Λαϊκισμός

Τα όρια της δημοκρατίας

Posted on Φεβρουαρίου 15, 2009. Filed under: Δημοκρατία, Κοινωνία, Λαϊκισμός, Μεταπολίτευση, Πολιτική |

Εχουμε πλέον αποδεχθεί στη χώρα μας ένα επίπεδο βίας το οποίο θεωρούμε ότι μπορεί και πρέπει να αποτελεί στοιχείο ρουτίνας για κάθε πολιτισμένη χώρα. Πρώτα απ’ όλα υπάρχουν γειτονιές της Αθήνας και πανεπιστημιακοί χώροι στους οποίους πρέπει κάποιος να έχει πιστοποιητικό φρονημάτων για να μπει χωρίς να φάει ξύλο ή γιαούρτι. Ακόμη χειρότερα, σε μερικές περιπτώσεις πρέπει να έχει την προστασία κάποιων «αφεντικών» της περιοχής. Αυτά τα φαινόμενα δεν συνάδουν με την έννοια της δημοκρατίας για την οποία πάλεψε η Aριστερά –και όχι μόνο– για πολλές δεκαετίες. Αντιθέτως, πρόκειται για φασιστικά φαινόμενα που θυμίζουν τη συμπεριφορά ακροδεξιών συμμοριών πριν και κατά τη διάρκεια της χούντας.

Ο καθηγητής ή ο αρθρογράφος που έχει άλλη άποψη για το άσυλο δεν μπορεί να φοβάται να περπατήσει σε έναν πανεπιστημιακό χώρο επειδή κάποιες ομάδες έχουν επιβάλει τη δική τους ιδιότυπη τρομοκρατία στον χώρο. Οι πανεπιστημιακοί, οι φοιτητές, τα κόμματα οφείλουν να προστατεύσουν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα απέναντι σε αυτήν την απειλή. Εκτός, βεβαίως, αν μία πτέρυγα ενός κόμματος επικροτεί τον «χαβαλέ της βίας» γιατί αλιεύει ψήφους από τους οπαδούς του.

Ενα δεύτερο φαινόμενο που έχουμε συνηθίσει πλέον είναι οι μολότοφ και τα γκαζάκια τα οποία αντιμετωπίζουμε περίπου όπως τα βεγγαλικά το βράδυ της Ανάστασης, σαν, δηλαδή, μια μακραίωνη πολιτισμική παράδοση της χώρας. Και αυτό το φαινόμενο παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις και πρέπει επιτέλους να αντιμετωπισθεί αστυνομικά και κυρίως πολιτικά. Μια κοινωνία που αποδέχεται το παραμικρό επίπεδο βίας δημιουργεί τις συνθήκες για οποιονδήποτε «παλαβό», διαταραγμένο ή απλά φανατικό να πάει και στο επόμενο επίπεδο τρομοκρατίας.

Χρειάσθηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να ωριμάσει στην ελληνική κοινωνία η καταδίκη της τρομοκρατίας και των δολοφονιών της «17 Νοέμβρη». Το τσουνάμι του λαϊκισμού της μεταπολίτευσης μας είχε μετατρέψει σε μια κοινωνία που ήταν έτοιμη να θεοποιήσει ακόμη και την εν ψυχρώ δολοφονία κάποιου. Προξενούσε, μάλιστα, εντύπωση ένας όρος που χρησιμοποιούσαμε εμείς οι δημοσιογράφοι μερικές φορές για τα θύματα της «17Ν». Επικροτούσαμε εμμέσως την οργάνωση επειδή φρόντιζε να μη χτυπήσει «αθώα θύματα», λες και τα θύματά της ήταν εξ ορισμού ένοχα επειδή κάποιοι αποφάσισαν να το παίξουν Θεοί και να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, εκτελώντας όποιον θεωρούσαν ένοχο.

