Μανδραβέλης Πάσχος

Με τα φρένα σπασμένα…

Posted on Μαΐου 19, 2012. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

Tου Πασχου Mανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/5/2012

Η ένταξη της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες δεν ήταν αμιγώς οικονομική επιλογή. Οταν υπέγραφε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν υπήρχαν ούτε τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα για να σκορπίσουμε, ούτε τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης για να σπαταλήσουμε. Η επιλογή και το βασικό μας επιχείρημα ήταν πολιτικά. Η Ελλάδα είχε βγει από δικτατορία και η ένταξη μιας ανώριμης δημοκρατίας σε ένα κλαμπ δημοκρατικών χωρών ήταν εγγύηση ότι η χώρα δεν θα διολισθήσει ξανά σε διχασμούς και πολιτειακές εκτροπές. (περισσότερα…)

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ενα βήμα μπρος και δύο πίσω;

Posted on Ιανουαρίου 1, 2011. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Tου Πασχου Mανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/12/2010

Πριν από κάποια χρόνια μπορούσε κάποιος να αγοράσει ελαφρά αναλγητικά (Ασπιρίνη, Αλγκόν κ.ά.) ακόμη και από τα περίπτερα. Σήμερα, έπειτα από κρατικές αποφάσεις πρέπει να βρει ανοιχτό φαρμακείο, να πληρώσει 23,4% ποσοστό κέρδους στον φαρμακοποιό για να πάρει ένα κουτάκι ασπιρίνες. Αν βρει ανοιχτό φαρμακείο, διότι η κυβέρνηση (έντρομη, προφανώς, που πράττει το σωστό) διαπραγματεύεται ακόμη κι αν θα μένουν ανοιχτά τα φαρμακεία τα Σάββατα. Λάθος! Ο καθένας πρέπει να μπορεί να κλείνει το μαγαζί του, όποτε θέλει. Απλώς οι καταναλωτές θα πρέπει να εξυπηρετούνται κι από αλλού. Τα σούπερ μάρκετ είναι ανοιχτά, και όπως γίνεται σε όλο τον κόσμο θα πρέπει να έχουν και τμήμα φαρμακείου με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, δηλαδή να εργάζονται εντός του τμήματος, φαρμακοποιοί. Αυτό θα δώσει δουλειά σε χιλιάδες νέους επιστήμονες και θα εξυπηρετεί τους καταναλωτές οι οποίοι δεν θα είναι αναγκασμένοι να τρέχουν δεξιά κι αριστερά για να βρουν μια ασπιρίνη.

Είναι αστεία τα επιχειρήματα που φέρνουν οι πρόεδροι των συντεχνιών κατά του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων. Ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, κ. Κώστας Λουράντος, δήλωσε προ ημερών ότι είναι απαράδεκτη η κατάργηση της κληρονομικότητας της άδειας φαρμακείου «διότι αυτό κάνουν οι γιατροί, αυτό κάνουν οι δικηγόροι, αυτό κάνουν όλοι οι επιστήμονες. Ολοι μεταβιβάζουν τις δουλειές στους γιους και στα παιδιά τους όταν πάει καλά η δουλειά τους». Το ίδιο κάνουν και οι τσαγκάρηδες –και ουχί μόνο οι επιστήμονες– μόνο που τσαγκάρικο μπορεί να ανοίξει κάποιος παντού, δεν εμποδίζεται από το κράτος. Φαρμακείο δεν μπορεί να ανοίξει ένας νέος επιστήμονας αν δεν είναι γόνος φαρμακοποιού.

Ζούμε στη χώρα όπου σπουδάζει ένας νέος μια επιστήμη και του απαγορεύεται να ασκήσει το επάγγελμά του! Ολοι παλεύουν για επαγγελματικά δικαιώματα και κανείς για την άρση των επαγγελματικών απαγορεύσεων. Το τραγικό όμως στην περίπτωση είναι ότι η κυβέρνηση διαπραγματεύεται τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, όπως το να ασκούν το επάγγελμα που θέλουν. Ενώ δεν δίστασε να περικόψει μισθούς και συντάξεις, στα αναπτυξιακά μέτρα διστάζει. Φοβάται μια απεργία των φαρμακοποιών; Δεν είναι το υπουργείο Υγείας προετοιμασμένο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Πριν από εκατό χρόνια, ο μεγάλος Βρετανός πολιτικός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ είχε πει: «Μη φοβάσαι να κάνεις ένα μεγάλο βήμα όταν χρειάζεται. Δεν μπορείς να διασχίσεις ένα χάσμα με δύο μικρά βηματάκια». Δυστυχώς, απ’ όσα διαβάζουμε, η κυβέρνηση επιχειρεί να διασχίσει το χάσμα με βήμα σημειωτόν. Ετσι θα καταφέρει να βρεθεί στο κενό· δεν θα πετύχει ανάπτυξη, θα συνεχίσουν να ταλαιπωρούνται οι καταναλωτές, θα πληρώνουν υπέρογκες τιμές τα ασφαλιστικά Ταμεία και, φυσικά, θα μείνουν δυσαρεστημένες και οι συντεχνίες που χαλάει η βολή τους έστω διά της συζήτησης περί ανοίγματος του επαγγέλματος.

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την κυβέρνηση από την ριζική απελευθέρωση των επαγγελμάτων. Πρέπει να τραβήξει μπροστά και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι μισθωτοί και συνταξιούχοι πληρώνουν για τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Η κατάργηση των προνομίων διάφορων συντεχνιακών ομάδων είναι το τίμημα για την ανάπτυξη.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Πληθωρισμός δικαίου

Posted on Δεκέμβριος 26, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Tου Πασχου Mανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Δύο πράγματα παρήγαγε αφειδώς ο τόπος και τα αναπαρήγαγε άκριτα ο Τύπος: «Δίκαια αιτήματα» και «δίκαιη οργή». Δεν υπήρξε κινητοποίηση της μεταπολίτευσης που να μην κρίθηκε δικαιολογημένη. Δεν προηγήθηκε καν ο προβληματισμός, εκείνο το ζύγισμα μεταξύ κόστους και οφέλους για το κοινωνικό σύνολο, πριν βαφτιστεί ένα αίτημα «δίκαιο». Οσοι «σηκώνουν τα πανό και ξεκινάνε έχουν εξ ορισμού την επευφημία. Για την ακρίβεια κάθε πενήντα άτομα που μαζεύονται στην Πλατεία Συντάγματος παράγουν δίκαιο. Ο,τι κι αν κάνουν, ό,τι κι αν ζητούν…

Επτακόσιες πορείες κι αποκλεισμοί δρόμων έγιναν την περασμένη χρονιά στην Αθήνα με μέσο όρο συμμετοχής πεντακόσια άτομα. Ομως σ’ αυτόν τον πληθωρισμό δικαίου (που δεν γεμίζει, αλλά αποκλείει τους δρόμους) τα αιτήματα αν και «δίκαια» πολλές φορές είναι αντικρουόμενα. Ετσι «δίκαιο» χαρακτηρίζεται το αίτημα των κατοίκων της Κερατέας να μη φτιαχτεί Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων στην περιοχή τους· «δίκαιο» είναι το αίτημα των κατοίκων πέριξ της Φυλής που δεν αντέχουν να δέχονται όλα τα απορρίμματα της Αττικής σε έναν ΧΥΤΑ· «δικαιολογημένη» είναι και η οργή των Αθηναίων οι οποίοι συχνά πυκνά μένουν με σκουπίδια στους δρόμους, επειδή η χωματερή των Ανω Λιοσίων κλείνει λόγω υπερφόρτωσης. «Δίκαιο» είναι το αίτημα της πρόωρης σύνταξης πολλών εργαζομένων, «δίκαιο» το αίτημα εργαζομένων και εργοδοτών για μείωση των εισφορών, «δικαιολογημένη» η οργή των συνταξιούχων που παίρνουν «συντάξεις πείνας».

Επειδή όμως τα πολλά «δίκια» δεν παρήγαγαν ποτέ άριστα αποτελέσματα έπρεπε να βρεθεί και κάποιο άδικο, το οποίο εξηγούσε γιατί χειροτερεύουν τα πράγματα αντί να βελτιώνονται. Ετσι κάθε κουβέντα κατέληγε σε ένα συμπέρασμα, το οποίο αναλόγως την εποχή είχε και διαφορετικό όνομα. Αλλοτε έφταιγε ο νεοφιλελευθερισμός και άλλοτε το κράτος (άλλη αντίφαση κι αυτή). Γενικώς, πάντως, έφταιγε κάποιο απρόσωπο «σύστημα». Είτε το καπιταλιστικό είτε το εγχώριο. Εσχάτως και το πολιτικό σύστημα.

