Πολιτική ευθύνη

Να φύγουν όλοι!

Posted on Απρίλιος 18, 2010. Filed under: Καλύβας Στάθης, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη |

  • Του Σταθη Kαλυβα*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Aπριλίου 2010

Que se vayan todos, que no quede ni uno solo: Να φύγουν όλοι, να μη μείνει ούτε ένας! Το σύνθημα αναφερόταν στους πολιτικούς και δόνησε την Αργεντινή στις 20 Δεκεμβρίου 2001, οδηγώντας σε παραίτηση τον πρόεδρο Fernando De la Rua, ο οποίος αναγκάστηκε να διαφύγει από το πολιορκημένο προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο.

Ισως το μέλλον μας να είναι το παρελθόν της Αργεντινής. Αλλωστε, ο συνδυασμός της διάχυτης αριστερίστικης κουλτούρας του πεζοδρομίου και της ανεπαρκούς ή άστοχης αστυνόμευσης τροφοδότησε θλιβερά επαναλαμβανόμενες ταραχές σε περιόδους ευημερίας. Φαίνεται μάλλον δύσκολο, επομένως, να τις αποφύγουμε σε εποχές βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Τι θα συνέβαινε, όμως, την επομένη μιας υποθετικής κοινωνικής έκρηξης; Και τι θα είχε να μας πει το παράδειγμα της Αργεντινής;

Οπως είναι γνωστό, η Αργεντινή βρέθηκε στη δίνη μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, που στη βάση της είχε ένα υπέρογκο χρέος, έχοντας προσδέσει το νόμισμά της στο δολάριο. Η κρίση αυτή οδήγησε στην κατάρρευση του τραπεζικού της συστήματος και το πάγωμα των καταθέσεων, πράγμα που έπληξε κυρίως την μεσαία τάξη η οποία είδε να χάνονται οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν ήταν μαζικές, είχαν σύμβολο την κατσαρόλα και οδήγησαν την κυβέρνηση στην ανακήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Το αποτέλεσμα υπήρξε ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Οι ταραχές κατέληξαν σε μαζικές λεηλασίες με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, εξαναγκάζοντας τον De la Rua σε παραίτηση. Ακολούθησε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση που κατέληξε στην απόφαση αποσύνδεσης του πέσο από το δολάριο, τον Ιανουάριο του 2002. Η υποτίμηση προκάλεσε το κουρέλιασμα των αποταμιεύσεων και έβαλε την χώρα σε μια μεγάλη οικονομική ύφεση. Σιγά σιγά, όμως, η υποτίμηση αυτή (και όχι η στάση πληρωμών) συνέβαλε στην οικονομική σταθεροποίηση, ενώ η χώρα εκμεταλλεύθηκε τον μεγάλο εξαγώγιμο φυσικό της πλούτο και τη θετική διεθνή οικονομική συγκυρία. Τα θεμελιώδη προβλήματα της χώρας μπορεί να μην αντιμετωπίστηκαν όσο αποτελεσματικά θα έπρεπε (γι’ αυτό και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη σημερινή συγκυρία), αλλά η οικονομία κατάφερε να ορθοποδήσει μέσω των εξαγωγών και να περάσει σε φάση μεγέθυνσης.

Η πολιτική κρίση υπήρξε παρατεταμένη και η χώρα άλλαξε τέσσερις προέδρους ώς τις εκλογές του 2003. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι πως η ολοκληρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής τάξης δεν είχε τις πολιτικές συνέπειες που θα περίμενε κανείς. Οι δημοσκοπήσεις της εποχής έδειχναν πως το σύνθημα «να φύγουν όλοι» εξέφραζε το 70% του πληθυσμού. Τελικά όμως ο κόσμος αυτός ψήφισε τους ίδιους πολιτικούς στις εκλογές του 2003, αναβαπτίζοντάς τους μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Η μεσαία τάξη εγκατέλειψε τους δρόμους με την ίδια ταχύτητα με την οποία είχε βγει σ’ αυτούς, και οι διαδηλώσεις εκφυλίστηκαν.

Θα περίμενε ίσως κανείς πως μια τόσο οξεία πολιτική κρίση σε μια χώρα με το πολιτικό παρελθόν της Αργεντινής θα ευνοούσε στρατιωτικού τύπου λύσεις, αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ούτε και η Αριστερά μπόρεσε να εξαργυρώσει πολιτικά την κρίση παρά το γεγονός πως πρωταγωνίστησε στις ταραχές. Μάλιστα, η προσπάθεια δημιουργίας μιας επαναστατικής δυναμικής στη βάση κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Με άλλα λόγια, το πολιτικό σύστημα κατάφερε να περάσει αλώβητο, αν και τραυματισμένο, μέσα από μια πρωτοφανή κρίση – και αυτό σε μια χώρα με σχετικά περιορισμένη δημοκρατική παράδοση.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως οι ταραχές δεν είχαν συνέπειες. Οι Ριζοσπάστες, το κόμμα που κυβερνούσε τον Δεκέμβριο του 2001, βρέθηκαν σε μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση, ενώ οι Περονιστές επανήλθαν στην εξουσία. Η κρίση συνέβαλε ώς ένα βαθμό και στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού στο εσωτερικό των δύο αυτών μεγάλων κομμάτων. Σύμφωνα επίσης με τη διεισδυτική ανάλυση του Isidoro Cheresky, η κρίση μετέβαλε τη λογική της πολιτικής αντιπροσώπευσης, συμβάλλοντας στην εξασθένηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτοτήτων και στη μετάβαση σε ένα πιο προσωποκεντρικό τύπο πολιτικής ηγεσίας. Πάνω απ’ όλα, εκείνο που ξαφνιάζει είναι η ανθεκτικότητα του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής τάξης σε πείσμα της βαθύτατης απονομιμοποίησής τους, καθώς και η απομόνωση και η ήττα των πολιτικών άκρων σε πείσμα της βαθύτατης κρίσης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη χώρα μας; Το παράδειγμα της Αργεντινής μας θυμίζει πως ο πολιτικός αντίκτυπος μιας κοινωνικής έκρηξης εξαρτάται κυρίως από τη σύνθεσή της: απαιτεί τη συμμετοχή κοινωνικών στρωμάτων πέρα από τους «συνήθεις υπόπτους». Δίχως τη μαζική συμμετοχή της μεσαίας τάξης, οι ταραχές έχουν περιορισμένες πολιτικές επιπτώσεις. Για να γίνει κάτι τέτοιο, όμως, απαιτείται ένα ισχυρότατο σοκ, όπως ήταν το πάγωμα των τραπεζικών καταθέσεων στην Αργεντινή. Στην ελληνική περίπτωση, κάτι αντίστοιχο θα ήταν μια έντονη κρίση ρευστότητας ή οι άμεσες οικονομικές συνέπειες της εξόδου από το ευρώ. Αλλά και στην ακραία αυτή περίπτωση, η πολιτική αστάθεια δύσκολα θα επηρέαζε τη δημοκρατική νομιμότητα. Οπως και στην Αργεντινή, έτσι και στην Ελλάδα, το πολιτικό σύστημα διαθέτει μεγάλη ανθεκτικότητα.

