Πολιτική υπέρβαση

Σίλβιο Μπερλουσκόνι: τα δημόσια και τα ιδιωτικά

Posted on Ιουλίου 23, 2009. Filed under: Μπερλουσκόνι, Πολιτική, Πολιτική υπέρβαση, Πολιτική ευθύνη |

Τα τελευταία δημοσιεύματα σχετικά με τις ερωτικές (πληρωμένες αδρά) περιπέτειες του πρωθυπουργού της Ιταλίας πλησιάζουν τα όρια της πορνογραφίας. Μεταξύ των άλλων, πληροφορηθήκαμε ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν… φοράει ποτέ προφυλακτικό, αλλά τα τοπ μόντελ με τα οποία (ξενο) κοιμάται δεν χρειάζεται να φοβούνται: Ο Σίλβιο είναι πολύ σχολαστικός με τις ιατρικές του εξετάσεις. Ολα αυτά τα φαιδρά θα ήταν τελείως αδιάφορα αν δεν μιλούσαμε για τον πρωθυπουργό μιας χώρας, της Ιταλίας.

Η περίπτωση Μπερλουσκόνι εγείρει ένα σοβαρό ζήτημα: τον ιδιωτικό βίο των δημόσιων ανδρών και κυρίως των πολιτικών ηγετών. Οι απόψεις διίστανται: κάποιοι λένε ότι ακόμα και ο πρόεδρος ή ο πρωθυπουργός μιας χώρας (όπως και ένας υπουργός) δικαιούται να έχει τη δική του ιδιωτική ζωή, η οποία δεν αφορά κανέναν παρά μόνον τον ίδιο – κάτι δηλαδή που ισχύει για τον απλό πολίτη. Η αντίθετη άποψη λέει ότι ένας δημόσιος ανήρ, ακριβώς επειδή διάγει δημόσιο βίο, οφείλει να δίνει το καλό παράδειγμα με την ιδιωτική του ζωή. Οταν τον περασμένο Δεκέμβριο βρέθηκα στην Πολωνία και είχα την ευκαιρία μιας συνέντευξης με τον στρατηγό Γιαρουζέλσκι, τον τελευταίο κομμουνιστή ηγέτη της χώρας, ρώτησα τον απλό κόσμο, κυρίως από τη νεότερη γενιά, πώς βλέπει τον γηραιό στρατηγό. Επικρατούσε γενικά θετική άποψη, παρότι ο Γιαρουζέλσκι συνδέθηκε στη συνείδηση του απλού Πολωνού με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου και ήταν ο ηγέτης ενός, στην ουσία, δικτατορικού καθεστώτος. Ο στρατηγός ζει λιτά, έλεγαν πολλοί Πολωνοί, ουδέποτε καταχράστηκε δημόσιο χρήμα, δεν πλούτισε. Ο μέσος πολίτης πάντα το εκτιμά αυτό, νιώθει ότι ο ηγέτης της χώρας του είναι έντιμος, ότι δεν ζει σε κάποιον γυάλινο πύργο. Οταν ο σημερινός Ελληνας πρωθυπουργός έκανε λόγο περί «σεμνότητας και ταπεινότητας» τον Μάρτιο του 2004, κάτι τέτοιο πρέπει να είχε κατά νουν. Αλλο αν δεν του βγήκε στην πορεία.

Η περίπτωση Μπερλουσκόνι όμως πάει το όλο ζήτημα ακόμα παραπέρα, μας βάζει σε μια πολύ ευαίσθητη περιοχή. Πολύ απλά: δικαιούται ένα δημόσιο πρόσωπο, άντρας ή γυναίκα, να έχει έντονη ή και παρεκκλίνουσα ερωτική ζωή; Ακόμα και αν είναι αποτελεσματικό και έντιμο στην πολιτική του; Σχετίζεται η αυστηρά προσωπική του ζωή με τη δημόσια εικόνα του; Οπως έχουμε δει, σχετίζεται: ο Αμερικανός πρόεδρος Κλίντον βρέθηκε υπόλογος στον αμερικανικό λαό εξαιτίας της παρασπονδίας του με τη Μόνικα Λουίνσκι. Βέβαια, αυτό που ενόχλησε τους Αμερικανούς ήταν όχι τόσο η απιστία όσο το ψέμα του (είχε αρχικά αρνηθεί τα πάντα).

Ομως το «πολιτικό κόστος» είναι το λιγότερο. Το πιο σοβαρό ζήτημα είναι το εξής: όταν ένα δημόσιο πρόσωπο έχει κάτι τέτοιο να κρύψει, καθιστά αυτομάτως τον εαυτό του ευάλωτο σε εκβιασμούς και τον θεσμό που εκπροσωπεί επίσης ευάλωτο στη γελοιοποίηση. Είχα τύχει σε μία πολύ έντονη συζήτηση σε μια συντροφιά την εποχή του σκανδάλου Ζαχόπουλου: Οι μεν υπερασπίζονταν το απαράβατο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, οι δε ισχυρίζονταν ακριβώς αυτό: Οταν έχεις κάτι να κρύψεις και κρατάς δημόσιο αξίωμα το πιθανότερο είναι να βρεθείς εγκλωβισμένος. Δεν είναι θέμα σεμνοτυφίας ή αδιακρισίας, είναι ζήτημα τακτικής ή απλώς ότι δεν μπορείς να έχεις και τα δύο. Ο δημόσιος βίος είναι αμείλικτος. Και ας μοιάζει φαιδρή η περίπτωση Μπερλουσκόνι.