Είναι αξιοσημείωτο πως μετά τη δημοσιοποίηση των τελευταίων προκηρύξεων τρομοκρατικών οργανώσεων σημειώθηκε κι ένα κύμα νοσταλγίας για το δήθεν περισπούδαστο στυλ των προκηρύξεων της «17 Νοέμβρη». Πρέπει κάποια ώρα να το πάρουμε απόφαση πως δεν υπάρχουν καλοί και κακοί τρομοκράτες, πως δεν νοείται ανεκτό επίπεδο βίας στη δημόσια ζωή μιας χώρας· ούτε οι μολότοφ ούτε τα γκαζάκια ούτε το ξύλο ούτε οι δολοφονικές επιθέσεις έχουν χώρο σε μια πολιτισμένη δημοκρατία. Και βεβαίως, πρέπει να βεβαιωθούμε πως η δημοκρατία μας δεν δίνει τροφή σε όσους πεισματικά στρατολογούν νέα παιδιά στον δρόμο της βίας, ούτε με τη δολοφονία 15χρονων ούτε με την αδιαφορία απέναντι στην περίπτωση της Κωνσταντίνας Κούνεβα.

  • Tου Aλεξη Παπαχελα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009
Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι «πονοκέφαλοι» των πολιτικών

Posted on Φεβρουαρίου 11, 2009. Filed under: Ανομία, Διαφθορά, Διεθνής Οικονομική κρίση, Κόμματα, Λαϊκισμός, ΠΑΣΟΚ, Παρασιτισμός, Πολιτική, ΣΥΡΙΖΑ |

Kατά μίαν έννοια, δεν έχουν άδικο όσοι λένε ότι η Ελλάδα είναι παράδεισος. Οποιος αισθάνεται ότι δεν αντέχει άλλο να ακούει για την διεθνή οικονομική κρίση και τις επίπονες προσπάθειες που καταβάλλουν τα επιτελεία σε ολόκληρο τον κόσμο για να περιορίσουν τις συνέπειές της, μπορεί να έρθει για λίγες μέρες διακοπές στη χώρα μας και θα νιώσει… άλλος άνθρωπος. Θα στηθεί μπροστά από τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα και πολύ γρήγορα θα ξεχάσει όσα ήξερε και θα διαπιστώσει ότι εμείς εδώ, περί άλλα τυρβάζουμε. Μπορεί και να σκεφτεί ότι όλα αυτά που επί τρεις μήνες τώρα ακούει σχετικά με το βάθος, την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της οικονομικής κρίσης υπήρχαν μόνο στη φαντασία του και ότι τα πραγματικά διλήμματα είναι αλλού!

Αλλιώς, πώς να εξηγήσει π.χ. κανείς την εικόνα που καθημερινά παρουσιάζει η κυβερνώσα παράταξη, με υπουργούς και βουλευτές να πιάνουν από το πρωί στασίδι στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ και να φλυαρούν ακατάπαυστα επί παντός του επιστητού; Πώς να δεχθεί ο κάθε καλοπροαίρετος πολίτης που το τελευταίο τρίμηνο προσπαθεί σαστισμένος και τρομαγμένος να καταλάβει τι γίνεται και, κυρίως, τι τον περιμένει, και αν θα έχει δουλειά για να πληρώνει το ενοίκιο και τα φροντιστήρια των παιδιών, ότι υπάρχουν εθνοπατέρες και μάλιστα της κυβερνητικής πλειοψηφίας –με αυξημένη ευθύνη, δηλαδή, απέναντι στο κοινωνικό σύνολο– που αδιαφορούν επιδεικτικά για τη λαίλαπα που έχει ξεσπάσει στο παγκόσμιο στερέωμα και τις επαπειλούμενες συνέπειές της; Είναι δυνατόν, αντί να ψάχνουν από το πρωί μέχρι το βράδυ τρόπους για την προστασία των πολιτών από τα χειρότερα και λύσεις για την ανακούφισή τους, να διαπληκτίζονται δημοσίως και μάλιστα με όρους κουτσομπολιού; Εχει καμιά λογική να απασχολούν την κοινή γνώμη με τα σχέδια και τις επιδιώξεις τους για την επόμενη ημέρα στο κόμμα τους και να μην παιδεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ το μυαλό τους για να βρουν πώς θα βοηθήσουν την κυβέρνησή τους να ξεπεράσει με τα λιγότερα την κρίση; Ποιος τους είπε ότι, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, ο κόσμος δίνει έστω και μία δεκάρα για τη γνώμη του ενός ή του άλλου βουλευτή ή για το αν θα εκλεγεί ή δεν θα εκλεγεί και ποιον θα στηρίξει για αρχηγό στην επόμενη Βουλή;