Από την άλλη, οι μαζικές ταραχές θα επηρέαζαν οπωσδήποτε αρνητικά το μέτωπο των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θα έσπρωχναν τη χώρα ακόμα πιο βαθιά στην οικονομική ύφεση χωρίς να την οδηγήσουν απαραίτητα στον δρόμο της εξόδου από την κρίση. Σε σχέση με την Αργεντινή, η στρατηγική της υποτίμησης θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος για την Ελλάδα, γι’ αυτό και δεν αποτελεί το πιθανότερο σενάριο: το σοκ της εξόδου από τη Ευρωζώνη ξεπερνάει αυτό της αποκοπής του πέσο από το δολάριο. Ούτε, βέβαια, διαθέτουμε τον εξαγώγιμο πλούτο της Αργεντινής.

Η περίπτωση της Αργεντινής υπενθυμίζει, ανάμεσα στα άλλα, την ανθεκτικότητα της πολιτικής τάξης. Ακόμα κι αν ξεσπάσουν μαζικές κοινωνικές εκρήξεις, είναι αμφίβολο αν θα δούμε ριζικές πολιτικές αλλαγές. Το να διατηρείται στην κορυφή η ίδια πολιτική τάξη που την οδήγησε στη χρεοκοπία είναι βέβαια ηθικά δυσάρεστο και πολιτικά προβληματικό. Ομως, οι εναλλακτικές που προκύπτουν από την πλήρη απαξίωσή της είναι ακόμη χειρότερες. Επιπλέον, οι κρίσεις έχουν ένα καλό: μπορούν να ταρακουνήσουν τους πάντες, πολιτικούς και κοινωνίες, αναγκάζοντάς τους να αλλάξουν. Καμιά φορά, το ζόρι μπορεί να αποδειχθεί καλός σύμβουλος.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( 1 so far )

Σουφλιάς: Το συμφέρον της παράταξης πρέπει να ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον

Posted on Σεπτεμβρίου 5, 2009. Filed under: Νέα Δημοκρατία, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη, Σουφλιάς Γιώργος |

  • Ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, Γιώργος Σουφλιάς κατά την έξοδό του από το Μέγαρο Μαξίμου σχολίασε:

«Με την απόφαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να μην συμπράξει στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η θητεία αυτής της Κυβέρνησης θα έληγε οριστικά τον Φεβρουάριο. Επομένως, εκλογές θα μπορούσαν να γίνουν ή τον Φεβρουάριο ή τώρα. Το ερώτημα ήταν: Τι συμφέρει στον τόπο, ποιο είναι το εθνικό συμφέρον; Ο πρωθυπουργός αποφάσισε να γίνουν οι εκλογές τώρα, ότι αυτό είναι το συμφέρον του τόπου. Και εξήγησε επαρκώς και με σαφήνεια για ποιους λόγους είναι το συμφέρον του τόπου.

Εγώ είχα ερωτηθεί από τον πρωθυπουργό για το θέμα αυτό. Και βεβαίως υποστήριξα ακριβώς αυτή την άποψη, χωρίς ταλαντεύσεις. Σε αυτούς που διερωτώνται ποιο είναι το συμφέρον της παράταξης, πρέπει να πω ότι υπάρχει μια βασική αρχή, την οποία υπηρετεί η Νέα Δημοκρατία και πρέπει να υπηρετεί η κάθε παράταξη: Αυτονόητο είναι ότι το συμφέρον μιας παράταξης πρέπει να ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον. Πέραν αυτού, αν θέλουμε να το πάρουμε και με πολιτικά κριτήρια, πολύ εύκολα ο καθένας μπορεί να σκεφθεί ότι, μέσα σε μια πεντάμηνη περίπου προεκλογική περίοδο, με οξύτητα, λαϊκισμούς και διάφορα άλλα πράγματα και με αυτή την οικονομική συγκυρία, είναι σίγουρο ότι δεν θα ήταν όφελος και για την παράταξη. Αλλά αυτό είναι το δευτερεύον. Το πρωτεύον είναι αυτό που είπα πριν, ότι το συμφέρον της παράταξης πρέπει να ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον.

Επίσης, θα ήθελα να πω ότι αυτά είναι μια απλή εξίσωση. Είναι αυτονόητα, εάν δεν προσθέσεις στους συλλογισμούς σου διάφορες άλλες παραμέτρους. Θέλω τέλος να πω ότι εκείνο που έχει σημασία είναι να δώσουμε τον καλό αγώνα, με πίστη και με δύναμη, για να κερδίσουμε τις εκλογές. Και μπορούμε να τις κερδίσουμε».

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οπως έστρωσαν…

Posted on Σεπτεμβρίου 5, 2009. Filed under: Εκλογές, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη |

  • Tου Θανου Oικονομοπουλου, Η Καθημερινή, 04/09/2009

Aπό μια άποψη και με βάση την ψυχρή λογική (που δεν πρυτανεύει πάντοτε, αναγκαστικά, κατά τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων…) η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές, ήταν μονόδρομος για τον Κώστα Καραμανλή. Απαξ και η κυβερνώσα Ν.Δ. άφησε το θέμα «εκλογές» να μπει σε… δημόσια διαβούλευση (και δεν το «άφησε»: το δρομολόγησε με κυβερνητική πρωτοβουλία!), η προσφυγή στις κάλπες ήταν εκ των πραγμάτων μονόδρομος. Με το… μισό υπουργικό συμβούλιο (ας αφήσουμε βουλευτές και στελέχη) φόρα παρτίδα στα «παράθυρα» και τα ραδιοφωνικά μικρόφωνα να «επιχειρηματολογεί» (και μάλιστα… απειλητικά, αφοριστικά!) εναντίον των εκλογών, μη διστάζοντας μάλιστα να απευθύνει παραινέσεις προς τον πρωθυπουργό, το κόστος «μη προσφυγής» σ’ αυτές, θα ήταν πολλαπλασίως μεγαλύτερο από το όποιο αντίστοιχο της προσφυγής – δεν μιλάμε με… ποσοστά και πιθανότητες νίκης, μιλάμε στο επίπεδο των εντυπώσεων που έχει συνηθίσει να επιδίδεται το απερχόμενο κυβερνητικό σχήμα…

Το ρεπορτάζ λέει πως οι πρώτες σκέψεις για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών έγιναν πολύ… πρόωρα: πριν καν στηθούν οι ευρωκάλπες. Οι δημοσκοπήσεις (γι’ αυτούς που γνωρίζουν να τις διαβάζουν και αποκωδικοποιούν) έδειχναν ουσιαστική «ανάκαμψη» του ΠΑΣΟΚ – και πάντως σημαντική πτώση της Ν.Δ. Κάποιοι εισηγήθηκαν τότε τη λύση της προσφυγής σε «διπλές κάλπες» τον Ιούνιο, με την ελπίδα η αποδοκιμασία και η οργή για τα κυβερνητικά πεπραγμένα να εκφρασθεί «δυναμικά» από το εκλογικό σώμα στις ευρωκάλπες και στις εθνικές, να πρυτανεύσουν ψυχραιμότερες σκέψεις, η ανάγκη να παραχθεί (κάποια στιγμή, επιτέλους…) κυβερνητικό έργο, η πιθανή αμφιβολία για το αν και κατά πόσο το ΠΑΣΟΚ ήταν έτοιμο ν’ αναλάβει ευθύνες διακυβέρνησης. Αυτές οι σκέψεις και εισηγήσεις, δεν επικράτησαν…

Αμέσως μετά το σαφέστατα αρνητικό αποτέλεσμα για την κυβερνώσα παράταξη στις ευρωεκλογές, άρχισε μια… διαρκής κουβέντα για «το μήνυμα που θα αναλυθεί αρμοδίως» (τελικά δεν συνεδρίασε ποτέ, κανένα κομματικό όργανο να διαβάσει αυτό το έρμο μήνυμα!) και την ανάγκη «άμεσων κινήσεων» που θα έστελναν στην κοινωνία το μήνυμα πως η Ν.Δ…. πήρε το μήνυμα – και ως βασική τέτοια κίνηση, άρχισε να διακινείται από βουλευτές, στελέχη αλλά και υπουργούς (αυτούς που ένιωθαν πως… δεν κινδύνευαν!) ένας «ουσιαστικός ανασχηματισμός και η παράλληλη λήψη πολιτικών πρωτοβουλιών και «διαρθρωτικών αλλαγών», που θα σηματοδοτούσαν «ενεργοποίηση» των αντανακλαστικών εξουσίας της κυβέρνησης. Και αυτό το ενδεχόμενο, του ανασχηματισμού και της ενεργοποίησης… εξαντλήθηκε στις συζητήσεις και τις αναλύσεις (πάλι με πρωτοβουλία κυβερνητικών παραγόντων!) με την «τελική απόφαση» πάντα να… εκκρεμεί στο Μέγαρο Μαξίμου.