Να μην παρεξηγηθούμε: φυσικά φταίει το πολιτικό σύστημα και η πολιτική τάξη για πολλά. Οχι μόνον επειδή λειτούργησε ως μια τυπική συντεχνία του Δημοσίου: φρόντισε τις απολαβές της, τις πλασματικές υπερωρίες δίκην επιδομάτων συμμετοχής σε επιτροπές και την ατιμωρησία, όπως ακριβώς γίνεται σε όλο τον δημόσιο τομέα. Κυρίως φταίει ότι πολλές φορές υιοθέτησε αυτά τα αντικρουόμενα «δίκια» και προτίμησε την αδράνεια για να μη θίξει κανένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε φορά που έπρεπε να αντιταχθεί σε κάποιο «δίκαιο» μιας συντεχνίας, δεν εξηγούσε ότι αυτό ήταν για το κοινό καλό. Υιοθετούσε ρητορικά το «δίκιο» και πετούσε το μπαλάκι του «άδικου» σε εξωτερικούς παράγοντες. Είτε αυτό λεγόταν αγορές, είτε Ευρωπαϊκή Ενωση. Ετσι το επιχείρημα για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων είναι το Μνημόνιο, και το επιχείρημα για τη χωροθέτηση ΧΥΤΑ είναι οι καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Η άκριτη υιοθέτηση κάθε αιτήματος και η αποπροσωποποίηση της ευθύνης σε ιμπεριαλισμούς, καπιταλισμούς, συστήματα και παρασυστήματα όχι μόνο δεν λύνει προβλήματα αλλά τα διογκώνει. Η φυσική κατάληξη αυτών των αντιλήψεων είναι η ζούγκλα. Αυτή που έζησε ο κ. Κωστής Χατζηδάκης πριν από δέκα μέρες στο κέντρο της Αθήνας. «Δικαιολογημένη» δεν χαρακτηρίστηκε και αυτή η οργή;

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το κόστος και το όφελος σε μια οικονομία

Posted on Δεκέμβριος 26, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

 

  • Του Πασχου Mανδραβελη, Η Καθημερινή, 26/12/2010

Υπήρχε μια εποχή που τα πράγματα ήταν απλά. Μεγάλα ιδεολογικά σχήματα, που είχαν στο κέντρο τους απόλυτες όσο και ασαφείς αλήθειες (π. χ. Θεός, πατρίδα, φυλή, αταξική κοινωνία κ. λπ.), μπορούσαν να κινητοποιήσουν μεγάλες μερίδες πληθυσμών προς ένα σκοπό. Το κίνητρο κάθε ατόμου ξεχωριστά για να εργασθεί (άρα να έχει προσωπικό κόστος) προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση είχε στον πυρήνα του κάτι μεταφυσικό. Ολες αυτές οι μεγάλες έννοιες δεν ήταν σαφώς προσδιορισμένες και, ως εκ τούτου, ποτέ κανείς δεν ήξερε πότε θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Απλώς κυριαρχούσε η πίστη πως υπάρχει μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς το καλό κι άπαντες όφειλαν να την ακολουθήσουν, ώστε αυτή η πορεία να επιταχυνθεί.

Αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εξάντλησαν με τον καιρό (και κυρίως με την εφαρμογή τους) τα όρια των δυνατοτήτων τους. Επειδή στηρίζονταν σε απόλυτες αλήθειες (άσχετα αν κάποιες απ’ αυτές επιχείρησαν να φορέσουν τον μανδύα του «επιστημονικού») στερούσαν την ελευθερία εκείνων που δεν συμμερίζονταν την αίσθηση της εκ των άνω προσδιορισμένης αποστολής των. Επειδή δε οι «αλήθειες» αυτές ήταν και ασαφείς, ο περιορισμός της ελευθερίας επεκτεινόταν όλο και σε πιο παράταιρους χώρους. Ετσι, τα μεγάλα ιδεολογικά σχήματα κατέρρευσαν κυρίως διά της εφαρμογής τους. Αφενός δεν μπορούν να κινητοποιήσουν τα άτομα και αφετέρου το κόστος της κινητοποίησης αποδείχθηκε με τον καιρό μεγαλύτερο του οφέλους.

Το ερώτημα λοιπόν που μπαίνει είναι πώς κινητοποιείς ελεύθερους ανθρώπους για την επίτευξη κοινωνικών στόχων, όταν δεν υπάρχει το κίνητρο της «βασιλείας των ουρανών» ή της γης, που «έτσι κι αλλιώς θα γίνει κόκκινη». Γιατί να γίνει παραγωγικός ένας δημόσιος υπάλληλος, αν ξέρει ότι θα αμειφθεί το ίδιο, είτε δουλέψει δύο ώρες είτε δέκα; Γιατί να επωμισθεί επιπλέον κόστος ένας εργαζόμενος της πρώην ΕΣΣΔ, όταν το προσωπικό όφελος θα είναι το ίδιο;

Μια λύση που αναφέρεται συχνά είναι τα αντικίνητρα: όποιος δεν πράξει το σωστό, παρανομεί· και όποιος παρανομεί τιμωρείται. Δεν υπάρχει κοινωνία που να μην προϋποθέτει κανόνες. Οι κανόνες, έχοντας προηγουμένως ορίσει τις έννοιες του σωστού και του λάθους, ορίζουν έτσι και τη συμμόρφωση ή την παράβαση. Η παράβαση τιμωρείται, άρα οι άνθρωποι θα πράξουν το σωστό. Αν και μπορεί να επιχειρηματολογεί κάποιος επί χρόνια πώς θα οριστεί το «σωστό» και το «λάθος», ας δεχθούμε ότι υπάρχει ένας αντικειμενικός τρόπος ορισμού. Ομως, αυτό όχι μόνο δεν εξηγεί τη νομιμοποιητική βάση των κινήτρων, αλλά δεν είναι επαρκής θεωρία και για τα κίνητρα.

Το βασικό πρόβλημα των αντικινήτρων είναι πως αφορούν την πράξη και όχι την παράλειψή της. Τα αντικίνητρα μπορεί να σταματήσουν κάποιον από το να κάνει κάτι, αλλά δεν τον κινητοποιούν να κάνει κάτι περισσότερο. Οι πειθαρχικές ποινές στέλνουν όλους τους δημοσίους υπαλλήλους καθημερινά στη δουλειά τους, δεν τους κινητοποιεί όμως και να την κάνουν. Με άλλα λόγια, η τιμωρία φρενάρει τους ανθρώπους για το «λάθος», αλλά δεν τους κινητοποιεί για το «σωστό». Οπως κι αν οριστεί το «σωστό» ή το «λάθος».

Αντιθέτως, ο καπιταλισμός έχει λύσει αυτό το πρόβλημα σε ατομικό επίπεδο. Διά της αγοράς προωθεί το δημοκρατικά επιλεχθέν «καλό», επιβραβεύοντας όσους το προωθούν. Ενας επιχειρηματίας, αν δουλέψει περισσότερο προς την κατεύθυνση που οι καταναλωτές θέλουν, θα αμειφθεί παραπάνω. Ενας σταχανοβίτης, πέρα από μια πιθανή ηθική ανταμοιβή, δεν πρέπει να περιμένει τίποτε περισσότερο. Πρέπει να πούμε «μπράβο» στον δεύτερο, αλλά αυτό δεν θα κινητοποιήσει έναν ικανό αριθμό ατόμων για αύξηση της παραγωγικότητας.

Από κει και πέρα η Αριστερά μπαίνει στον εξίσου ασαφή (με τα μεγάλα ιδεολογήματα) δρόμο των «αξιών» κάνοντας μάλιστα και μια λογική υπέρβαση. Φορτώνει στους ανθρώπους μια «αξία» που δεν έχουν, το «κυνήγι του χρήματος». Για τους περισσότερους ανθρώπους (εξαιρούμε κάποιες παθολογικές περιπτώσεις) το χρήμα δεν αποτελεί επ’ ουδενί αυθύπαρκτη αξία. Παραμένει ένα (πολύ πραγματικό) μέσο ανταλλαγής του τωρινού κόστους της εργασίας τους με μελλοντικές απολαβές. Είναι μεν υπαρκτό το μεταλλαγμένο σχήμα που παρατήρησε ο Καρλ Μαρξ στον καπιταλισμό χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα, αλλά αυτό χαρακτηρίζει τη δομή του συστήματος, όχι τις επιδιώξεις των ατόμων.

