Κουκούλα

Ιδιώνυμο αδίκημα η κουκούλα

Posted on Φεβρουαρίου 15, 2009. Filed under: Ιδιώνυμο αδίκημα, Κουκούλα |

Της Αλικης Γιωτοπουλου-Μαραγκοπουλου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009

Το φαινόμενο της απόκρυψης του προσώπου, δηλαδή της ταυτότητας, κάθε άλλο παρά πρωτοφανές είναι στην ανθρώπινη ιστορία. Στις διάφορες εποχές είχε διαφορετικούς γενεσιουργούς παράγοντες, περισσότερο βαθείς απ’ όσο κοινώς νομίζεται, και ποικίλες εκφάνσεις.

Ανθεί σε εποχές κοινωνικο-οικονομικής, ηθικής και πολιτικής κρίσης, ιδίως σε απολυταρχικά καθεστώτα ή εθνικά ανώμαλες περιόδους. Στους νεότερους χρόνους η κουκούλα χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με βία. Η οργάνωση τέτοιων κινήσεων ευοδώνεται ευχερέστερα όταν η κοινωνική αδικία επικρατεί στον κόσμο, συνδυασμένη με ευρύτατα διαδεδομένη κατάργηση των ηθικών αξιών.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ποια είναι η επιτυχής αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Και ειδικότερα αν η δράση των σημερινών κουκουλοφόρων μας είναι επωφελής για τη βελτίωση της βαθιάς πολύπλευρης σημερινής κρίσης ή αντιθέτως συντελεί στην επιδείνωσή της.

«Κουκουλοφόρους» αποκαλούμε όλους τους με οποιοδήποτε τρόπο αποκρύπτοντες ή αλλοιώνοντες το πρόσωπο ώστε να μην αναγνωρίζονται. Η σχετική φαινομενολογία, ιδίως η πρόσφατη, είναι γνωστή ιδίως από τις πρόσφατες δημόσιες εκδηλώσεις.

Βασική διάταξη για το θέμα αποτελεί το άρθρο 11 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι (συναθροίσεων, διαδηλώσεων κ.λπ.), υπό δύο όμως όρους: ήσυχα και χωρίς όπλα. Οι «κουκουλοφόροι», μετά την εμφάνισή τους στη διαδήλωση, δημιουργούν κατά κανόνα βαριές ταραχές που καταλήγουν σε βλάβες διαφόρων βαθμών κατά αντικειμένων ή προσώπων. Αρα καταργούν την ησυχία, κάποτε και την απαγόρευση χρήσης όπλων (όπως γκαζάκια, πέτρες κ.λπ.).

Οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες (φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εμπρησμοί, τραυματισμοί προσώπων, προσβολή ζωής) και αποτελούν συγχρόνως προσβολές διεθνώς αναγνωρισμένων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δ.Α.).

Η παράβαση αυτών των όρων δημιουργεί λόγο διάλυσης της συνάθροισης, πράγμα που σημαίνει αστυνομική δράση, συχνά με αδικαιολόγητη χρήση δακρυγόνων αντί κατάβρεξης.

Πρέπει να τονισθεί ότι για την εφαρμογή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπεύθυνοι δεν είναι μόνο οι πολίτες, αλλά και η Πολιτεία. Επί του προκειμένου, όχι μόνο οι πολίτες οφείλουν να προσέρχονται «ήσυχα και άοπλα» αλλά και η Πολιτεία να εξασφαλίζει αυτούς τους όρους στην πράξη.

Πάγια είναι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέρ αυτής της θέσης, που καθιέρωσε την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τους πολίτες από ταραχοποιά στοιχεία τα οποία επιχειρούν να παρακωλύσουν την ομαλή διεξαγωγή της εκδήλωσης ή άλλων αναλόγων περιπτώσεων (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ, Plattform «€rzte f­r das Leben», 21 Ιουνίου 1988, Σειρά Α΄, αρ. 139, παρ. 32). Η υποχρέωση επιβάλλεται μάλιστα γενικότερα από το άρ. 5 της ΕΣΔΑ.