Και ύστερα ξεκίνησε η «διλημματολογία»: εκλογές ή ανασχηματισμό έχει κατά νου ο Καραμανλής; Το θέμα των πρόωρων, το ξεκίνησαν (με δημόσιες τοποθετήσεις, κατά οι περισσότεροι, λίγοι οι υπέρ…) στελέχη και βουλευτές της Ν.Δ., και εν ριπή οφθαλμού στον χορό μπήκαν και υπουργοί, που χωρίς να τηρούν καν τα προσχήματα, έσπευδαν να… προκαταλάβουν τις όποιες αποφάσεις Καραμανλή, μιλώντας για «επιλογή καταστροφής για τον τόπο – και το κόμμα…», για «ρίξιμο λευκής πετσέτας», για κρίση ηττοπάθειας και ομολογία αδυναμίας διαχείρισης της κατάστασης.

Κλίμα πλήρους διάστασης! Και όχι παρασκηνιακά και εκτός δημοσιότητος – εδώ δύο 24ωρα πριν από το διάγγελμα Καραμανλή και διάφοροι «παραθυράτοι» υπουργοί επιχειρηματολογούσαν (διαμορφώνοντας, προφανώς, κλίμα πίεσης) γιατί αποκλείεται ο πρωθυπουργός να διακατέχεται από… αυτοκτονικό ιδεασμό. Την ώρα που υποτίθεται ότι ο Καραμανλής βασανιζόταν ως προς το τι θα πράξει… Μετά την αναγγελία της προσφυγής στις πρόωρες κάλπες, όλος αυτός ο… «θίασος», εμφανίσθηκε (λογικό – εν όψει κρίσιμης μάχης) να συμπαρατάσσεται με την απόφαση Καραμανλή (πλην εξαδέλφου Λιάπη, που για τους δικούς του λόγους και καταγγέλλων «λάθος για τη χώρα, ατόπημα για την παράταξη», δήλωσε ότι παραιτείται από του να είναι υποψήφιος…), κάποιοι μάλιστα δεν… παρέλειψαν να υπονοήσουν πως «αυτοί, μη βλέπετε τι έλεγαν, ήξεραν, αλλά…»! Και διηγώντας τα να κλαις.

Το περίεργο, τώρα: το Σύνταγμα προβλέπει πως πρόταση για πρόωρες εκλογές «υποβάλει η κυβέρνηση, για εθνικό ζήτημα εξαιρετικής σημασίας…». Η κυβέρνηση, όχι ο πρωθυπουργός, μόνος του… Θα μπορούσε κανείς να πει «διαβουλεύθηκε με τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου…», αλλά πώς να πεις κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που το μισό υπουργικό συμβούλιο είχε βγει στο μεϊντάνι επιχειρηματολογώντας (και προειδοποιώντας τον πρωθυπουργό) εναντίον των πρόωρων καλπών; Και πώς να κινητοποιήσεις την έρμη τη «βάση» (που οι πάντες συνομολογούν πως δεν ήθελε εκλογές…) με εκστρατείες ανά την Ελλάδα βουλευτών και υπουργών που μέχρι χθες φώναζαν εναντίον των εκλογών και σήμερα θα… διαψεύδουν τους μέχρι χθες εαυτούς τους; Πώς να φιλοτεχνήσεις το «εθνικό συμφέρον», με πρόσωπα Ιανού;

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Υπουργοί που ηγούνται ή απλώς διοικούν;

Posted on Ιουλίου 31, 2009. Filed under: Πολιτική ευθύνη |

  • Του Αντωνη Mακρυδημητρη*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/07/2009

Στο ερώτημα τι είδους υπουργούς (και γενικότερα πολιτικούς) έχουμε ανάγκη στον τόπο μας και στην εποχή μας, οι απαντήσεις ποικίλλουν. Κάποιοι πολίτες θέλουν υπουργούς μιας συγκεκριμένης παράταξης και όχι της άλλης. Μερικοί προτιμούν τα πιο ώριμα και δοκιμασμένα πολιτικά στελέχη, ενώ άλλοι τους πιο νέους και τολμηρούς, τους πιο καινοτόμους. Πίσω όμως και πέρα από αυτές τις επιλογές λανθάνει το βαθύτερο και μάλλον πιο κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τον ρόλο και τη δράση των υπουργών μας: είναι αυτοί και αναμένει κανείς από αυτούς να είναι καλοί διοικητές και διαχειριστές των πραγμάτων ή φορείς νέων ιδεών και παράγοντες αλλαγών και καινοτομίας στους τομείς ευθύνης τους;

Είναι γνωστή στη διοικητική επιστήμη η αναλυτική διάκριση ανάμεσα στους διοικητές και στους ηγέτες. Μια διάκριση που επανέρχεται στο προσκήνιο και αφορά τον ρόλο και τη δράση των κορυφαίων πολιτικών προσωπικοτήτων στη δημόσια ζωή της χώρας, των υπουργών (εν ενεργεία ή εν αναμονή). Ισως απαντήσει κανείς ότι χρειαζόμαστε και τους δύο τύπους πολιτικού: διοικητής (διαχειριστής) και ηγέτης. Ή έστω έναν κατάλληλο συνδυασμό αυτών των αρετών (της διοίκησης και της ηγεσίας) στα επιμέρους πρόσωπα, που ο πολίτης εμπιστεύεται για να χειρίζονται τα δημόσια προβλήματα και τις κρίσιμες υποθέσεις του κράτους. Οπότε το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακριβώς κάνει ο διοικητής (manager) υπουργός και τι ο ηγετικός πολιτικός.

Επιχειρώντας μιαν εντελώς συνοπτική αποτύπωση ενός σύνθετου προβληματισμού θα λέγαμε, εν πρώτοις, ότι ο διοικητικός υπουργός είναι στραμμένος στην επίλυση ή αντιμετώπιση των άμεσων και πρακτικών προβλημάτων στον τομέα ευθύνης του. Προκειμένου δε να το επιτύχει αυτό, συντονίζει και κατευθύνει τις ενέργειες των υφιστάμενων και λοιπών συνεργατών του στον οργανισμό, του οποίου προΐσταται.