Από την άλλη, η βασική αρετή του καπιταλισμού είναι πως δίνει πραγματικά κίνητρα στους ανθρώπους για να κινητοποιηθούν προς δημοκρατικά επιλεγμένους κοινωνικά στόχους. Αν η κοινωνία θέλει παπούτσια θα φτιάξει παπούτσια, όχι γιατί έτσι «θα γίνει ο κόσμος καλύτερος», αλλά γιατί αυτοί που θα τα φτιάξουν θα αμειφθούν πραγματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν παρουσιάζονται ουρές στα καταστήματα υποδημάτων, σε αντίθεση με όσα είδαμε στην αλήστου μνήμης ΕΣΣΔ.

Ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς το είχε διατυπώσει πολύ γλαφυρά: «Καπιταλισμός είναι η δοξασία, πως οι πιο αχρείοι άνθρωποι θα κάνουν τα πιο αχρεία πράγματα για το καλό όλων μας». Ετσι, ενώ η σοσιαλιστική θεώρηση των πραγμάτων χρησιμοποιεί θεολογικού τύπου κίνητρα (όραμα για μια καλύτερη μελλοντική ζωή) για την κινητοποίηση των ατόμων προς κοινωνικούς στόχους, η θεώρηση της ελεύθερης αγοράς χρησιμοποιεί το μεταφυσικό τρικ ότι το συνολικό αποτέλεσμα των επιμέρους κοινωνικών στόχων που ικανοποιεί η αγορά είναι εξ ορισμού το κοινωνικά επιθυμητό.

Υπάρχει ένα παράδοξο με την αγορά. Αφού δεν έχουμε καντάρι να ορίσουμε ποιο είναι ορθό προς παραγωγή και ποιο όχι, η αγορά είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, που εξασφαλίζει την καλύτερη και δημοκρατικότερη χρήση των πάντα ελλιπών πόρων που διαθέτουμε.

Επειδή, όμως, οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι μεταβλητές, κάθε κεντρικός σχεδιασμός είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Δηλαδή, ακόμη κι αν υπήρχε ένας υπολογιστής που θα συγκέντρωνε όλες τις επιθυμίες όλων των ανθρώπων για να προγραμματιστεί η παραγωγή, τα δεδομένα αυτά δεν θα ήταν παρά μια στατική εικόνα, ενώ υπάρχει μια δυναμική κοινωνία που μεταβάλλεται διαρκώς. Με την αγορά εξασφαλίζουμε την καλύτερη προσέγγιση των επιθυμιών των καταναλωτών με την παραγωγή. Είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα και το κυριότερο: κατανέμει το κόστος και το όφελος στα άτομα που κάνουν τις επιλογές.

Η ζήτηση και η προσφορά προϊόντων

Η αγορά πλεονεκτεί έναντι κάθε κεντρικού σχεδιασμού διότι τα οφέλη που υπόσχεται για κοινωνικά επιθυμητές επιλογές κινητοποιεί τα άτομα να παράγουν. Από την άλλη δημιουργεί και αντικίνητρα. Οι επιχειρηματικές ζημίες που δημιουργούνται από κοινωνικά ανεπιθύμητες επιλογές (επιλογές δηλαδή που δεν είναι επιθυμητές από τους ανθρώπους που ψηφίζουν διά του οβολού τους κάθε μέρα) αποτελούν ένα βασικό αντικίνητρο γι’ αυτές τις επιλογές.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι οι επιμέρους επιθυμητές κοινωνικά επιλογές που εκφράζονται μέσω της αγοράς δεν αθροίζονται πάντα σε μια επιθυμητή κοινωνική επιλογή. Δημιουργούνται, για παράδειγμα, ανισότητες οι οποίες, πέρα από το αρνητικό ηθικό φορτίο που κουβαλούν, γίνονται βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας. Ακόμη και στενά οικονομολογικά αν δούμε το ζήτημα (αν δηλαδή αποσιωπήσουμε τον παράγοντα κοινωνική συνοχή) η εκτεταμένη φτώχεια υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας. Στο κάτω κάτω της γραφής κάποιοι πρέπει να έχουν τα χρήματα για να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγονται. Ο καπιταλισμός για να λειτουργήσει δεν μπορεί να έχει μόνο πωλητές· χρειάζεται και αγοραστές. Προσφορά χωρίς τη ζήτηση είναι νεκρά προϊόντα στις αποθήκες. Κι αυτό δημιουργεί τις κρίσεις στον καπιταλισμό. Είναι προς το συμφέρον κάθε επιχειρηματία να συμπιέζει τους μισθούς για να μειώσει το κόστος παραγωγής και δι’ αυτού του τρόπου να μεγαλώσει την προσφορά. Ομως η συνολική μείωση των μισθών σε μια οικονομία συμπιέζει τη ζήτηση. Ετσι αυξάνεται διαρκώς η προσφορά και μειώνεται η ζήτηση, με αποτέλεσμα να έχουμε κρίση υπερπαραγωγής. (Σ. Σ.: στην Ελλάδα, βέβαια, έχουμε το ακριβώς αντίστροφο πρόβλημα. Είχαμε ζήτηση χωρίς εγχώρια παραγωγή, που δημιούργησε την κρίση υπερδανεισμού του Δημοσίου για να στηρίξει την κατανάλωση).

Στον 20ό αιώνα είδαμε το μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας να καταρρέει, επειδή ακριβώς δεν έλυσε το πρόβλημα των κίνητρων για την κινητοποίηση των ανθρώπων. Είδαμε τις δυτικές οικονομίες να αναπτύσσονται γιατί κάθε φορά έβρισκαν μια ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας της αγοράς και της κρατικής παρέμβασης. Κάποιες χώρες βρήκαν καλύτερες ισορροπίες προς την κατεύθυνση της αγοράς και προόδευσαν ταχύτερα. Κάποιες άλλες (όπως η Ελλάδα) έμειναν αγκυλωμένες εξαιτίας της θεοποίησης της κρατικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα να χάσουν αναπτυξιακές ευκαιρίες. Τροφοδότησαν τη ζήτηση (διά του δανεισμού) αμελώντας την προσφορά. Η πραγματικότητα της κρίσης που βιώνουμε αυτό δείχνει.

Διαβάστε

– Τάσος Παππάς, «Αμήχανη Αριστερά και οικονομική κρίση», εκδ. Πόλις

– Πολ Κρούγκμαν, «Η Μεγάλη Κάμψη. Η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης», εκδ. Καστανιώτη

– Αντρέ Κοντ-Σπόνβιλ, «Είναι ηθικός ο καπιταλισμός;», εκδ. Κέδρος

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Τα επαναστατικά τα λόγια τα μεγάλα

Posted on Δεκέμβριος 19, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Tου Πασχου Mανδραβελη, Η Καθημερινή, 17/12/2010

Ακούσαμε μεγάλα λόγια αυτές τις μέρες σχετικά τα επείγοντα νομοσχέδια που ψηφίστηκαν στη Βουλή. Κουβέντες βαριές, που όμως δεν εκπλήσσουν κανέναν. «Δεν θα συμβάλω σε έναν εργασιακό Μεσαίωνα», δήλωσε δανειζόμενος την κομμουνιστική ορολογία ο κ. Αντώνης Σαμαράς. «Δεν θα γίνω νεκροθάφτης της κοινωνίας», αποκρίθηκε ο κ. Γιώργος Καρατζαφέρης. «Τώρα αρχίζει ο πόλεμος», σάλπισε η κ. Αλέκα Παπαρήγα. «Νομοσχέδιο εργασιακής, εθνικής και κοινωνικής ταπείνωσης» χαρακτήρισε ο Αλέξης Τσίπρας τα επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης. Σιμά κοντά και κάποιοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ σαν τον κ. Ευάγγελο Παπαχρήστο, ο οποίος αναφερόμενος στο Μνημόνιο είπε: «Αλλο να δεχθείς τους όρους του τοκογλύφου και άλλο τη λειτουργία του τοκογλύφου». Η κ. Σοφία Σακοράφα μίλησε για «δοτούς του ΔΝΤ» και γενικώς είχαμε μια ωραία ατμόσφαιρα για τα κανάλια, τα οποία ως γνωστόν λατρεύουν τις εντάσεις.

Αν βέβαια όλα αυτά θυμίζουν κάτι, είναι γιατί έχουν ειπωθεί πολλάκις. Σε κρίσιμες στιγμές πάντα οι πολιτικοί παίζουν τα πιο βαριά λαϊκά άσματα. Αυτή που παίζεται στον χώρο της Αριστεράς, περνάει στο ΠΑΣΟΚ για να καταλήξει στη Νέα Δημοκρατία. Ετσι, όταν το 2001 υπήρξε η πρόταση Γιαννίτση για αλλαγή του ασφαλιστικού συστήματος, ο τότε βουλευτής του ΣΥΝ κ. Δημήτρης Στρατούλης δήλωνε ότι «οι προτάσεις της κυβέρνησης δεν αποτελούν βάση κοινωνικού διαλόγου, αλλά βάση κοινωνικού πολέμου».

Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Νόρα Κατσέλη (σ. σ.: αδελφή της ημέτερης Λούκας) δήλωνε: «Με τέτοιες προτάσεις στραγγαλίζεται το κοινωνικό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ». Η κ. Βάσω Παπανδρέου ανησυχούσε: «Η επιβίωση του ασφαλιστικού συστήματος πρέπει να συνδυαστεί με την επιβίωση της κυβέρνησης».

Ο κ. Χρήστος Πολυζωγόπουλος, πρόεδρος τότε της ΓΣΕΕ, τα είχε βάλει με το οικονομικό επιτελείο: «Ολα τα προβλήματα ξεκινούν από το οικονομικό επιτελείο. Αν δεν αντιληφθεί ο κ. Παπαντωνίου πως πρέπει να χρηματοδοτήσει την κοινωνική ασφάλιση, οι ευθύνες του θα είναι ιστορικές». Ο πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ Σπύρος Παπασπύρου δήλωνε: «Δεν θα περάσουν τα μέτρα. Αυτή η κυβέρνηση δεν διαθέτει την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση για τέτοιου είδους ληστρικές επιδρομές ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων».

Είκοσι πέντε βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ανησυχούσαν για το προοδευτικό τους προφίλ και με ανοιχτή επιστολή προειδοποιούσαν: «Η κυβέρνηση με τις επιλογές και την πρακτική της, μέσα σε έναν μόλις χρόνο, κατάφερε να δημιουργήσει κενό μεταξύ ΠΑΣΟΚ και κοινωνικής βάσης. Αλλά και να διαμορφώσει κλίμα ανησυχίας και ανασφάλειας στον λαό». Ο βουλευτής Αχαΐας Αλ. Χρυσανθακόπουλος επεσήμαινε ότι «αυτή η πολιτική δεν είναι πολιτική σοσιαλιστικής κυβέρνησης» (σ. σ.: τελικά, αναζητώντας τον σοσιαλισμό, κατέληξε να πολιτευτεί με το ΛΑΟΣ στις τελευταίες εκλογές).

Από την άλλη μεριά, ο βουλευτής της Ν. Δ. κ. Δημήτρης Σιούφας δήλωνε: «Η παρέμβαση της κυβέρνησης δηλώνει την αναξιοπιστία και την ασυνέπειά της με το να φέρει ολόκληρη την κοινωνία σε μια αναστάτωση και μια διαφαινόμενη κοινωνική έκρηξη, που ο Θεός να βάλει το χέρι του». Ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος έκανε χιούμορ: «Τα μέτρα για το ασφαλιστικό είναι στα… μέτρα Σημίτη».

Κάπως έτσι χρεοκοπήσαμε. Αλλά τουλάχιστον χορτάσαμε από μεγάλες κουβέντες…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ελευθερολογία πριν και μετά το Διαδίκτυο

Posted on Δεκέμβριος 19, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Του Πασχου Mανδραβελη, Η Καθημερινή, 17-12-10

 

Συνήθως τα έγγραφα που οι κυβερνήσεις θέλουν να μείνουν κρυφά, έρχονται στη δημοσιότητα κατά μερικές δεκάδες σελίδες. Τόσες συνήθως μπορούν να φωτοτυπηθούν και να διαρρεύσουν στον Τύπο. Οχι όμως στην εποχή της πληροφορικής τεχνολογίας. Χωρίς αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι σαν το κίνημα των WikiLeaks. Για ένα απλό λόγο: 251.287 διπλωματικά έγγραφα, που ήταν η τελευταία φουρνιά, είναι αδύνατον να φωτοτυπηθούν και να μοιραστούν. Μπορούν όμως να αντιγραφούν και να αποσταλούν ψηφιακά με το πάτημα ενός κουμπιού.

Στην εποχή προ της πληροφορικής τεχνολογίας υπάρχει μόνο μια σχετικά μεγάλη διαρροή εγγράφων. Το 1967, ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Μακναμάρα, έδωσε εντολή να αποτυπωθεί η πορεία και η κατάσταση του πολέμου στο Βιετνάμ. Το έργο των 36 αναλυτών, που πήρε την ονομασία «Εγγραφα του Πενταγώνου», απαρτιζόταν από 3.000 σελίδες ιστορικής ανάλυσης για τον πόλεμο και 4.000 επίσημα έγγραφα. Από αυτές τις 7.000 σελίδες διέρρευσε ένα μεγάλο κομμάτι κατ’ αρχήν στους New York Times και κατόπιν σε 15 ακόμη εφημερίδες των ΗΠΑ.

  • Ελεγαν ψέματα

Τα έγγραφα αποκάλυπταν ότι οι πρόεδροι των ΗΠΑ μετά τον πόλεμο έλεγαν ψέματα στον αμερικανικό λαό σχετικά με τις προθέσεις τους και την εξέλιξη του πολέμου. Η κυβέρνηση του Τζον Κένεντι σχεδίαζε την ανατροπή του Βιετναμέζου ηγέτη Νγκο Ντιν Ντιέμ, ο Λίντον Τζόνσον παρ’ όλο που υποσχόταν «δεν θέλω να επεκτείνω τον πόλεμο» είχε αποφασίσει τους βομβαρδισμούς και καταδρομικές επιχειρήσεις στο Βόρειο Βιετνάμ και το κυριότερο: ενώ ο πόλεμος δικαιολογούνταν στο αμερικανικό κοινό με τη «θεωρία του ντόμινο», οι αμερικανικές κυβερνήσεις προκαλούσαν ντόμινο αστάθειας στην περιοχή, βομβαρδίζοντας μυστικά χώρες όπως το Λάος και την Καμπότζη. Τέλος, αποκάλυπτε ότι η στρατιωτική και διπλωματική γραφειοκρατία των ΗΠΑ είχε φτιάξει τη δική της ατζέντα για τον πόλεμο.

Σε έγγραφο του 1965 το Πεντάγωνο ζητούσε τη συνέχιση του πολέμου διότι: 70% για να αποφευχθεί η ταπείνωση μιας στρατιωτικής ήττας (ή της υπόληψης ως εγγυητή, όπως επίσης να μην δημιουργηθεί στίγμα για τις μεθόδους που ήδη χρησιμοποιήθηκαν), 20% να μην πέσει το Νότιο Βιετνάμ και οι γύρω περιοχές στα χέρια της Κίνας, 10% να βοηθηθεί ο λαός του Βιετνάμ να ζήσει μια καλύτερη και ελεύθερη ζωή.

Αυτά τα ντοκουμέντα μπόρεσαν να δημοσιοποιηθούν, επειδή το 1971 οι φιλελεύθεροι κυριαρχούσαν στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Παρ’ όλο που τα έγγραφα του Πενταγώνου αφορούσαν τις προηγούμενες προεδρίες των ΗΠΑ, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, έπεισε τον Νίξον να κινηθεί δικαστικά κατά των δύο εφημερίδων (The New York Times και Washington Post), διότι δημιουργούνταν προηγούμενο και για άλλες αποκαλύψεις διαβαθμισμένων εγγράφων στο μέλλον. Η αμερικανική κυβέρνηση κατέφυγε στα δικαστήρια. Κατάφερε να πάρει μια προσωρινή απόφαση από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης για να σταματήσει τη δημοσίευση των εγγράφων, αλλά στην Ουάσιγκτον το περιφερειακό δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορεί να υπάρξει προληπτική λογοκρισία αν η κυβέρνηση δεν μπορεί να αποδείξει, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία, ότι διακινδυνεύονται υψηλότερα αγαθά από την ελευθερία του Τύπου.

  • Ιστορική απόφαση

Η απόφαση «New York Times Co. v. United States» του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ήταν κόλαφος για την κυβέρνηση και αποτελεί μνημείο για την ελευθερία του λόγου. «Για πρώτη φορά στα 182 χρόνια από την ίδρυση της Δημοκρατίας μας, ζητείται από τα Ομοσπονδιακά Δικαστήρια να απαντήσουν ότι η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος δεν εννοεί αυτά που λέει, αλλά μάλλον εννοεί ότι η κυβέρνηση μπορεί να σταματήσει τη δημοσίευση ειδήσεων που είναι ζωτικής σημασίας στους πολίτες αυτής της χώρας», έγραψε τη δικαιολόγηση της ψήφου του ο δικαστής Χούγκο Μπλακ.