Το θέμα είναι πώς θα επιτευχθεί πραγματικά η τήρηση αυτών των δύο συνταγματικών όρων (ήσυχα, χωρίς όπλα). Η πράξη έχει αποδείξει ότι η τιμώρηση των ποινικών αδικημάτων, που συνοδεύουν την κατάργησή τους, κατά κανόνα δεν επακολουθεί. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός της δυσχερούς απόδειξης της ταυτότητας του δράστη λόγω της κουκούλας.

Εξάλλου και αν ακολουθήσει τιμωρία, θα έρθει αργά, μετά την επέλευση των καταστροφών, τραυματισμών κ.λπ.

Γι’ αυτό έχουμε προτείνει από το 2007 σχέδιο άρθρου του Ποινικού Κώδικα (189 Α) το οποίο καθιστά ιδιώνυμο αδίκημα την προσέλευση «κουκουλοφόρου» σε δημόσια συνάθροιση (διαδήλωση, πορεία κ.λπ.) πριν αυτός προλάβει να δημιουργήσει ταραχές και διαπράξει εγκλήματα. Η σύλληψη και μεταφορά των ενόχων στο αυτόφωρο θα είναι πολύ αποτελεσματικότερη, παρόλο που προβλέπεται ποινή ελαφρά (φυλάκιση 2 μηνών ώς 1 χρόνο).

Εννοείται ότι αν ο αστυνομικός δεν προλάβει να συλλάβει τον «κουκουλοφόρο» πριν τελέσει κάποιο έγκλημα του Π.Κ., ο δράστης θα τιμωρηθεί κατά συρροή για την παράβαση της παρ. 1 του άρ. 189 Α και για την άλλη αξιόποινη πράξη.

Υπενθυμίζουμε ότι, κατά την ψυχολογία του όχλου, και λίγοι επιθετικοί και βίαιοι ταραχοποιοί μπορούν να ξεσηκώσουν πολυάριθμη ομάδα. Επιπλέον, η σύγχρονη εγκληματολογία ρίχνει το βάρος στην πρόληψη (και όχι στην καταστολή), πράγμα στο οποίο το προτεινόμενο άρθρο στοχεύει.

Πρέπει να αναφερθεί και ότι ξένες νομοθεσίες με ανάλογη μέθοδο έχουν ήδη επιτύχει. Στη Γερμανία, ο νόμος Gesetz ­ber Versammlungen und Aufz­ge πέτυχε να αναστείλει την απόπειρα αναβίωσης του νεοναζισμού με διαδηλώσεις που μετατρέπονταν σε συρράξεις.

Η παρ. 17α απαγορεύει την προσέλευση σε δημόσιες συναθροίσεις με εμφάνιση που δυσχεραίνει την αναγνώριση της ταυτότητας του ατόμου. Αλλά και στις ΗΠΑ κατόρθωσαν σχεδόν να εξαφανίσουν την Κου Κλουξ Κλαν. Σε 18 Πολιτείες του Νότου, όπου ανθούσε αυτή η εγκληματική ρατσιστική οργάνωση, η θέσπιση του νόμου «Anti-mask law», κατά τον οποίο απαγορεύεται η κάλυψη ή αλλοίωση προσώπου σε δημόσιες συναθροίσεις, υπήρξε εξαιρετικά αποτελεσματική.

Συμπερασματικά, πιστεύουμε ότι η πραγματική αποφυγή βιαιοπραγιών των «κουκουλοφόρων» μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εφαρμογή μιας προληπτικής διάταξης σαν αυτή που προτείνουμε. Η άλλοτε κουκούλα του δημίου και του καταδότη στους Γερμανούς των πατριωτών αντιστασιακών δεν έχει σήμερα θέση στην κοινωνία μας. Το δημοκρατικό πολίτευμα τραυματίζεται, δεν ενισχύεται, από τις βιαιοπραγίες που καταλύουν θεμελιώδη Δ.Α. και οξύνουν τα μεταξύ των πολιτών μίση.