Ισως δεν χρειάζεται, μάλιστα, κάποιο εξαιρετικό χάρισμα ή μεγαλοφυΐα για να διοικεί κανείς αποτελεσματικά και υπεύθυνα έναν δημόσιο οργανισμό, ούτε να έχει γεννηθεί με αυτό το ταλέντο. Η τέχνη αυτή διδάσκεται από την εμπειρία και τη συστηματική γνώση και εξοικείωση με το αντικείμενο. Ιδίως δε απαιτεί επιμονή, πείσμα, αφοσίωση στο καθήκον, αναλυτική ικανότητα, καλή θέληση και πνεύμα συνεργασίας, ώστε να κινητοποιούνται οι άνθρωποι στον κοινό σκοπό, να ελέγχονται σχετικά και να ενισχύονται (ενίοτε και να ψέγονται για σφάλματα ή παραλείψεις).

Θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι αυτή η εικόνα του υπουργού ως αποτελεσματικού διοικητή είναι όχι μόνο απαραίτητη (όσο και σπάνια), αλλά αντιστοιχεί και στα δεδομένα της δημοκρατικής μας κουλτούρας και νοοτροπίας. Ενας κανονικός άνθρωπος ίσος ή έστω πρώτος μεταξύ άλλων αναδεικνύεται με τη δική μας επιλογή και αυτήν του πρωθυπουργού σε μια θέση εξουσίας (του υπουργού) και ασκεί με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τα καθήκοντά του για ένα διάστημα, συνήθως σύντομο (κατά κανόνα μια τετραετία, παλαιότερα ήταν βραχύτερο).

Αρχειν και πράττειν

Το ζήτημα, ωστόσο, με τη διοικητική ή διαχειριστική αντίληψη των υπουργών είναι ότι παρά τη χρησιμότητά της ίσως δεν αρκεί για τις πολλαπλές απαιτήσεις μιας σύνθετης κοινωνίας και ενός πολιτικού συστήματος που δεν βρίσκεται απλώς στη φάση συντήρησης και αναπαραγωγής του, αλλά μάλλον δοκιμάζεται από μια κρίση αλλαγής και ριζικής μεταβολής του. Στις συνθήκες αυτές μάλλον δεν αρκεί η καλή, έστω, συντήρηση και διαχείριση του ισχύοντος και δεδομένου. Απαιτείται ο σχεδιασμός και η προώθηση του καινούργιου, εκείνου που έρχεται και όχι εκείνου που παρέρχεται.

Είναι γνωστό ότι οι οργανώσεις και μάλιστα οι ογκώδεις δημόσιοι οργανισμοί και οι υπηρεσίες με τη γραφειοκρατική λογική που διέπει τη λειτουργία τους τείνουν κατά κανόνα να προβάλλουν μιαν αντίσταση στις αλλαγές, μετατοπίζοντας το ισχύον σε δέον. Ακριβώς τότε είναι που απαιτείται το ηγετικό μοντέλο υπουργού, που να είναι σε θέση να κάμψει τη δύναμη αδράνειας της γραφειοκρατίας θέτοντάς τη σε νέα τροχιά λειτουργίας. Αντί να εγκλωβιστεί και ο ίδιος στη διαχειριστική λογική του συστήματος πρέπει να είναι σε θέση να το ρυμουλκήσει σε νέα επίπεδα και τρόπους λειτουργίας. Σε τούτο έγκειται εν τέλει και η διαφορά του ηγέτη από τον διαχειριστή. Ο πρώτος «άρχει» με τη διττή σημασία του όρου στα ελληνικά: αρχίζει κάποια πράγματα, οδηγεί και κατευθύνει τη συμπεριφορά προς αυτά και ως εκ τούτου κυβερνά. Ισως μάλιστα δεν μπορεί να υπάρξει το δεύτερο (κυβέρνηση) δίχως το πρώτο (καινοτομία). Με βάση και τη συνταγματική της θέση και αποστολή, «η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας», ενώ η διοίκηση εκτελεί και εφαρμόζει την κυβερνητική πολιτική στο πλαίσιο των νόμων. Αυτός που άρχει (κυβερνά), αρχίζει, εγκαινιάζει κάτι, και εκείνος που πράττει (η διοίκηση), εκτελεί και εφαρμόζει σύμφωνα με τις εντολές του πρώτου. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στη δημόσια πολιτική, όπως και στη ζωή, χρειαζόμαστε τόσο την αλλαγή όσο και τη σταθερότητα, τη σιγουριά. Δεδομένης όμως της δύναμης αδράνειας του ήδη γνωστού και ισχύοντος πάνω στο άγνωστο και επισφαλές καταλήγουμε συνήθως, ιδίως στα ογκώδη συστήματα της δημόσιας διοίκησης και της γραφειοκρατίας, περίπου να αναπαράγουμε και να διαιωνίζουμε τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες (άστοχες) λύσεις σε αυτά.

«Η σκέψη, η οποία παρήγαγε το ισχύον, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μεταβολή του», έγραφε ο Einstein. Τούτο ισχύει εν πολλοίς και για τη διοίκηση και την ηγεσία στην πολιτική σφαίρα. Ισως χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια κάπως μεγαλύτερη δοσολογία ηγετικού και ανανεωτικού στοιχείου στους υπουργικούς ρόλους και τα αξιώματα. Η ουσία της πολιτικής, έγραφε στην Ανθρώπινη Κατάσταση η Χάνα Αρεντ, είναι «το να γνωρίζει κανείς πώς να αρχίζει και πώς να κυβερνά στα σοβαρότερα προβλήματα με τη ματιά του προσηλωμένη τόσο στο επίκαιρο όσο και στο αιώνιο».

* Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Σίλβιο Μπερλουσκόνι: τα δημόσια και τα ιδιωτικά

Posted on Ιουλίου 23, 2009. Filed under: Μπερλουσκόνι, Πολιτική, Πολιτική υπέρβαση, Πολιτική ευθύνη |

Τα τελευταία δημοσιεύματα σχετικά με τις ερωτικές (πληρωμένες αδρά) περιπέτειες του πρωθυπουργού της Ιταλίας πλησιάζουν τα όρια της πορνογραφίας. Μεταξύ των άλλων, πληροφορηθήκαμε ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν… φοράει ποτέ προφυλακτικό, αλλά τα τοπ μόντελ με τα οποία (ξενο) κοιμάται δεν χρειάζεται να φοβούνται: Ο Σίλβιο είναι πολύ σχολαστικός με τις ιατρικές του εξετάσεις. Ολα αυτά τα φαιδρά θα ήταν τελείως αδιάφορα αν δεν μιλούσαμε για τον πρωθυπουργό μιας χώρας, της Ιταλίας.

Η περίπτωση Μπερλουσκόνι εγείρει ένα σοβαρό ζήτημα: τον ιδιωτικό βίο των δημόσιων ανδρών και κυρίως των πολιτικών ηγετών. Οι απόψεις διίστανται: κάποιοι λένε ότι ακόμα και ο πρόεδρος ή ο πρωθυπουργός μιας χώρας (όπως και ένας υπουργός) δικαιούται να έχει τη δική του ιδιωτική ζωή, η οποία δεν αφορά κανέναν παρά μόνον τον ίδιο – κάτι δηλαδή που ισχύει για τον απλό πολίτη. Η αντίθετη άποψη λέει ότι ένας δημόσιος ανήρ, ακριβώς επειδή διάγει δημόσιο βίο, οφείλει να δίνει το καλό παράδειγμα με την ιδιωτική του ζωή. Οταν τον περασμένο Δεκέμβριο βρέθηκα στην Πολωνία και είχα την ευκαιρία μιας συνέντευξης με τον στρατηγό Γιαρουζέλσκι, τον τελευταίο κομμουνιστή ηγέτη της χώρας, ρώτησα τον απλό κόσμο, κυρίως από τη νεότερη γενιά, πώς βλέπει τον γηραιό στρατηγό. Επικρατούσε γενικά θετική άποψη, παρότι ο Γιαρουζέλσκι συνδέθηκε στη συνείδηση του απλού Πολωνού με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου και ήταν ο ηγέτης ενός, στην ουσία, δικτατορικού καθεστώτος. Ο στρατηγός ζει λιτά, έλεγαν πολλοί Πολωνοί, ουδέποτε καταχράστηκε δημόσιο χρήμα, δεν πλούτισε. Ο μέσος πολίτης πάντα το εκτιμά αυτό, νιώθει ότι ο ηγέτης της χώρας του είναι έντιμος, ότι δεν ζει σε κάποιον γυάλινο πύργο. Οταν ο σημερινός Ελληνας πρωθυπουργός έκανε λόγο περί «σεμνότητας και ταπεινότητας» τον Μάρτιο του 2004, κάτι τέτοιο πρέπει να είχε κατά νουν. Αλλο αν δεν του βγήκε στην πορεία.