«Στην Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος οι ιδρυτικοί πατέρες (του αμερικανικού κράτους) έδωσαν στον Τύπο την προστασία που πρέπει να έχει για να επιτύχει τον σημαντικό ρόλο που οφείλει στη δημοκρατία μας. Ο ρόλος του Τύπου είναι να υπηρετεί τους κυβερνώμενους και όχι τους κυβερνήτες. Η εξουσία του κράτους να λογοκρίνει τον Τύπο απαγορεύτηκε, για να παραμείνει ο Τύπος για πάντα ελεύθερος να εκθέτει την κυβέρνηση. Ο Τύπος προστατεύεται για να αποκαλύπτει τα μυστικά της κυβέρνησης και να πληροφορεί τους πολίτες. Μόνο ο ελεύθερος και ανεμπόδιστος Τύπος μπορεί να εκθέσει την παραπλάνηση του κοινού από το κράτος. Και υπέρτατο καθήκον του Τύπου είναι να εμποδίζει κάθε τμήμα του κράτους να εξαπατά τους πολίτες και να τους στέλνει σε μακρινά κράτη για να πεθάνουν από ξένες ασθένειες και από ξένες σφαίρες και βόμβες… Η λέξη «ασφάλεια» είναι μια μεγάλη και ασαφής γενικότητα που δεν πρέπει να την επικαλούμαστε για να απεμποληθεί ο θεμελιώδης νόμος που ενσωματώνεται στην Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος. Η φύλαξη των στρατιωτικών και διπλωματικών μυστικών σε βάρος τής καλά πληροφορημένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δεν παρέχει πραγματική ασφάλεια στη δημοκρατία μας.»

  • Σαν να είναι βλάβη

Το καλό στην υπόθεση των WikiLeaks είναι ότι δεν χρειάζεται καν τη συνταγματική κατοχύρωση για να ασκήσει το δικαίωμα στον ελεύθερο λόγο. Η αρχιτεκτονική του Ιnternet είναι αρκετή. Το Διαδίκτυο δεν έχει κέντρο για να φιλτράρει ή να αποσιωπήσει πληροφορίες. Κάθε κόμβος, μέσω του οποίου μεταδίδεται ένα μήνυμα, λειτουργεί αυτόνομα. Tο μήνυμα που στέλνεται από ένα χρήστη, διαθέτει εκείνα τα στοιχεία, ώστε να ψάξει μόνο του να βρει τις εναλλακτικές διόδους για να φτάσει στον τελικό χρήστη. Aν δηλαδή, στη συνήθη του διαδρομή συναντήσει εμπόδιο (ο κόμβος π.χ. είναι εκτός λειτουργίας) δοκιμάζει την επόμενη κ.ο.κ.

H λογοκρισία λειτουργεί στο Internet σαν βλάβη. Aν κάποιος κόμβος αποφασίσει να μη μεταφέρει κάποια πληροφορία, τότε αυτός λογίζεται από το μήνυμα ως νεκρός κόμβος και αμέσως δοκιμάζει τον επόμενο, μέχρι να καταφέρει να φτάσει στον προορισμό του. Kατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε απόπειρα λογοκρισίας στο Internet είναι καταδικασμένη εν τη γενέσει της.

  • Τεχνολογίες ελευθερίας

Κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η τύχη της Μεταρρύθμισης του Μαρτίνου Λούθηρου χωρίς την τυπογραφία. Η αλήθεια είναι ότι και τα προηγούμενα χρόνια υπήρξαν απόπειρες μεταρρύθμισης της Καθολικής Εκκλησίας, οι οποίες δεν κατέληξαν πουθενά – απλώς οι εμπνευστές των συχνάκις κατέληγαν στην πυρά. Ο θρύλος επίσης αναφέρει πως ακόμη και ο ίδιος ο Λούθηρος εξεπλάγη από το εύρος της διάδοσης των «95 θέσεων για την εξουσία, τη δραστικότητα και την τρυφηλότητα», που (όπως όλα δείχνουν) θυροκόλλησε στην Εκκλησία του Κάστρου της Βυρτεμβέργης.

Η υλική βάση για τη διάδοση νέων ιδεών προϋπήρχε. Μπορεί η πρώτη τυπογραφική μηχανή του Γουτεμβέργιου να εξέδωσε τη Βίβλο, μπορεί οι μηχανές της Καθολικής Εκκλησίας να τύπωναν συγχωροχάρτια, υπήρχαν όμως πλεονάζουσες επενδύσεις σε τυπογραφεία που διψούσαν για νέα κείμενα. Και οι «95 θέσεις», μπορεί να συγκρότησαν σε λέξεις τη διάχυτη δυσαρέσκεια για τα πεπραγμένα του Πάπα, αλλά δεν θα μπορούσαν να πάνε μακριά, αν αναπαράγονταν χειρόγραφα. Η τεχνολογική εξέλιξη και η παραγωγική βάση, δημιούργησε το γήπεδο, ώστε να μετεξελιχτεί το εποικοδόμημα των ιδεών.

  • Εφιάλτης…

Tο ζήτημα είναι απλό: από τη στιγμή που αποκεντρώνεται η παραγωγή και η διακίνηση της πληροφορίας, κάθε έλεγχος στο περιεχόμενο είναι μάταιος κόπος. Aυτό που έμαθε η Kαθολική Εκκλησία στα χρόνια της τυπογραφίας, το συνειδητοποίησε και η KGB στα στερνά του σοβιετικού καθεστώτος. O εφιάλτης της υπηρεσίας ήταν τα… φωτοαντιγραφικά μηχανήματα. Οταν για λόγους αύξησης της παραγωγικότητας εξαπλώθηκαν στις επιχειρήσεις, οι διαφωνούντες μπορούσαν εύκολα και ανέξοδα να αναπαραγάγουν τις προκηρύξεις τους. Οι πρώτες προσπάθειες αστυνόμευσης κατέρρευσαν, διότι το κόστος της αποδείχθηκε μεγαλύτερο από το όφελος που έφερνε η αύξηση της παραγωγικότητας. Ετσι για μια ακόμη φορά η τεχνολογική πρόοδος δημιούργησε το έδαφος για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.

Tο ίδιο συμβαίνει τώρα και με το Internet. Eίναι εύκολο να ελεγχθούν δέκα τηλεοπτικοί σταθμοί, 30 ραδιοφωνικοί σταθμοί, και 100 έστω εφημερίδες – τα εκατομμύρια πομπών που υπάρχουν σήμερα στο δίκτυο είναι αδύνατον να λογοκριθούν παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των κρατούντων.

Απαγορεύεται η λογοκρισία

«Η αρχιτεκτονική του Διαδικτύου προστατεύει ελευθερίες που παλιά χρειαζόταν νομοθετικές ρυθμίσεις. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι άχρηστη στο μέλλον η συνταγματική επιταγή που προστατεύει την ελευθερία του λόγου, σε ένα περιβάλλον όπου δεν μπορεί να υπάρξει λογοκρισία… »
John Perry Barlow, Ιδρυτής του Electronic Frontier Foundation

Διαβάστε

– Σταύρος Τσακυράκης, «Η ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ», εκδ. Σάκκουλα

– Κέιτι Χάφνερ, Μάθιου Λάιον, «Πώς ξεκίνησε το Ιντερνετ. Οταν ξαγρυπνούν οι ιδιοφυΐες», εκδ. ΡΕΩ

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η αναγκαία και δίκαιη μετάβαση

Posted on Νοέμβριος 24, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η Καθημερινή, 23-11-10

Το καλό είναι ότι ύστερα από χρόνια αποκτήσαμε κοινή γλώσσα με τη Eurostat. Ολοι ξέρουμε πλέον ότι όταν λέμε κρέας, δεν εννοούμε ψάρι. Κατ’ αντιστοιχία όταν λέμε δημόσιος τομέας δεν εννοούμε μόνο τα γραφεία των υπουργείων, αλλά και τους δημόσιους οργανισμούς κοινής ωφέλειας και όταν λέμε έλλειμμα δεν εννοούμε μόνο τις σπατάλες των υπουργείων. Βάζουμε μέσα και τα δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα ελλείμματα του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το δεύτερο καλό είναι ότι το ξεκαθάρισμα των διπλών βιβλίων θα βοηθήσει κι εμάς. Θα μάς επιτρέψει πιο εύκολα να διακρίνουμε τι θέλουμε να κάνουμε με τον δημόσιο τομέα. Δεν είναι όλες οι δαπάνες του Δημοσίου προς περικοπή, γι’ αυτό πρέπει πρώτα να συγκρίνεις δαπάνες με οφέλη και μετά να αποφασίσεις. Η διασπορά των λογαριασμών δεν είχε κανένα οικονομικό όφελος (τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ πάλι οι φορολογούμενοι τα πληρώνουν), απλώς δημιουργούν θολούρα που στο τέλος επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά. Η πολιτική πρέπει να ξεκινάει από το σωστό μέτρημα.