  • Tου Hλια Mαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/07/2009
Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η φάρσα συνεχίζεται

Posted on Μαΐου 16, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική υπέρβαση, Πολιτική ευθύνη |

  • Θυμάμαι παραμονές των εκλογών του 2000, σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή προεκλογικού χαρακτήρα, την κυρία Ντόρα Μπακογιάννη να δίνει μια γενναία μάχη για να πείσει τους πολίτες να επιστρέψουν στη Νέα Δημοκρατία. Μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό μειδίαμα αυτοπεποίθησης, εξηγούσε ότι την αυθεντική συνταγή μιας φιλελεύθερης διακυβέρνησης, τα κρίσιμα μυστικά, τα κατέχει η Ν.Δ. και όχι το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη.
  • Με άλλα λόγια, η κυρία Μπακογιάννη, σε ελαφρά απόγνωση τότε, έλεγε κάτι που έμοιαζε λογικό: εάν επιθυμείτε μια κυβέρνηση που αποσύρει από παντού το κράτος και λατρεύει την ελεύθερη αυτορρυθμιζόμενη αγορά, που υποκλίνεται στην Δημοκρατία των χρηματιστηρίων, ελάτε σ’ εμάς. Εμείς ξέρουμε, το ΠΑΣΟΚ είναι καινούργιο σ’ αυτά τα κόλπα, είναι ερασιτέχνες, ψηφίστε τους επαγγελματίες. Τέτοια έλεγε η υπουργός, αλλά ως γνωστόν η ψυχή των ψηφοφόρων είναι άβυσσος, εξ ου και τα επιχειρήματά της δεν μετέπεισαν την κρίσιμη μάζα που εκλέγει κυβερνήσεις. Η πλειοψηφία των πολιτών προτίμησε να ακούει για μιαν ακόμη τετραετία την «κούρσα» της Σοφοκλέους με σοσιαλιστική προφορά. Ο Κ. Καραμανλής πήρε το μήνυμα, παραμονές των εκλογών του 2004 μάλιστα, στην τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη αυτοπροσδιορίστηκε στην κλίμακα αριστεράς – δεξιάς ως κεντροαριστερός! Η Νέα Δημοκρατία είχε επιτέλους αποκτήσει σοσιαλιστή αρχηγό…
  • Τα υπόλοιπα τα ξέρετε, είναι οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενός κατήφορου που συνεχίζεται, ενώ οι ρήτορες ουρλιάζουν εμπρός στα μικρόφωνα. Τους πιστεύει κανείς; Παρακολουθεί άραγε κανείς αυτή τη χιλιοπαιγμένη φάρσα των μπερδεμένων ρόλων; Τον αναβαπτισμένο στα «σοσιαλιστικά ιδεώδη» Γιώργο Παπανδρέου και τον καπετάνιο της «ευθύνης» και του «χρέους» Κ. Καραμανλή;
  • Εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κόμματα εξουσίας που γέρασαν μέσα στις αμαρτίες τους, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων οδεύει περίπου υπνωτισμένη, μοιραία, στην ίδια μοιραία λύση: το μη χείρον. Πόσο μπαϊλντισμένοι είναι οι υπόλοιποι φαίνεται από το ότι το μόνο κόμμα που παρουσιάζει δυναμική ανόδου είναι αυτό των Οικολόγων. Αγνώστων λοιπών στοιχείων… Η ελληνική δημοκρατία έχει επείγουσα ανάγκη μιας τρίτης λύσης.
  • Tου Σωκρατη Τσιχλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/5/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Τα όρια της κοινής λογικής

Posted on Απρίλιος 5, 2009. Filed under: Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτική υπέρβαση | Ετικέτες: |


Tου Γιωργου Παγουλατου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05/04/2009

Να συμφωνήσουμε σε ένα πράγμα: σε μια περίοδο ανομίας, είναι χρήσιμη η επίκληση της κοινής λογικής, ιδίως όταν προέρχεται από δημόσια πρόσωπα παραδειγματικής αξίας και ακεραιότητας. Πράγματι, το κοινό αίσθημα παρακολουθεί με απόγνωση τους τελευταίους μήνες διάφορους αυτόκλητους νταήδες να βιαιοπραγούν και να τα σπάνε στο όνομα της επανάστασης. Η επιβολή του κράτους δικαίου είναι η τελευταία γραμμή άμυνας της κοινής λογικής. Ομως, η κοινή λογική ως οδηγός πολιτικής δράσης έχει τα όριά της.