Η περίπτωση Μπερλουσκόνι όμως πάει το όλο ζήτημα ακόμα παραπέρα, μας βάζει σε μια πολύ ευαίσθητη περιοχή. Πολύ απλά: δικαιούται ένα δημόσιο πρόσωπο, άντρας ή γυναίκα, να έχει έντονη ή και παρεκκλίνουσα ερωτική ζωή; Ακόμα και αν είναι αποτελεσματικό και έντιμο στην πολιτική του; Σχετίζεται η αυστηρά προσωπική του ζωή με τη δημόσια εικόνα του; Οπως έχουμε δει, σχετίζεται: ο Αμερικανός πρόεδρος Κλίντον βρέθηκε υπόλογος στον αμερικανικό λαό εξαιτίας της παρασπονδίας του με τη Μόνικα Λουίνσκι. Βέβαια, αυτό που ενόχλησε τους Αμερικανούς ήταν όχι τόσο η απιστία όσο το ψέμα του (είχε αρχικά αρνηθεί τα πάντα).

Ομως το «πολιτικό κόστος» είναι το λιγότερο. Το πιο σοβαρό ζήτημα είναι το εξής: όταν ένα δημόσιο πρόσωπο έχει κάτι τέτοιο να κρύψει, καθιστά αυτομάτως τον εαυτό του ευάλωτο σε εκβιασμούς και τον θεσμό που εκπροσωπεί επίσης ευάλωτο στη γελοιοποίηση. Είχα τύχει σε μία πολύ έντονη συζήτηση σε μια συντροφιά την εποχή του σκανδάλου Ζαχόπουλου: Οι μεν υπερασπίζονταν το απαράβατο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, οι δε ισχυρίζονταν ακριβώς αυτό: Οταν έχεις κάτι να κρύψεις και κρατάς δημόσιο αξίωμα το πιθανότερο είναι να βρεθείς εγκλωβισμένος. Δεν είναι θέμα σεμνοτυφίας ή αδιακρισίας, είναι ζήτημα τακτικής ή απλώς ότι δεν μπορείς να έχεις και τα δύο. Ο δημόσιος βίος είναι αμείλικτος. Και ας μοιάζει φαιδρή η περίπτωση Μπερλουσκόνι.

  • Tου Hλια Mαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/07/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Από τον Κ. Καραμανλή στον Γεώργιο Ράλλη και στον Κώστα Σημίτη

Posted on Ιουνίου 23, 2009. Filed under: ΚΚΕ, Καραμανλής Κώστας, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ |

  • Γιατί παραιτούνται οι αρχηγοί κομμάτων
  • Του Κωνσταντινου Ζουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/6/2009

Εχει μεγάλο ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς τι οδηγεί εντέλει έναν αρχηγό κόμματος σε παραίτηση, όπως αυτή του κ. Αλέκου Αλαβάνου από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Μια εκλογική αποτυχία σίγουρα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, αλλά μείζονα ρόλο «παίζουν» βέβαια το πολιτικό, το κομματικό ή και το προσωπικό κριτήριο της πολιτικής επιβίωσης και υστεροφημίας. Σε κάθε περίπτωση χρήσιμη και αυτονόητη είναι εξαρχής μια διευκρίνιση: Αλλη πολιτική βαρύτητα έχει η παραίτηση των αρχηγών στα κόμματα εξουσίας κι άλλη στα μικρότερα, τα οποία καλώς ή κακώς επηρεάζουν λιγότερο τον ρουν των πραγμάτων.

Με τα δεδομένα αυτά είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι από τους έξι πρωθυπουργούς που είχε η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, δύο παραιτήθηκαν χωρίς να δώσουν μια εκλογική μάχη που όλα έδειχναν ότι θα χάσουν -Κων. Καραμανλής (1980) και Κώστας Σημίτης (2003)-, δύο αφού υπέστησαν μια δεινή ήττα -Γεώργιος Ράλλης (1981) και Κώστας Μητσοτάκης (1993)- και δύο για λόγους ανεξάρτητους των προθέσεών τους – Ανδρέας Παπανδρέου (1996) και Ξενοφώντας Ζολώτας (1990).

Κατά μια παράδοξη σύμπτωση, επίσης, δύο είναι μέχρι στιγμής οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης που παραιτήθηκαν χωρίς να κατορθώσουν να γίνουν πρωθυπουργοί (Ευάγγελος Αβέρωφ και Μιλτιάδης Εβερτ), ενώ ο αριθμός δύο φαίνεται να επηρεάζει και την πορεία της Αριστεράς: Τρεις αρχηγούς έχει αλλάξει το ΚΚΕ μεταπολιτευτικά (Χαρ. Φλωράκης, Γρηγόρης Φαράκος και Αλέκα Παπαρήγα), ενώ και ο Συνασπισμός (ΣΥΡΙΖΑ) θα μπορούσε να αναζητήσει τα κατά καιρούς προβλήματά του στο μοντέλο της… δυαρχίας στην ηγεσία του (Χαρ. Φλωράκης – Λεωνίδας Κύρκος παλαιότερα, Αλέκος Αλαβάνος – Αλέξης Τσίπρας σήμερα).

Πέραν ωστόσο των προφανώς αυθαίρετων αυτών διαπιστώσεων, μια σύντομη αναδρομή στους λόγους και κυρίως στον τρόπο που επέλεξαν να αποχωρήσουν οι πρωταγωνιστές της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας, είναι χωρίς άλλο διδακτική για τη θέση που εκ των υστέρων κατέχουν στη συλλογική μνήμη.

Ετσι ενώ για παράδειγμα ο ιδρυτής της Ν.Δ. Κων. Καραμανλής και ο Κώστας Σημίτης είναι οι μόνοι πρωθυπουργοί που προτίμησαν να παραιτηθούν πριν από μια εκλογική δοκιμασία, μόνον στον δεύτερο καταλογίζεται μέχρι σήμερα φυγομαχία. Και τούτο διότι ο Καραμανλής παραιτήθηκε μεν πριν από τις εκλογές του 1981, αλλά έχοντας ήδη προσδιορίσει τον επόμενο πολιτικό στόχο που πέτυχε: διά της «μετακόμισής» του στην Προεδρία της Δημοκρατίας να μην ανατραπούν από τον Ανδρέα Παπανδρέου μείζονες επιλογές του, όπως η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Ενώ στον αντίποδα ο Κώστας Σημίτης όχι μόνον δεν απέφυγε να του χρεωθεί η συντριβή του ΠΑΣΟΚ το 2004, αλλά κατηγορήθηκε σφοδρότατα και για τον τρόπο που μεθόδευσε τη διαδοχή του. Το περιβόητο δακτυλίδι που έδωσε στο Γ. Παπανδρέου μέχρι πρότινος ήταν αιτία να επικρίνεται και από σημαίνοντα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ενώ για αρκετό καιρό επισκίασε ακόμη και τα αδιαμφισβήτητα πρωθυπουργικά του επιτεύγματα.