* Η κ. Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου είναι ομ. καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Μια ιστορία της κουκούλας (…και μερικά δημοκρατικά αδιέξοδα)

Posted on Δεκέμβριος 14, 2008. Filed under: Κουκουλοφόροι, Κουκούλα | Ετικέτες: |

Tου Τακη Καμπυλη, Η Καθημερινή,  Kυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Πολλά χρόνια πίσω (έως πάρα πολλά) δεν είναι καθόλου βέβαιο αν ο αναρχικός Μπουαναβεντούρα Ντουρούτι φορούσε ή όχι κουκούλα, στη διάρκεια ληστειών τραπεζών στο Μεξικό (ως γνωστόν όχι για προσωπικό πλουτισμό), λίγο πριν από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Κι αν φορούσε, το πιθανότερο είναι πως επρόκειτο για ένα μαντίλι που είχε χρησιμοποιηθεί ευρέως και στις εξεγέρσεις και τις συγκρούσεις του 19ου αιώνα.

Πάντως, στην Ελλάδα, στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο αναρχικός Δημήτρης Ματσάλλης δολοφόνησε μέρα μεσημέρι στην Πάτρα έναν σημαντικό τοκογλύφο δεν είχε σκεπασμένο το πρόσωπό του – πιθανόν διότι θεωρούσε αναπόφευκτη τη σύλληψή του.

Σύμφωνα με την ίσως μοναδική δημοσιευμένη μαρτυρία, στην Ελλάδα μετά την Κατοχή, η κατά κάποιον τρόπο μαζική χρήση μαντιλιού για κάλυψη του προσώπου τοποθετείται το 1946 από τον Ε.Λ.Α.Ν. Στυλίδας.

Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, η πρώτη μαζική χρήση της έγινε στα Ιουλιανά το 1965. Ηταν τότε που χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτούς, από την Αριστερά ο χαρακτηρισμός «προβοκάτορες». Ο Στέργιος Κατσαρός (έγραψε και δημοσίευσε τη μαρτυρία που λέγαμε) θυμάται: «Με είχαν εντυπωσιάσει οι άντρες του Ε.Λ.Α.Ν. με τα μαντίλια στο πρόσωπό τους. Μετά τη Βάρκιζα, επειδή ιδίως στην επαρχία ομάδες δήθεν “πατριωτών” είχαν εξαπολύσει τρομοκρατία σε βάρος αγωνιστών της Αριστεράς και των οικογενειών τους, ως αντίβαρο οργανώθηκαν οι “Ομάδες Αυτοάμυνας” που έκαναν επιλεκτικές εκτελέσεις γνωστών τραμπούκων και δωσίλογων. Αλλά η πρώτη μαζική χρήση του μαντιλιού έγινε από αρκετούς από εμάς που στα Ιουλιανά ήμασταν περιφρούρηση της ΕΔΑ (εγώ αργότερα έγινα δόκιμο μέλος του ΚΚΕ). Πετάξαμε τα περιβραχιόνια, φορέσαμε τα μαντίλια και ακολουθήσαμε το αυθόρμητο πλήθος. Και τα φορέσαμε όχι μόνο για να μη μας αναγνωρίσουν οι αστυνομικοί και οι παρακρατικοί αλλά και για να μη μας αναγνωρίσουν οι δικοί μας οι κομματικοί. Αλλωστε, λίγο μετά, το ΚΚΕ χρησιμοποίησε για μας τον όρο “προβοκάτορες”, αν και γνώριζαν στο Κόμμα τι είχε γίνει. Κι όμως τότε πήγαν να μας συνδέσουν με τους κουκουλοφόρους – συνεργάτες των Γερμανών».

Την ίδια περίοδο στην Ευρώπη, λίγο πριν από τον Μάη, η μόνη κίνηση που παρέπεμπε σε κάτι παραπλήσιο ήταν οι «Blousons Noirs», μια αναρχική κίνηση με μαύρες μπλούζες, αλλά κι αυτοί στα επεισόδια δεν κάλυπταν τα πρόσωπά τους. Ωστόσο, και στο γερμανικό και στο ιταλικό αντάρτικο πόλεων οι κουκούλες χρησιμοποιήθηκαν αρκετά ευρέως – λαμβάνοντας υπόψη τη μαζικότητα ιδίως του ιταλικού αντάρτικου πόλεων.