Ναι. Ηταν ορθή και λογική η επισήμανση του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή ότι για την υπέρβαση της κρίσης χρειάζεται πολιτική, κοινωνική και συνδικαλιστική συναίνεση και συνεννόηση. Μόνο που η κοινωνία, τουλάχιστον, έχει κάθε λόγο να μη συναινεί σε οτιδήποτε, αν αφενός δεν γνωρίζει τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη και αφετέρου δεν βλέπει καμία διάθεση σοβαρής διαχείρισης από τους καθ’ ύλην αρμόδιους. Ακόμη κι αν οφείλει κάποια αυτοκριτική για τη δική της βολή, αυτή δεν μπορεί να προηγηθεί των πολιτικών. Των κυβερνώντων, αλλά και των εν αναμονή, οι οποίοι, σε πείσμα της κοινής γνώμης που παρά τη δυσαρέσκεια έχει τη σωφροσύνη να λέει «όχι» σε εκλογές εν μέσω οικονομικής κρίσης, επιμένουν να ζητούν κάλπες την άνοιξη. Γιατί; Γιατί έτσι θέλουν και γιατί αυτό κρίνουν ότι τους βολεύει και τους ξεχωρίζει. Αξιοι. Είναι οι μοναδικοί σε ολόκληρη την Ευρώπη που ζητούν εκλογές εδώ και τώρα, αγνοώντας πεισματικά τα χαρακτηριστικά της συγκυρίας.

Κατά πού να κάνει, άραγε, κανείς; Μήπως προς την Αριστερά; Προς τον ΣΥΡΙΖΑ; Μα, και το κόμμα του κ. Αλαβάνου, ως φαίνεται, δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με την κρίση. Πρέπει να αποφασίσει εδώ και τώρα αν θα συνεργαστεί ή όχι με το ΠΑΣΟΚ, σε περίπτωση εκλογικής πρωτιάς του πρώτου. Δύσκολοι καιροί, επίπονα διλήμματα. Οπως αυτό του πολυσχιδούς γαλάζιου βουλευτή που βασανίζεται (σ.σ.: και μας βασανίζει) καθημερινά για το τι θα γίνει στη Ν.Δ. μετά τις εκλογές – που ουδείς ξέρει πότε θα γίνουν. Ας κραυγάζουν οι σοβαροί ότι η κρίση είναι πολυεπίπεδη και η εποχή άκρως επικίνδυνη. Ας τους γυρίζουν την πλάτη οι πολίτες, απογοητευμένοι από την ελαφρότητα, τη γραφικότητα και τον αμοραλισμό. Τον χαβά τους, αυτοί!

  • Tης Eλλης Tριανταφυλλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ζητείται σενάριο

Posted on Ιανουαρίου 29, 2009. Filed under: Απεργίες, Αριστερά, Αγροτιά, Αθήνα, Βία, Δεξιά, Δημοσιογράφοι, Διαδηλώσεις, Ελληνες, Κόμματα, Καταλήψεις, Κοινωνία, Λαϊκισμός, Μπλόκα, Πολιτική | Ετικέτες: |

Mε πέντε σενάρια, ξεθυμασμένα από την κατάχρηση, υποδέχεται ο δημόσιος λόγος (πολιτικός και δημοσιογραφικός), οποιαδήποτε κινητοποίηση, εργατική, φοιτητική, μαθητική. Ας τα βαφτίσουμε, ελπίζοντας ότι το όνομά τους αποδίδει με κάποια πιστότητα το περιεχόμενό τους: Το σενάριο της υποκίνησης. Το σενάριο της μειοψηφίας. Το σενάριο των ασαφών αιτημάτων. Το σενάριο της αντιδημοκρατικότητας. Το σενάριο της αντικοινωνικότητας. Με τις κινητοποιήσεις των αγροτών, μόνο το σενάριο της αντικοινωνικότητας παίχτηκε (ότι δηλαδή τα μπλόκα ζημιώνουν άλλες κοινωνικές ομάδες), κι αυτό όμως χωρίς ιδιαίτερη ζέση και όχι από την πρώτη μέρα.