Για παρεμφερείς λόγους άλλωστε ελέγχεται σήμερα και ο κ. Αλ. Αλαβάνος. Οι σύντροφοί του δεν τον καλούν μόνον να εξηγήσει τους πολιτικούς (και όχι προσωπικούς) λόγους της παραίτησής του, αλλά και την επιλογή του να επιβάλλει σε ανύποπτο χρόνο στο τιμόνι του Συνασπισμού τον κ. Αλέξη Τσίπρα. Πόσω μάλλον όταν τον αμφισβητεί σήμερα, όπως μέχρι πρότινος ο κ. Σημίτης τον κ. Γ. Παπανδρέου…

Η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου είναι εντελώς διαφορετική. Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ υποχρεώθηκε μέσα στο νοσοκομείο να υπογράψει το κείμενο της παραίτησής του από την πρωθυπουργία, όταν επείσθη ότι οι δυνάμεις δεν του επέτρεπαν να συνεχίσει. Ενδεικτικό ωστόσο της «εξάρτησής» του με την εξουσία, είναι ότι ουδέποτε παραιτήθηκε και από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη και σήμερα οι Τηλ. Χυτήρης και Νίκος Αθανασάκης κρατούν ως επτασφράγιστο μυστικό τι τους είχε εκμυστηρευθεί ότι θα πράξει στο Συνέδριο του 1993, που έμελλε να διεξαχθεί μία μόλις μέρα μετά τον θάνατό του.

Ο Κώστας Μητσοτάκης από την άλλη πλευρά παραιτήθηκε, ως γνωστόν, αφού υπέστη δεινή εκλογική ήττα το 1993, την οποία εξακολουθεί να αποδίδει σε εσωτερική υπονόμευση και όχι σε σφάλματα της δικής του κυβέρνησης. Ο ιστορικός του μέλλοντος, ωστόσο, είναι βέβαιο ότι θα αναζητήσει και τους πολιτικούς λόγους που ο Κ.Μητσοτάκης δεν ξαναδιεκδίκησε την ηγεσία της Ν.Δ. παραδίδοντας επί της ουσίας αμαχητί την ηγεσία της Ν.Δ. στον Μιλτ. Εβερτ. Ο δε τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο μόνος μαζί με τον Ευάγγελο Αβέρωφ που δεν κατόρθωσε να φτάσει ως αρχηγός της αντιπολίτευσης στην εξουσία. Ο μεν Μιλτ. Εβερτ παραιτήθηκε μετά την ήττα του από τον Κώστα Σημίτη το 1996, ο δε Ευ. Αβέρωφ παρέδωσε την ηγεσία της Ν.Δ. όταν έχασε τις ευρωεκλογές του 1984, αλλά ο πραγματικός λόγος -που δεν έκρυψε- ήταν η βεβαρημένη υγεία του.

Στα αξιοσημείωτα τέλος της σύντομης αυτής αναδρομής είναι ο παραλληλισμός που θα μπορούσε να γίνει στην πορεία του Γεωργίου Ράλλη και του κ. Γιώργου Παπανδρέου. Αμφότεροι ανέλαβαν την ηγεσία των κομμάτων τους προ μιας βέβαιης και προεξοφλημένης ήττας. Ο Γ. Ράλλης ωστόσο καίτοι εκ των πραγμάτων δεν έφταιγε, παραιτήθηκε αμέσως μετά τη συντριβή της Ν.Δ. το 1981. Ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε εντέλει να διεκδικεί την εξουσία έχοντας υποστεί τρεις εκλογικές ήττες, γεγονός που δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ελληνική ιστορία…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η επικίνδυνη απαξίωση των πολιτικών

Posted on Μαΐου 31, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη |

  • Tου Νικου Κωνστανταρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Στη Βρετανία τις τελευταίες εβδομάδες πολίτες κυνηγούν βουλευτές στον δρόμο, φωνάζοντας «είστε βρωμιάρηδες». Αλλοι τους στέλνουν απειλητικά μηνύματα· πολλοί λένε ότι θα ψηφίσουν μικρά κόμματα για να τιμωρήσουν τα μεγάλα. Αποκαλύψεις για τα έξοδα δεύτερης κατοικίας των βουλευτών -τα οποία συμπεριλάμβαναν από γελοιότητες έως απάτη- έχουν προκαλέσει τέτοια οργή που πολλοί μιλούν για επανάσταση. Πανικόβλητοι, ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν και ο ηγέτης των Συντηρητικών, Ντέιβιντ Κάμερον, υπόσχονται ριζικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Ο Μάικλ Μάρτιν έγινε ό πρώτος πρόεδρος της Βουλής των Κοινοτήτων σε 300 χρόνια που εξαναγκάζεται σε παραίτηση και τουλάχιστον άλλοι δέκα βουλευτές αποσύρονται από την πολιτική. Οι Βρετανοί πολιτικοί πράγματι προκάλεσαν το κοινό αίσθημα με τον τρόπο με τον οποίοι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν τα χρήματα των ψηφοφόρων, αλλά είναι προφανές ότι αυτή η λαϊκή οργή πρέπει να έχει βαθύτερες ρίζες.

Οσο μεγαλώνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας (και κάθε ένας χωριστά) τόσο θα μεγαλώνει η οργή των πολιτών και η απαίτησή τους για λύσεις. Επειδή οι λύσεις δεν μπορούν παρά να είναι επώδυνες, θα δημιουργούνται εντάσεις συνεχώς, μαζί με ξεσπάσματα οργής, είτε για πολιτικές επιλογές είτε ως αντίδραση για τη συμπεριφορά κάποιας μερίδας της κοινωνίας. Αυτό μάλλον προκαλεί τη μαζική υστερία που βλέπουμε σήμερα στη Βρετανία και, ίσως, καταδεικνύει ότι τα πολιτικά συστήματα σήμερα έχουν φθάσει σε αδιέξοδο: όταν οι βουλευτές και οι κυβερνήσεις χάσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, πώς θα λυθούν τα προβλήματα;

Στην Ελλάδα είναι φανερό ότι οι πολιτικοί είναι αμήχανοι μπροστά στα μεγάλα προβλήματα που συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια. Η μικρή πολιτική σκηνή και η ζωηρή πολιτική συνείδηση των πολιτών δημιουργούν μια οικειότητα ανάμεσα στους ψηφοφόρους και τους εκπροσώπούς τους. Γνωρίζουμε τους βουλευτές μας, τους αξιολογούμε άμεσα και έχουμε απαιτήσεις από αυτούς. Αλλά, όπως λένε οι Εγγλέζοι, η οικειότητα οδηγεί στην απέχθεια: ενώ οι ψηφοφόροι πιστεύουν ότι οι εκπρόσωποί τους μπορούν να κάνουν τα πάντα (αρκεί να το θέλουν), με την ίδια ευκολία πιστεύουν ότι οι πολιτικοί είναι όλοι φαύλοι ή ανίκανοι. Εχουμε δει αρκετά σκάνδαλα και κουκουλώματα, για να είναι διάχυτη η αίσθηση ότι «όλοι τα παίρνουν».