Τα μαντίλια στην Ελλάδα επανεμφανίζονται το 1973 στο Πολυτεχνείο σε μεγάλο κομμάτι των εξεγερμένων, οι οποίοι επίσης δεν είχαν σχέση με τον αναρχικό χώρο. (Αλλωστε, οι αναρχικές κινήσεις συγκροτήθηκαν με κάποια μαζικότητα αρκετά αργότερα.)

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία της «αντίστασης από το μη-πρόσωπο» είναι πως αυτή προβλέφθηκε στο νομικό μας σύστημα πολύ νωρίς. Οπως εξηγεί ο Γιάννης Μανωλεδάκης (ομότιμος καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ) «με προσθήκη στο άρθρο 167 του Ποινικού Κώδικα περί “αντίστασης κατά της Αρχής” προβλέφθηκε πως αν ο παρανομών είχε καλύψει ή αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του θα τιμωρείται με ποινή τουλάχιστον δύο χρόνων, ενώ η προβλεπόμενη ποινή για τον αντίστοιχο αλλά χωρίς κάλυψη ή αλλοίωση προσώπου ήταν τουλάχιστον ένα χρόνο. Η μισή».

Γιατί άραγε, όταν μάλιστα οι λεγόμενοι «κουκουλοφόροι» εμφανίστηκαν αρκετά χρόνια αργότερα;

Η εξήγηση που δίνει ο Γ. Μανωλεδάκης είναι πως αυτό συνέβη «στο πλαίσιο της μεταφοράς στον ελληνικό ποινικό κώδικα της αντίστοιχης διάταξης του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα όπου ήδη κρινόταν πως ο “κουκουλοφόρος” είναι πιο επικίνδυνος, πιο επιρρεπής σε ακραίες συμπεριφορές ως μη αναγνωρίσιμος».

Ωστόσο, η «κουκούλα» είχε –όπως είδαμε– ήδη καταγραφεί, μάλλον ενοχικά, στο συλλογικό ασυνείδητο της Αριστεράς. Και όχι χωρίς αιτία, αν αναλογιστούμε πως η Ελλάδα ήταν η τελευταία χώρα της Ευρώπης που αναγνώρισε τη νομιμότητά της.

Τη δεκαετία του ’80, τον ρόλο της «κουκούλας» αναλαμβάνουν τα κράνη των μοτοσικλετιστών και (κυρίως) οι παλαιστινιακές μαντίλες που, εκτός από τη συμβολοποίηση του αντιαμερικανισμού (αλλά όχι κατ’ ανάγκην και του φιλοσοβιετισμού), προσφέρουν –και λόγω μεγέθους– πρακτικές λύσεις.

Η νέα «κουκούλα» τείνει στην υπαγόρευση ενός «νεο-αριστερού» lifestyle. Αυτό του κινητοποιημένου, αλλά κομματικά μη ελεγχόμενου νέου. Αναπόφευκτα λοιπόν, στην εποχή της απόλυτης κομματοκρατίας, η «κουκούλα» εξοβελίζεται διπλά εκ νέου – και από το επίσημο Κράτος και από την επίσημη Αριστερά. (Θα βοηθήσουν συνειρμικά και οι μνήμες από την Κατοχή και τους κουκουλοφόρους, αλλά και από τις εκτελέσεις.)

Οι «γνωστοί άγνωστοι» κουκουλοφόροι ενισχύουν τη μυθολογία της επίσημης Αριστεράς, περίπου τη βολεύουν, αφού πίσω από τη μάσκα ενίοτε διακρίνεται ο σύμμαχος και ενίοτε ο ταξικός εχθρός.

Αλλά στην ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων η κουκούλα ακολούθησε, σύμφωνα με κοινωνικούς ανθρωπολόγους, την πανάρχαια λειτουργία της μάσκας. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Νταβέα (ανθρωπολόγο) η μάσκα των πρώτων ανθρώπινων κοινοτήτων, το αρχαιοελληνικό «προσωπείο» και οι νεότερες κουκούλες, αν και έχουν λόγω συγκυριών διαφορετικές χρήσεις, έχουν εντούτοις και κοινά στοιχεία: Συμβολίζουν (και) την απειλή ή τον φόβο σ’ αυτό (από αυτό) που υπάρχει απέναντι.