Το κακό είναι ότι πολλοί θολώνουν από το ύψος αυτών των λογαριασμών και κάποιοι σπεκουλάρουν επ’ αυτών. Οχι μόνο χρηματιστηριακά, αλλά και πολιτικά. Κινδυνολογούν για την ορθή αποτύπωση του ελλείμματος, λες και αν δεν εγγράφονταν σ’ αυτό οι υποχρεώσεις του κράτους στον ΟΣΕ, τις ζημίες των σιδηροδρόμων θα τις πλήρωναν οι Νεοζηλανδοί. Δημιουργούν πλεονάσματα εντυπώσεων, τα οποία φυσικά δεν βοηθούν στη μείωση των πραγματικών ελλειμμάτων της οικονομίας.

Οι «άλλοι λογαριασμοί» δεν πληρώνουν τα χρέη. Από τη στιγμή που ο ΟΣΕ δίνει περί τα 400 εκατομμύρια ετησίως για μισθούς και έχει έσοδα 100 εκατομμυρίων, τα 300 επιπλέον εκατομμύρια κάποιος θα τα πληρώσει. Οπότε έχουμε δύο εναλλακτικές. Ή διορθώνουμε τα κακώς κείμενα του ΟΣΕ (π.χ. σταματούμε γραμμές που οι ίδιοι οι πολίτες απαξιούν να χρησιμοποιήσουν, μειώνουμε προσωπικό) ή συνεχίζουμε να τα πληρώνουμε. Κι επειδή δεν μάς δανείζει πια κανείς, πρέπει αναγκαστικά να κόψουμε κάτι άλλο. Συντάξεις θα είναι αυτό; Μισθοί; Θα κλείσουμε νοσοκομεία; Σχολεία; Θα απολύσουμε τους μισούς δημόσιους υπαλλήλους; Κάτι πρέπει να κοπεί. Το να μιλάνε κάποιοι πολιτικοί γενικώς για «σπατάλη» δεν βοηθά. Αυτή πρέπει να αποκτήσει όνομα, λογαριασμό και ποσό. Δυστυχώς, στην Ελλάδα σπατάλη του Δημοσίου είναι όλα αυτά τα πράγματα που όταν εξειδικεύονται, χαρακτηρίζονται «αναγκαία».

Οι επιλογές είναι αναγκαίες. Θα τις κάνουμε εμείς, ή θα τις κάνει η ίδια η ζωή διά της χρεοκοπίας. Οσο κάποιοι υπουργοί αντιδρούν σ’ αυτές, απλώς διογκώνουν το πρόβλημα και απλώς περιορίζουν τις επιλογές που έχουμε στις χειρότερες δυνατές. Μόνο ένα πρέπει να προσέξουμε: αυτές οι επιλογές οφείλουν να είναι κοινωνικά δίκαιες. Ολοι πρέπει να συμβάλουν. Προξενεί αλγεινή εντύπωση, για παράδειγμα, ότι μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη κρίση πολλοί επιχειρηματίες πιέζουν για χαμηλότερη φορολόγηση των δικών τους εισοδημάτων (μερισμάτων) απ’ ό,τι τα εισοδήματα των υπολοίπων. Δεν κατανοούν προφανώς ότι αυτή η δύσκολη μετάβαση της οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας, είτε θα είναι δίκαιη είτε θα καταλήξει σε καταστροφή.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η Δημοκρατία και οι «άριστες λύσεις»

Posted on Νοέμβριος 3, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η Καθημερινή, 02-11-10

Χρόνια τώρα κυκλοφορεί υποδορίως στην Ελλάδα ένα πολιτικό μύθευμα σε πολλές εκδοχές. Αυτό σε γενικές γραμμές λέει ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει μια ομάδα αρίστων, που αν ασχολούνταν με την πολιτική θα λύνονταν όλα μας τα προβλήματα. Αυτό το μύθευμα κρύβει μια αγάπη προς έναν ιδεατό ηγέτη και είναι πλατωνικό: έχει ως ιδεολογική βάση μια «ιδανική κατάσταση» που βρίσκεται εκτός της τρέχουσας κοινωνικής κατάστασης και μόνο λίγοι φωτισμένοι μπορούν να δουν. ΄Η και περισσότεροι: η λαϊκή εκδοχή αυτού του ιδεολογήματος είναι το «κάνε με πρωθυπουργό για μια μέρα…».

Η αλήθεια είναι ότι στη συντριπτικά μεγαλύτερη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας αυτό δοκιμάζαμε. Μπορεί να μην είχαμε τον «φιλόσοφο βασιλιά», αλλά για πολλούς αιώνες είχαμε κάτι καλύτερο: τον βασιλιά εκφραστή της θεϊκής βούλησης. Μια νεώτερη εκδοχή αυτού ήταν οι πρωτοπορίες που μπορούσαν να διακρίνουν το ιστορικό προτσές και να επιταχύνουν τις εξελίξεις, καθοδηγώντας με τη βία τις κοινωνίες στον δρόμο του αναπόφευκτου πεπρωμένου τους. Η δημοκρατία είναι η άρνηση ύπαρξης αυτής της «ιδανικής κατάστασης» και όλων των παραφερνάλιών της. Διαπιστώσαμε έπειτα από χιλιάδες χρόνια ηγεσίας των (είτε εκ Θεού είτε εκ φιλοσόφων) «πεφωτισμένων» ότι το μοντέλο αυτό δεν είχε μόνο πολύ αίμα, αλλά μακροχρόνια δεν προσέφερε βιώσιμες λύσεις. Αποφασίσαμε ότι η «άριστη πολιτική» δεν είναι κάτι αντικειμενικό και εκτός τις κοινωνίας, αλλά είναι τα μέτρα που αυθαίρετα ορίζονται από την πλειοψηφία των ανθρώπων.

Αυτή η αλλαγή όμως δημιούργησε κόστος διαδικασίας, που σε πολλούς εφήμερα σκεπτόμενους μοιάζει δυσβάστακτο. Ο ορισμός της άριστης λύσης προϋποθέτει πολλή συζήτηση, αντιπαραθέσεις· χρειάζεται Βουλή, επιτροπές, κρίση των αποφάσεων από τη δικαιοσύνη, από ανεξάρτητες αρχές, κοινωνικές συναινέσεις κ. λπ. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά υπάρχει και ο κίνδυνος του λαϊκισμού. Αυτός πάλι εξουδετερώνεται με ακόμη περισσότερη διαδικασία. Οι πατέρες του αμερικανικού Συντάγματος, για παράδειγμα, ως καλοί γνώστες της Ιστορίας, φοβούνταν ότι η λαϊκή βούληση μπορεί να κάνει πρόεδρο (και αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων) έναν Αλκιβιάδη. Γι’ αυτό προέβλεψαν τους εκλέκτορες οι οποίοι διυλίζουν την ετυμηγορία και εκλέγουν τον πρόεδρο.

Η δημοκρατία, επειδή ακριβώς δεν έχει προκαθορίσει το άσπρο – μαύρο στην κοινωνική εξέλιξη, είναι μια δυσνόητη και ίσως περιττή διαδικασία για εκείνους που κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Ισχυρίζονται ότι η δική τους πρόταση, επειδή ακριβώς είναι τόσο άριστη, πρέπει να ακολουθηθεί παρά τη λαϊκή βούληση. Η αλήθεια είναι ότι επειδή η αντιπροσωπευτική δημοκρατία διυλίζει τις πρωτογενείς κοινωνικές αντιδράσεις και η αντιστοίχιση της κοινωνικής βούλησης με την πολιτική είναι πάντα ετεροχρονισμένη, αντιδημοφιλείς πολιτικές μπορούν να ασκηθούν για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Οχι όμως επί μακρόν· αν δεν υπάρξει πολιτική λύση -είτε διά της πειθούς των επιχειρημάτων υπέρ της ασκούμενης πολιτικής είτε με αλλαγή κατεύθυνσης- η αντίθεση κυβερνητών-κυβερνωμένων αργά ή γρήγορα θα βγει στους δρόμους. Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα. Αυτά δημιουργούνται όταν οι «άριστες πολιτικές» καταλήγουν σε αντιδημοκρατικές πρακτικές. Η διαδικασία της δημοκρατίας έχει κόστος. Η απουσία της όμως, πολύ μεγαλύτερο.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η βία και οι συμβολισμοί…

Posted on Οκτώβριος 26, 2010. Filed under: Μανδραβέλης Πάσχος |

 

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 26 Oκτωβρίου 2010

Είναι ευτύχημα που αυτή τη φορά χρησιμοποιήθηκαν γιαούρτια κατά του κ. Αλέκου Αλαβάνου και αυγά κατά της κ. Ελένης Πορτάλιου. Την προηγούμενη φορά που «κάτοικοι» μιας περιοχής εκδήλωσαν την αγανάκτησή τους κατά ενός πολιτικού χρησιμοποίησαν τρίκυκλο και στειλιάρια. Μπορεί να υπήρχαν διαφορετικές αφετηρίες και (ευτυχώς!) διαφορετικά αποτελέσματα, αλλά ο πυρήνας των επιθέσεων είναι ακριβώς ο ίδιος. Ο ενοχλητικός λόγος, που απαντάται με πράξεις φυσικής βίας, άλλοτε θανατηφόρας και άλλοτε «συμβολικής».

Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να εξοργιστεί κάποιος με τα λεγόμενα του κ. Αλαβάνου και άλλων τόσων της αλλοπρόσαλλης προόδου. Μπορεί επίσης και να γελάσει με προτάσεις περί «αποΔΝΤποιημένης ζώνης» που υποσχέθηκε να κάνει την Αττική. Από την άλλη όμως, δεν υπάρχει άποψη που να μη θεωρηθεί από κάποιους εξοργιστική. Μέχρι και το «αγαπάτε αλλήλους» ερμηνεύτηκε ως ευθεία προσβολή στον μωσαϊκό νόμο, με αποτέλεσμα να έχουμε φυσική βία κατά εκείνου που το εκστόμισε. Αλλά στα 2.000 χρόνια που πέρασαν, οι δυτικές κοινωνίες έμαθαν πολλά. Πρώτα απ’ όλα να ξεχωρίζουν τον λόγο από τη βία.

Οχι όμως στη χώρα μας. Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε το ιδεολόγημα της «ολίγον εγκύου». Η βία χωρίστηκε σε «συμβολική» και σε «φυσική». Η ίδια η Αριστερά δικαιολόγησε -ενεργά ή παθητικά διά της σιωπής- τα γιαουρτώματα, τις «συμβολικές καταλήψεις», την «οργή του λαού» που ξεσπάει στις διαδηλώσεις, την καταστροφή ξένης περιουσίας με γκράφιτι και αφίσες (αυτό βαφτίστηκε δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης). Δεν ήταν μέλη του Συνασπισμού εκείνοι που γιαούρτωσαν ένα δημοσιογράφο, επειδή έγραφε ρατσιστικές σαχλαμαρίτσες; Δεν είναι σύμπασα η Αριστερά που ζητάει να απαντά το κράτος με νόμιμη αλλά φυσική βία (στέρηση ελευθερίας) σε εκείνους που εκστομίζουν τον απεχθή ρατσιστικό λόγο;

Δυστυχώς όμως, καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια. Την ίδια νομιμοποιητική μεθοδολογία της «συμβολικής» βίας που χρόνια τώρα χρησιμοποιεί ένας χώρος της Αριστεράς μπορούν να χρησιμοποιήσουν και οι «αγανακτισμένοι» του Αγίου Παντελεήμονα. Και όσοι θυμούνται τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα ξέρουν ότι η ακροδεξιά ήταν πάντα πιο αποτελεσματική στη διαχείριση της βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Για τον απλό λόγο ότι το μήνυμά της είναι όπως η βία: χονδροειδές και ανεπεξέργαστο. Δεν προσφέρει ποτέ λύσεις στα προβλήματα· αυτή είναι μια σύνθετη διαδικασία. Πάντα υποδεικνύει κάποιον ένοχο γι’ αυτά τα προβλήματα και ζητεί την τιμωρία του.

Είναι επιτακτική ανάγκη η απονομιμοποίηση της βίας. Δεν υπάρχει «συμβολική», «λεκτική», «συλλογική», «κόκκινη», «μαύρη», «λαχανί» (ή όποιο άλλο επίθετο μπορεί να φανταστεί κανείς) βία. Η βία είναι μία και μοναδική και ορίζεται από τα φυσικά αποτελέσματα που έχει σε κάποιο άτομο ή στην περιουσία του. Μια διαδήλωση είναι συλλογική έκφραση γνώμης. Το γιαούρτωμα εναντίον κάποιου είναι βία. Πρέπει να ορθώσουμε σύνορα αδιαπέραστα στις έννοιες, γιατί η μία βία φέρνει την άλλη μέχρι την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος μόνιμης βίας που εκτός από τάξη και ασφάλεια θα έχει και ησυχία. Κανείς δεν θα εκστομίζει λόγο, διότι κάθε λόγος θα είναι για κάποιους εξοργιστικός.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το άγνωστο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Posted on Οκτώβριος 25, 2010. Filed under: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Μανδραβέλης Πάσχος |

  • Του Πασχου Mανδραβελη, Η Καθημερινή, 24/10/2010

Μπορεί να φανεί περίεργο, αλλά ο μεγαλύτερος εχθρός του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) δεν είναι η έξαλλη Αριστερά. Αυτή εξαπολύει τις συνήθεις ιερεμιάδες, κάνει κάποιες διαδηλώσεις, και εξ όσων γνωρίζουμε δεν κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια ούτε καν να ανατρέψει κάποιο πρόγραμμα τού διεθνούς αυτού οργανισμού. Το χειρότερο που μπορούσε να κάνει στο ΔΝΤ είναι να του βγάλει το κακό όνομα. Αλλά γι’ αυτό, πάλι, φρόντισε χρόνια πριν η σοβιετική προπαγάνδα, αυτή που παρουσίαζε τους πυραύλους «Πέρσινγκ» επιθετικούς και τους SS-20 ειρηνικούς. Ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ΔΝΤ είναι η νεοσυντηρητική Δεξιά, διότι επηρεάζει τις αποφάσεις του μεγαλύτερου χρηματοδότη του. Oι ΗΠΑ συνεισφέρουν το 17,09% από τα 328 δισ. δολάρια που είναι συνολικά τα κεφάλαια του οργανισμού. Πριν από τη διακυβέρνηση του τζούνιορ Μπους το ποσοστό αυτό ήταν 18,25%, τριπλάσιο σχεδόν από τους επόμενους δύο χρηματοδότες (Γερμανία, Ιαπωνία) το ποσοστό των οποίων ήταν 5,67%.

Ποιος λοιπόν μπορούσε να γράψει ότι «οι υποστηρικτές του ΔΝΤ συχνά διαφημίζουν τη σωτηρία της μεξικανικής οικονομίας ως επιτυχία… Αλλά ο μεξικανικός λαός υπέφερε τη μείωση του επιπέδου ζωής του που ήταν αποτέλεσμα αυτής της κρίσης. Οπως συμβαίνει πάντα, όταν επεμβαίνει το ΔΝΤ, οι κυβερνήσεις και οι δανειστές τους σώζονται, αλλά όχι οι άνθρωποι»; Αν κάποιος στοιχημάτιζε ότι αυτό είναι περικοπή από ανακοίνωση κάποιας συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε. Προέρχεται από το άρθρο με τίτλο «Ποιος χρειάζεται το ΔΝΤ;» (Wall Street Journal, 3.2.1998) των Τζορτζ Σουλτς (υπουργός Εξωτερικών επί Ρόναλντ Ρέιγκαν), Γουίλιαμ Σάιμον (υπουργός Οικονομικών επί Ρίτσαρντ Νίξον και Τζέραλντ Φορντ) και Γουόλτερ Ρίστον (πρώην προέδρος και διευθύνων σύμβουλος της Citicorp/Citibank).

Αλλη αφετηρία

Υπάρχει λοιπόν περίπτωση να δούμε Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές και Αμερικανούς τραπεζίτες να φωνασκούν παρέα με τον κ. Λαφαζάνη «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη»; Αν και η φρασεολογία τους έχει πολλά κοινά, οι αφετηρίες είναι διαφορετικές. Για παράδειγμα: ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής του Κάνσας Τοντ Τίαρτ αντιτάχθηκε στο πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας λέγοντας ότι «είναι απλώς άδικο -ως θέση αρχής- να εξαναγκαστούν οι Αμερικανοί φορολογούμενοι να δώσουν τα χρήματα που κέρδισαν με τη σκληρή τους εργασία για να στηρίξουν αποτυχημένες πολιτικές σχετικά πλούσιων εθνών, όπως είναι η Ελλάδα».

