοποιώντας τη νιώθει ότι ανακτά τον έλεγχο. Σ’ αυτό το είδος σχέσεων, η γυναίκα δεν είναι αντικείμενο του πόθου αλλά της ανάγκης. Ο άντρας πιστεύει ότι βρίσκεται σε κατάσταση επιβίωσης: ή εκείνη ή αυτός».

Η Ελι δεν ζει μόνο στην Τεχεράνη. Τη συναντάμε σε κάθε βήμα που αναστέλλεται, σε κάθε απόφαση που υποχωρεί μπροστά στον φόβο ή την καταφυγή στο φαντασιακό. Στη δυστυχία που δεν δηλώνεται, στη συνθηκολόγηση που παίρνει το σχήμα της υποταγής. Στους πολλούς, αλλεπάλληλους πνιγμούς.

Η Ελι δεν ζει μόνο στην Τεχεράνη

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...