Η συνέχεια της κουκούλας είναι εξίσου ενδιαφέρουσα ελέω «χιπ χοπ».

Αρχικά στην Αγγλία αλλά κυρίως στα παρισινά προάστια, οι κοινωνικά «ελεύθεροι πολιορκημένοι» δεύτερης και τρίτης γενιάς μετανάστες υιοθέτησαν την κουκούλα των ράπερς και κυρίως των «χιπ χοπάδων» ως σύμβολο του αποκλεισμού. (Την υιοθέτησαν και για πρακτικούς λόγους αφού η κουκούλα και το μαντίλι παρέχουν άμεση πρόσβαση – διαφυγή στον κόσμο του μη-αναγνωρίσιμου.)

Ηταν μια νεανική «μόδα» που αναπτύχθηκε στα μητροπολιτικά (αστικά) αδιέξοδα και τελικά επικράτησε του λατινοαμερικάνικου στυλ της full face κουκούλας των κομαντάντε «Θέρο» της Νικαράγουας και κομαντάντε Μάρκος των Τσιαπατίστας. Τα κοινωνικά αδιέξοδα αποδείχθηκαν μεγαλύτερα από τα διεθνιστικά.

Φαίνεται πως –ιστορικά– κάθε φορά η κουκούλα ξεπρόβαλε σε περιόδους μεγάλων κρίσεων και πολιτικών αδιεξόδων. Και, επίσης, πως η λειτουργία της υπονόμευσε αλλά και αυτο-υπονομεύθηκε. Υπονόμευσε τους επίσημους ή θεσμικά προβλεπόμενους τρόπους διαμαρτυρίας, και αυτο-υπονομεύθηκε από τον ξεπερασμένο ρόλο της μάσκας στις σύγχρονες κοινωνίες (αφού ακόμη και ο Ζορρό όφειλε να είναι φιλάνθρωπος μεγαλογαιοκτήμονας).

Θα λειτουργήσει (και σωστά) αρνητικά όταν η καταφυγή στο μη-πρόσωπο κρίνεται στο πλαίσιο του σημερινού νομικού πολιτισμού μας, της αναγκαίας ανάληψης της ατομικής ευθύνης απέναντι στο πρόσωπο του τρίτου (π.χ.) καταστηματάρχη, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιη η ίδια λειτουργία στο πλαίσιο των πασιφανών πολιτικών αδιεξόδων. Και σε τέτοιες περιπτώσεις η λύση –πέραν της αποζημίωσης– δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική.

Ιnfo

– Στέργιου Κατσαρού «Εγώ ο προβοκάτορας», Γιάννενα 2008, εκδ. Ισνάφι

– Ρόμπερτ Α. Νταλ «Περί πολιτικής ισότητας», Αθήνα 2007, εκδ. Μεταίχμιο

– Zigmunt Bauman «Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα», Αθήνα 1998, εκδ. Ερασμος

– Γιάννη Βούλγαρη «Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση», Αθήνα 2008, εκδ. Πόλις

– Chantal Mouffe «Το δημοκρατικό παράδοξο», Αθήνα 2004, εκδ. Πόλις

– Κόλιν Κράουτς «Μεταδημοκρατία», Αθήνα 2006, εκδ. Εκκρεμές

– Τζέφρι Αμποτ «Το εγχειρίδιο του καλού δήμιου», Αθήνα 2006, εκδ. Νάρκισσος

– Alfredo M. Bonano «Κυριαρχία και εξέγερση», Γιάννενα 2008, Ελευθεριακό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών

– Ντέιβιντ Ρίσμαν «Το μοναχικό πλήθος», Σκόπελος 2001, εκδ. Νησίδες

– John Rawls «Η δίκαιη κοινωνία», Αθήνα 2006, εκδ. Πόλις

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...