Αυτή η κατηγορία είναι υπερβολική, αλλά είναι και άκρως επικίνδυνη: από τη μια, δημιουργεί ένα κλίμα όπου και αυτός που «δεν τα παίρνει» αισθάνεται απομονωμένος (ίσως και κορόιδο ή ψώνιο) και μπορεί κάποια στιγμή να παρασυρθεί και αυτός· από την άλλη, η ατμόσφαιρα γενικευμένης σήψης κρατάει μακριά από την πολιτική ανθρώπους που θα είχαν κάτι να προσφέρουν. Το πεδίο αφήνεται είτε στις μετριότητες είτε σε χαρισματικούς (με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται).

Οι κοινωνίες μας αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα σε κάθε επίπεδο – από τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών μέχρι αυτές της οικονομικής κρίσης. Οι εντάσεις αυξάνονται εντός συνόρων και στις διπλωματικές σχέσεις χωρών, με διενέξεις για πόρους και με την αναβίωση του προστατευτισμού. Η συγκυρία απαιτεί στιβαρούς χειρισμούς. Αλλά την ίδια ώρα, είτε είναι ικανοί είτε είναι ανεπαρκείς, οι πολιτικοί είναι συνεχώς εκτεθειμένοι στην κρίση, στη χλεύη και στην οργή των πολιτών. Παλαιότερα, πριν τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, οι πολιτικοί βρίσκονταν μακριά από τον λαό, χωρίς να λογοδοτούν για την κάθε τους πράξη και απραξία. Σήμερα, οι ψηφοφόροι είναι καλύτερα ενημερωμένοι και άκρως απαιτητικοί – δεν θα ανεχτούν αποφάσεις ή συμπεριφορές που δεν τους αρέσουν. Αλλά επειδή είναι επιτακτική ανάγκη να κυβερνηθεί μια κοινωνία, οι επιλογές που υπάρχουν είναι: να συμφιλιωθούμε με το σύστημα που έχουμε και ο λαός και οι πολιτικοί να προσπαθήσουν να βρουν τον δρόμο τους· να διαλυθούμε σε μια Βαβέλ από πολλά μικρά κόμματα· να επιστρέψουμε σε αυταρχικές μορφές εξουσίας· να παραδοθούμε σε μεγαλύτερους, περιφερειακούς οργανισμούς οι οποίοι θα παίρνουν τις αποφάσεις που δεν μπορούν οι πολιτικοί μας. Μπροστά σε αυτές τις επιλογές, το σημερινό σύστημα είναι η καλύτερη βάση για να αντιμετωπίσουμε το μέλλον. Αλλά πρώτα οι πολιτικοί θα πρέπει να κερδίσουν και πάλι την εμπιστοσύνη των λαών. ΄Η η δημοκρατία θα γίνει καλύτερη ή θα υποφέρουμε όλοι.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η φάρσα συνεχίζεται

Posted on Μαΐου 16, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική υπέρβαση, Πολιτική ευθύνη |

  • Θυμάμαι παραμονές των εκλογών του 2000, σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή προεκλογικού χαρακτήρα, την κυρία Ντόρα Μπακογιάννη να δίνει μια γενναία μάχη για να πείσει τους πολίτες να επιστρέψουν στη Νέα Δημοκρατία. Μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό μειδίαμα αυτοπεποίθησης, εξηγούσε ότι την αυθεντική συνταγή μιας φιλελεύθερης διακυβέρνησης, τα κρίσιμα μυστικά, τα κατέχει η Ν.Δ. και όχι το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη.
  • Με άλλα λόγια, η κυρία Μπακογιάννη, σε ελαφρά απόγνωση τότε, έλεγε κάτι που έμοιαζε λογικό: εάν επιθυμείτε μια κυβέρνηση που αποσύρει από παντού το κράτος και λατρεύει την ελεύθερη αυτορρυθμιζόμενη αγορά, που υποκλίνεται στην Δημοκρατία των χρηματιστηρίων, ελάτε σ’ εμάς. Εμείς ξέρουμε, το ΠΑΣΟΚ είναι καινούργιο σ’ αυτά τα κόλπα, είναι ερασιτέχνες, ψηφίστε τους επαγγελματίες. Τέτοια έλεγε η υπουργός, αλλά ως γνωστόν η ψυχή των ψηφοφόρων είναι άβυσσος, εξ ου και τα επιχειρήματά της δεν μετέπεισαν την κρίσιμη μάζα που εκλέγει κυβερνήσεις. Η πλειοψηφία των πολιτών προτίμησε να ακούει για μιαν ακόμη τετραετία την «κούρσα» της Σοφοκλέους με σοσιαλιστική προφορά. Ο Κ. Καραμανλής πήρε το μήνυμα, παραμονές των εκλογών του 2004 μάλιστα, στην τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη αυτοπροσδιορίστηκε στην κλίμακα αριστεράς – δεξιάς ως κεντροαριστερός! Η Νέα Δημοκρατία είχε επιτέλους αποκτήσει σοσιαλιστή αρχηγό…
  • Τα υπόλοιπα τα ξέρετε, είναι οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενός κατήφορου που συνεχίζεται, ενώ οι ρήτορες ουρλιάζουν εμπρός στα μικρόφωνα. Τους πιστεύει κανείς; Παρακολουθεί άραγε κανείς αυτή τη χιλιοπαιγμένη φάρσα των μπερδεμένων ρόλων; Τον αναβαπτισμένο στα «σοσιαλιστικά ιδεώδη» Γιώργο Παπανδρέου και τον καπετάνιο της «ευθύνης» και του «χρέους» Κ. Καραμανλή;
  • Εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κόμματα εξουσίας που γέρασαν μέσα στις αμαρτίες τους, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων οδεύει περίπου υπνωτισμένη, μοιραία, στην ίδια μοιραία λύση: το μη χείρον. Πόσο μπαϊλντισμένοι είναι οι υπόλοιποι φαίνεται από το ότι το μόνο κόμμα που παρουσιάζει δυναμική ανόδου είναι αυτό των Οικολόγων. Αγνώστων λοιπών στοιχείων… Η ελληνική δημοκρατία έχει επείγουσα ανάγκη μιας τρίτης λύσης.
  • Tου Σωκρατη Τσιχλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/5/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Υπάρχουν και χειρότερα

Posted on Μαΐου 16, 2009. Filed under: Πολιτική, Πολιτική ευθύνη, Σπατάλη, Σκάνδαλα |