Η Αριστερά ξεκινά από το νεφελώδες ενός άλλου κόσμου, στον οποίο μπορείς να δανείζεσαι ακόμη και αφού δηλώσεις ότι δεν θα ξεπληρώσεις τα χρέη, ενώ οι νεοσυντηρητικοί απλώς επιθυμούν την εφαρμογή του σκληρού νόμου των αγορών, που έχει λάθη και τιμωρία. Οπως έγραψαν και οι παραπάνω «οι προσπάθειες του ΔΝΤ είναι αποτελεσματικές μόνο για να στρεβλώνουν τις διεθνείς επενδυτικές αγορές… Το ΔΝΤ είναι αναποτελεσματικό, άχρηστο και παρωχημένο. Δεν χρειαζόμαστε ένα άλλο ΔΝΤ… Μόλις τελειώσει η ασιατική κρίση πρέπει να καταργήσουμε κι αυτό που έχουμε».

Από την ιδεολογική τους σκοπιά έχουν απόλυτο δίκιο. Το ΔΝΤ είναι ένα κεϊνσιανό εργαλείο διευθέτησης αποτυχιών της αγοράς. Γεννήθηκε πάνω στις στάχτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά η αναγκαιότητά του έγινε ορατή στα χρόνια της μεγάλης ύφεσης που ακολούθησαν το μεγάλο κραχ του 1929. Τότε η κρίση μεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο, σαν φωτιά που καίει τα ξερά χόρτα για έναν απλό λόγο: όπου χτυπούσε η κρίση, αναγκαστικά τα προϊόντα γίνονταν πιο φθηνά και συνεπώς πιο ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Για να προστατεύσουν οι άλλες χώρες την εγχώρια παραγωγή προχωρούσαν σε επιθετική υποτίμηση των νομισμάτων τους. Οι άλλες απαντούσαν με δικές τους υποτιμήσεις και στο τέλος όλοι βρέθηκαν με σωρούς χαρτονομισμάτων που δεν άξιζαν τίποτε. Το διεθνές εμπόριο κατέρρευσε (από 3,5 δισ. δολ. το 1929 έπεσε στα 900 εκατ. το 1933) λόγω του προστατευτισμού, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν υπήρχε αξιόπιστο μέσο ανταλλαγής. Κανείς δεν ήξερε αν τα χρήματα που έπαιρνε για το εμπόρευμά του την μία μέρα θα άξιζαν το ίδιο την επομένη. Και η κρίση από αμερικανική έγινε παγκόσμια, για να ακολουθήσει ένας καταστροφικός πόλεμος.

Στο Μπρέντον Γουντς

Εκείνη την περίοδο δύο άνθρωποι ξεχωριστά άρχισαν να σχεδιάζουν διεθνείς θεσμούς παρέμβασης στις αγορές ώστε να μην επαναληφθεί η καταστροφή της δεκαετίας του ’30. Στη Βρετανία ήταν ο Τζον Μέιναρντ Κέινς και στις ΗΠΑ ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του «Νιου Ντιλ» και επικεφαλής οικονομολόγος της ομοσπονδιακής τράπεζας Χάρι Γουάιτ. Τον Ιούλιο του 1944 εκπρόσωποι 45 εθνών συναντήθηκαν στο Μπρέντον Γουντς του Νιου Χαμσάιρ και συμφώνησαν στη δημιουργία της Παγκόσμιας Τράπεζας (για βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που θα επέβλεπε ένα σύστημα συναλλαγματικής σταθερότητας (αρχικά βασισμένης στον χρυσό) και τη δημιουργία ενός εγγυοδοτικού κεφαλαίου που θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν υπό όρους όσες χώρες το είχαν ανάγκη. Η συνεισφορά σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι αναλογική των οικονομικών δυνατοτήτων κάθε χώρας-μέλους, αλλά επίσης αναλογικά της συνεισφοράς είναι και τα δικαιώματα απόσυρσης χρημάτων, όπως και ο αριθμός των ψήφων.

Το τελευταίο δημιούργησε το πρώτο σχίσμα. Ο Ιωσήφ Στάλιν, αν και υπέγραψε το αρχικό σχέδιο, αποσύρθηκε ζητώντας να μην ισχύσει η αρχή της αναλογίας. Φυσικά κατήγγειλε το ΔΝΤ ως όργανο του καπιταλισμού και εξανάγκασε τις χώρες που βρίσκονταν υπό σοβιετική κατοχή, όπως η Πολωνία, να αποσυρθούν. Ετσι κι αλλιώς, για τους κομμουνιστές όλοι οι κεϊνσιανοί θεσμοί δεν ήταν παρά κόλπα που απέτρεπαν την «επικείμενη κατάρρευση» του καπιταλισμού και τη συνακόλουθη μεγάλη κομμουνιστική επανάσταση. Θα έπρεπε να περάσουν χρόνια και να καταρρεύσουν οι κομμουνιστικές δικτατορίες για να τραβήξει το 1996 η Ρωσία τη μεγαλύτερη μέχρι τότε χρηματοδότηση του ΔΝΤ…

Οι επικριτές

Το ΔΝΤ χρωματίστηκε κατ’ αρχήν από την ισχυρή κομμουνιστική προπαγάνδα που κατάφερνε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου να κάνει το άσπρο, μαύρο. Αν και έσωσε πάρα πολλές χώρες από βέβαιη οικονομική και κοινωνική καταστροφή, πολλές παρεμβάσεις του είναι αμφιλεγόμενες. Οι οικονομολόγοι κάθε σχολής θα συζητούν για χρόνια τις «συνταγές του ΔΝΤ» στην Ασία ή στην Αργεντινή. Δεν συζητούν, βέβαια, τις περιπτώσεις της Γαλλίας (ήταν η πρώτη χώρα που χρειάστηκε τη βοήθεια το 1947) της Βρετανίας, της Ιταλίας και δεκάδων άλλων χωρών όπου τα προγράμματα στέφθηκαν με επιτυχία. Η κριτική τους δεν έχει να κάνει με το αριστερό μεταφυσικό δίλημμα αν μια χώρα μπορεί να ξοδεύει επ’ άπειρον λεφτά που δεν έχει· εστιάζει σε επιμέρους εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν.

Πιο σοβαρό (υπό την έννοια του πραγματικού) είναι το νεοσυντηρητικό δίλημμα αν χρειάζεται το ΔΝΤ για να κάνει την εξίσωση δαπανών – εσόδων πιο ήπια ή αν πρέπει η αγορά να λύνει με τον δικό της τρόπο το πρόβλημα, δηλαδή τη χρεοκοπία.

Απαντώντας στο άρθρο των Σουλτς – Σάιμον – Ρίστον, αλλά και σε άλλες κριτικές που έλεγαν ότι το ΔΝΤ έχασε τον δρόμο του και από εγγυητής της συναλλαγματικής σταθερότητας έγινε «διεθνές φτωχοκομείο», ο Πολ Κρούγκμαν παρομοίασε τον οργανισμό με την Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας η οποία παίζει και τον ρόλο του δανειστή έσχατης ανάγκης. «Αν χρειαζόμαστε δανειστή έσχατης ανάγκης για να χειρίζεται τις εγχώριες κρίσεις, δεν χρειαζόμαστε, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ένα δανειστή έσχατης ανάγκης που θα αντιμετωπίζει τις διεθνείς κρίσεις; Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το ΔΝΤ δεν είναι ιδανικό γι’ αυτόν τον ρόλο. Σε αντίθεση με μια κεντρική τράπεζα που μπορεί να ελέγχει και να ρυθμίζει τις τράπεζες διαρκώς, το ΔΝΤ έχει ελάχιστη εξουσία μέχρι να μπει μια χώρα σε κρίση. Αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές, προσπαθώντας να σώσει μια χώρα από την κατάρρευση, καταλήγει να προσφέρει δίχτυ ασφαλείας και σε εκείνους που δεν το αξίζουν: στους απρόσεκτους διεθνείς τραπεζίτες ακόμη και σε διεφθαρμένους πολιτικούς. Το ΔΝΤ επίσης κάνει λάθη. Τα προγράμματά του στην Ασία επικρίθηκαν σκληρά (αν και πολλές φορές οι επικριτές του διαφωνούν μεταξύ τους όσο και με το ΔΝΤ). Αλλά το ΔΝΤ είναι ό, τι έχουμε και είναι πολύ καλύτερο από το τίποτα». (New York Times, 15.5.1998)

Διαβάστε

– Πολ Κρούγκμαν, «Η κρίση του 2008. Και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης» εκδ. Καστανιώτης

– Τζορτζ Σόρος, «Η οικονομική κρίση του 2008 και η σημασία της», εκδ. Νέα Σύνορα, Α. Α. Λιβάνη

– Noreena Hertz, «Η βόμβα του παγκόσμιου χρέους», εκδ. Κριτική

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

« Προηγούμενες Καταχωρίσεις

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...