Τόσο τα κυβερνητικά στελέχη όσο κι εκείνοι οι διάσημοι τηλεδημοσιογράφοι που παθαίνουν αναφυλαξία όταν ακούνε για οποιαδήποτε απεργία ή διαδήλωση (και οι οποίοι, όταν εξαντλούν τα παραδοσιακά σενάρια, καταφεύγουν σε ένα τελευταίας εσοδείας, σύμφωνα με το οποίο «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι παραφυάδες αυτού») απέφυγαν να καταγγείλουν τους αγρότες σαν υποκινούμενους. Απέφυγαν επίσης να μιλήσουν για μειοψηφίες που δρουν αυθαιρέτως, δίχως συνελεύσεις και ψηφοφορίες ή να μυκτηρίσουν την απουσία «σαφών αιτημάτων». Σαφή ήταν τα αιτήματα (με τα θεσμικά, που αφορούν το μέλλον, πολύ σαφέστερα από τα οικονομικά, που αφορούν το παρόν) και σαφές επίσης ότι αν υπήρξε «υποκίνηση», ανάμεσα στους υποκινητές θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε περισσότερους συνδικαλιστές προσκείμενους στο κυβερνητικό κόμμα παρά στο ΠΑΣΟΚ (το οποίο και στο «αγροτικό» έχει τρεις θέσεις, τις εξής δύο, καμία) ή την Αριστερά.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που τα τρακτέρ βγαίνουν στους δρόμους και το γυαλί πλημμυρίζει από πρόσωπα που απέχουν από το μοντέλο της καθωσπρέπει εμφάνισης, της καλοξυρισμένης και γραβατωμένης, καθώς και από φωνές «βλάχικες» που δεν υπακούουν στον αθηναιοκεντρικό γλωσσικό κανόνα, οι τηλεοπτικοί ρυθμιστές της κοινής γνώμης σαν να τα χάνουν. Ιδίως εκείνοι που η εμπειρία τους από την αγροτική Ελλάδα εξαντλείται μεταξύ Μυκόνου και Αράχοβας, υψώνουν το φρύδι με κάτι ανάμεσα σε αποστροφή και επιτίμηση, όπως κάνουν κι όταν σχολιάζουν διαδηλώσεις, ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι ουδέποτε έτυχε να πορευτούν μαζί με άλλους για να διεκδικήσουν οτιδήποτε που να μην αφορά μόνο την αφεντιά τους και κάποια στιγμή να «απωθηθούν» και να ψεκαστούν από αστυνομικούς.

Οι αποσπασματικές εικόνες από τα Τέμπη ή τον Προμαχώνα (που για λόγους εντυπωσιασμού εμφανίζουν μια Ελλάδα μοιρασμένη σε μπλόκα-κράτη, όπως κάποτε μοιραζόταν σε πόλεις-κράτη) και οι λιγοστές κουβέντες «καταληψιών», που καταφέρνουν να ακουστούν, δεν αρκούν για να κατανοήσουμε όσα προβλήματα αντιμετωπίζουν αγρότες και κτηνοτρόφοι. Μπορούμε ωστόσο να τα νιώσουμε αν σκεφτούμε τι μεσολαβεί κι εμείς εδώ στην Ελλάδα αγοράζουμε το ελληνικό γάλα ή λάδι πολύ ακριβότερα απ’ ό,τι αγοράζει το ελληνικό γάλα ή λάδι ο Γερμανός στη Γερμανία. Αυτό ποιο σενάριο το προβλέπει;

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 29/01/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ασύμφοροι λαϊκιστές