  • Παμπάλαιη η συνήθεια του ανθρώπου να παρηγοριέται βλέποντας το χειρότερο να πλήττει άλλους κι όχι τον ίδιο. Για ψευτοπαραμυθία πρόκειται, αλλά μιας και ο βίος, ατομικός και συλλογικός, δεν έχει πολλή παρηγοριά να προσφέρει ο βίος, από κάπου πρέπει να πιαστούμε. Νά, τώρα, με όσα μαθαίνουμε για την Αγγλία, με πρωταγωνιστές βουλευτές και υπουργούς των δύο μεγάλων κομμάτων, δεν γίνεται να μη σκάσει λίγο το χειλάκι μας στη σκέψη πως υπάρχουν και χειρότερα.
  • Οι δικοί μας πολιτικοί, όσο μπορεί να γνωρίζει κανείς με τόσες συγκαλυπτήριες επιχειρήσεις κι όσο μπορεί να θυμάται με καταπονημένη τη βομβαρδισμένη μνήμη του, ούτε όλοι ενδίδουν ούτε χρεώνουν στην πεφιλημένη τους πατρίδα τα έξοδα για την κοπριά του αλόγου τους. Μα εδώ, θα πείτε, δεν είναι ανεπτυγμένη η ιπποτροφία, δεν βρισκόμαστε στην αρχαία Αθήνα, άρα τι να χρεώσει κάποιος θωκοκένταυρος άνευ ίππου. Ενας τέτοιος υπαινιγμός, όμως, θα ήταν κακοήθης. Διότι οι δικοί μας βουλευτές ούτε τα έξοδα για την αλλαγή των επίπλων τους ή για τον καλλωπισμό του κήπου τους χρεώνουν στους φορολογούμενους ούτε όταν βάζουν οικολογικές λάμπες επιβαρύνουν το Δημόσιο με την περιβαλλοντική τους ευαισθησία. Κι αν βρεθούν στην ανάγκη να φωνάξουν τον γνωστό «Αχόρταγο» να επαναφέρει σε κανονικό ρυθμό το αποχετευτικό τους σύστημα, ε, διάβολε, κατανοούν ότι αυτήν την αποφρακτική επέμβαση δεν υποχρεούται να την πληρώσει το έθνος, όπως στην Αγγλία.
  • Κάτι πολυτελέστατα ταξίδια στο εξωτερικό υπουργών που εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να γευτούν μια ζωή που τα οικονομικά τους δεν θα την άντεχαν, ε, τα πληρώνουμε κι εμείς, στα δε βουλευτικά προνόμια συγκαταλέγονται διευκολυνσούλες άλλου τύπου, λ. χ. υπεραυτοκίνητα σε σκοτωμένη τιμή ή γραμματειακή υποστήριξη, τουτέστιν πρόσληψη συγγενών. Αλλά ώς εκεί. Διότι μόλις ακουστεί κάτι επιβαρυντικό για κάποιον πολιτικό, πάραυτα ο αρχηγός του τον κατακεραυνώνει. Παράδειγμα ο κ. Καραμανλής που, αυστηρότατος, έβαλε στη θέση του τον κ. Στυλιανίδη μόλις έγινε θόρυβος για τα παρισινά του μεγαλεία. Ακόμα να συνέλθει ο υπουργός από την κατσάδα.
  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/5/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το πολιτικό δράμα και η Ανάσταση…

Posted on Απρίλιος 19, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη |

Kάποτε τα πολιτικά μας κόμματα σέβονταν «τα μπάνια του λαού». Φέτος δεν σεβάστηκαν ούτε το Πάσχα των Ελλήνων, κορυφώνοντας τη διαμάχη τους. Π.χ. με το τροπάριο τής εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής, τη Μ. Τρίτη, ακούσαμε και τον κ. Γιώργο Παπανδρέου να ανακράζει: «Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, όπως ισχυρίζεται η Ν.Δ.». Ομως ακριβώς αυτό καταλογίζει η συντριπτική πλειοψηφία των συνελλήνων στα δύο κόμματα εξουσίας. Σκάνδαλα είχαμε επί ΠΑΣΟΚ, έχουμε και επί Ν.Δ. Οι κυβερνήσεις Σημίτη κατηγορούσαν τη Ν.Δ. ότι προσπαθούσε να ποινικοποιήσει την πολιτική ζωή και καλούσε τους καταγγέλλοντας, αν έχουν στοιχεία να τα καταθέσουν στον εισαγγελέα. Η Ν.Δ. ανταπαντούσε πως με τη στάση του αυτή το ΠΑΣΟΚ απέβλεπε στη συγκάλυψη και στην παραγραφή των σκανδάλων.

Ακριβώς το ίδιο έργο «παίζεται» και σήμερα, με μόνη διαφορά την αλλαγή των ρόλων του «διεφθαρμένου» και του «εξυγιαντή». Το σενάριο είναι απαράλλακτα ίδιο, όπως και η σκηνοθεσία. Λες και οι πρωταγωνιστές έχουν την εντύπωση πως απευθύνονται σ’ ένα κοινό άμνημον, άκριτο και ηλίθιο. Οι θεατές του έργου έχουν λησμονήσει την προ εξαετίας εξαγγελία του κ. Παπανδρέου για «τομές, ρήξεις και ανατροπές», έναντι του αμαρτωλού παρελθόντος του κόμματός του. Δεν διαθέτουν τη στοιχειώδη λογική και κρίση να διαπιστώσουν ότι ο «δακτυλιοδέκτης» της αρχηγίας του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνον ουδέν έπραξε, αλλά έσπευσε να συγκαλύψει ακόμη και την ομολογημένη περίπτωση δωροληψίας του κ. Τσουκάτου. Αντίστοιχα οι ίδιοι θεατές πρέπει να εξακολουθήσουν αενάως να εμπιστεύονται τη «μηδενική ανοχή» της Ν.Δ. στην διαφθορά, να παραμένουν ακλόνητοι στην άποψη ότι ο κ. Καραμανλής είναι ο «καταλληλότερος πρωθυπουργός», να επιδεικνύουν ιώβειο υπομονή, ωσότου πολλοί καβαλημένοι υπουργοί του ξεπεζέψουν στη σεμνότητα και ταπεινότητα.

Δεν γνωρίζω αν η Ν.Δ. επικαλείται το «όλοι ίδιοι είμαστε», ως ελαφρυντικό. Η επίκληση, όμως, είναι ταυτόσημη με το «αυτή είναι η Ελλάδα», που «συμπέρανε» προ 8ετίας ο κ. Σημίτης. Με άλλους λόγους ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. μάς ζητούν να δεχθούμε μια σαπρόφιλη κατάσταση, την οποία τα ίδια δημιούργησαν και αλληλοδιαδόχως νέμονται, ως ενδημική και αναπόφευκτη. Κάτι σαν φυσικό φαινόμενο, σαν αναπότρεπτη θεομηνία. Το ιλαροτραγικό δε είναι ότι η πασχαλινή διαμάχη των δύο κομμάτων διεξάγεται στο πεδίο του «έγκαιρου» καταλογισμού των σκανδάλων και του «κινδύνου» παραγραφής. Εμείς δε, αμνήμονες, άκριτοι και ηλίθιοι, οφείλουμε να αγνοήσουμε το πραγματικό αίτιο της «διαμάχης». Δηλαδή την εσπευσμένη και σκανδαλώδη παραγραφή της ποινικής ευθύνης υπουργών που θέσπισαν, εν αγαστή συμπνοία, τα πολιτικά μας κόμματα στο ισχύον Σύνταγμα. Οτι με πρόσχημα τη «μη ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής», οιονεί προτίμησαν να πολιτικοποιήσουν το υπουργικό ποινικό κακούργημα…

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως η μεγαλεπήβολη εξαγγελία του κ. Καραμανλή για επανίδρυση του κράτους, υποκαθίσταται τώρα με την ανάγκη επανίδρυσης της Ν.Δ. Τώρα, που το «σύστημα ΠΑΣΟΚ»… συστηματοποιήθηκε και από τη Ν.Δ., υπάρχουν, ευτυχώς, στελέχη και στα δύο μεγάλα κόμματα, που όχι μόνον αρνούνται να το υπηρετήσουν, αλλά και το καταγγέλλουν. Αρκούν, όμως, τα στελέχη αυτά για να επιβάλουν στις ηγεσίες τους την επανίδρυση των κομμάτων τους. Το πνεύμα της Λαμπρής μάς υπαγορεύει ελπίδα και αισιοδοξία. Προσωπικά, πάντως, προτιμώ την ευχή «Καλή Ανάσταση», από το «Χριστός Ανέστη»…

  • Toυ Σταμου Zουλα, Η Καθημερινή, 18/04/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

« Προηγούμενες Καταχωρίσεις

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...