Posted on Ιανουαρίου 18, 2009. Filed under: Λαϊκισμός, Πολιτική |

Tου Mπαμπη Παπαδημητριου, Η Καθημερινή, 18/01/2009

Θέλω να πιστεύω ότι ο κίνδυνος λαϊκισμού δεν έχει (ακόμη τουλάχιστον) κυριεύσει και το Μαξίμου. Δεν θα αμφισβητούσα κάποιον που θα ισχυριζόταν ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί και στη Ρηγίλλης ή στα παλικάρια της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Ποιο κόμμα άλλωστε έκανε μια επανάσταση αρχών κόντρα στον λαϊκισμό; Ομως, όταν «λαϊκή» δεξιά και «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ ομοίως, κατηγορούν τους πρόθυμους σε μικρότερες και μεγαλύτερες εξυπηρετήσεις, ο σώφρων ψηφοφόρος πρέπει να βγάζει το «όπλο» του. Αυτοί έφεραν τη χώρα στα χάλια που βρίσκεται σήμερα, σε αυτούς οφείλουμε το τεράστιο χρέος που όλοι πληρώνουμε πανάκριβα, είτε ως φορολογούμενοι είτε ως δανειολήπτες είτε ως επιχειρηματίες είτε ως άνεργοι.

Ο πολύχρωμος λαϊκισμός είχε πάντοτε αιχμές για όσους προσπαθούσαν να κάνουν τη δουλειά τους με κριτήρια κοινώς αποδεκτά, διαφανή και ελεγχόμενα από το κοινωνικό σύνολο. Ευτυχώς ορισμένοι μεγάλοι επιχειρηματικοί οργανισμοί στους οποίους το κράτος διατηρεί μετοχικό ενδιαφέρον έχουν ξεφύγει από τον πιο αισχρό κομματικό έλεγχο. Η κατάσταση όμως παραμένει εύθραυστη. Ακόμη κι όταν οι υπουργοί δεν προσφεύγουν σε άμεσες κομματικές παρεμβάσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, τοπικοί παράγοντες (κυρίως βουλευτές) φροντίζουν ώστε να μην ξεχνούμε τον κίνδυνο του Μαυρογιαλούρου. Δεν μας αφήνουν εξάλλου τα πρώτα ονόματα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ.

Δύο διευθύνσεις είναι τα πρώτα «θύματα» των λαϊκιστών. Η μία φαίνεται «λογική»: αφορά το προσωπικό. Η άλλη είναι πιο «πονηρή» και αφορά τις προμήθειες, όχι υποχρεωτικώς τις πολύ μεγάλες, αλλά τις συνήθεις και επαναλαμβανόμενες. Κατά κανόνα, σε όλους τους δημόσιους οργανισμούς, η διαχείριση του προσωπικού (επιλογή εποχικών, προϊσταμένων, μετακινούμενων, ασθενούντων, επιμορφωνόμενων και επιδοματούχων) γίνεται και γινόταν υπό την άμεση εποπτεία του ηγετικού πυρήνα των συνδικαλιστών και των γραφείων βουλευτών και εποπτευόντων υπουργών ή υφυπουργών. Οσοι τίμιοι μάνατζερ βρίσκονται σήμερα ή πέρασαν από ΔΕΚΟ διηγούνται την ίδια ακριβώς ιστορία. Και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η αλήθεια είναι αυτή και ακόμη χειρότερη. Θυμηθείτε πρόσφατες αποκαλύψεις για τους σιδηροδρόμους ή για νοσοκομεία και θα συμφωνήσετε.

Ομως, όσο μικρότερη ανεξαρτησία διαθέτουν οι διοικητές-μάνατζερ, τόσο λιγότερο τις εμπιστεύονται συνεργάτες, συναλλασσόμενοι και δανειστές. Πόσες, αλήθεια, επιχειρήσεις και οργανισμοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα θα μπορούσαν να επιβιώσουν στην ελεύθερη ανοιχτή αγορά; Πόσες δανείζονται με την υποχρέωση να εξυπηρετήσουν τον δανεισμό τους και όχι να τα φορτώσουν στις επόμενες γενιές φορολογουμένων; Αν μια κυβέρνηση τολμούσε μάλλον θα έπρεπε να κατοχυρώσει τη θεσμική ανεξαρτησία των επιχειρήσεων και να μετατρέψει σε μη κερδοσκοπικές ανώνυμες εταιρείες όλους (σχεδόν) τους οργανισμούς.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...