Το ελληνικό πρόβλημα διακυβέρνησης δεν είναι πρόβλημα αποτύπωσης της κοινής λογικής αλλά ενάρετης διαπαιδαγώγησης και καθοδήγησής της. Το «κοινό αίσθημα» εμποδίζει τόσα χρόνια την επίλυση του ασφαλιστικού. Η κυρίαρχη «κοινή λογική» (και η αντίστοιχη των απέναντι) κρατάει την Ελλάδα 18 χρόνια καθηλωμένη στο αδιέξοδο του «Μακεδονικού». Η ηγεσία μας εφαρμόζει με ταπεινότητα το δόγμα του συντηρητικού πρωθυπουργού Ντισραέλι: «Πρέπει να ακολουθήσω τον λαό μου, είμαι ο ηγέτης του!».

Δεν είναι μία και ενιαία η κοινή λογική. Αλλάζει με τη διαφορετική δόμηση και πλαισίωση (framing) των ζητημάτων. Πάρτε την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την εξίσωση ορίων συνταξιοδότησης ανδρών – γυναικών. Εχουν δικαίωμα 27 ξένοι δικαστές να επιβάλουν σε χιλιάδες Ελληνίδες μητέρες πότε θα συνταξιοδοτηθούν, ακυρώνοντας τους νόμους της ελληνικής πολιτείας; Σε μια τέτοια διατύπωση η «κοινή λογική» θα απαντούσε με ένα βροντερό ΟΧΙ! Μπορεί όμως η Ελλάδα να είναι ισότιμο μέλος της Ε. Ε., καρπούμενη τις ωφέλειες, και να παραβιάζει τις αποφάσεις κοινοτικών οργάνων, το κοινοτικό δίκαιο και την αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών; ΟΧΙ, θα απαντούσε η «κοινή λογική»! Διαφορετική δόμηση του ζητήματος, διαφορετικές απαντήσεις.

Στην πολιτική αρένα αντιπαρατίθενται διαφορετικές «αφηγήσεις» και ερμηνείες όψεων της ίδιας πραγματικότητας. Κάθε πλευρά υποστηρίζει ότι έχει την κοινή λογική με το μέρος της. Ποια «αφήγηση» επικρατεί εξαρτάται από το ποιες όψεις υπερισχύουν στην εκάστοτε συγκυρία. Αμέσως μετά τον φόνο του δεκαπεντάχρονου μαθητή, η κοινή λογική, το «κοινό αίσθημα», αναζητούσε κάποιον να «μαζέψει» τους Ράμπο της αστυνομίας. Μερικές ημέρες αργότερα, η ίδια κοινή λογική απορούσε και απαιτούσε: μα δεν υπάρχει αστυνομικός να αντιμετωπίσει τους κουκουλοφόρους καταστροφείς; Η κοινή λογική εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα.

Η κοινή λογική συχνά σφάλλει. Αν οι πολίτες αυξήσουν την αποταμίευσή τους σε περίοδο ύφεσης, τότε η πτώση της συνολικής ζήτησης θα τους καταστήσει όλους φτωχότερους. Η κοινή λογική δεν οδηγεί πάντα στις συλλογικά καλύτερες λύσεις. Η κοινή λογική μού υπαγορεύει να συνεχίσω να ρυπαίνω, αφού η επίδραση της αντι-οικολογικής συμπεριφοράς μου στο σύνολο είναι αμελητέα. Το επιχείρημα «και αν όλοι έκαναν το ίδιο;» είναι εξόφθαλμα παράλογο, αφού το τι θα κάνουν οι άλλοι δεν εξαρτάται από το τι κάνω εγώ. Για τέτοια προβλήματα χρειάζονται ηγεσίες που έξυπνα υποκινούν τους πολίτες σε συλλογικά επωφελείς συμπεριφορές. Στο βιβλίο τους «Nudge» (Yale University Press, 2008), οι Thaler & Sunstein δείχνουν πώς οι κυβερνώντες αξιοποιούν τη λειτουργία της κοινής λογικής. Σε ένα πλαίσιο «φιλελεύθερου πατερναλισμού» δρουν ως «αρχιτέκτονες επιλογών», υποκινώντας τους πολίτες να αποφασίζουν ελεύθερα εκείνο που είναι καλύτερο για τους ίδιους και το κοινωνικό σύνολο.

Η κοινή λογική είναι ενστικτωδώς συντηρητική, υπερασπίζεται την αδράνεια και το status quo. Ενας κοινωνικός κομφορμισμός οδηγεί τους ανθρώπους να συντάσσονται με την πλειοψηφία. (Η περίφημη «παράσταση νίκης» αυξάνει το προβάδισμα του κόμματος που προηγείται στις δημοσκοπήσεις). Η «κοινή λογική» εναντιώθηκε σθεναρά στις πρωτοποριακές οικιστικές μεταρρυθμίσεις του Στέφανου Μάνου. Οταν το ΠΑΣΟΚ, το 1982, εκσυγχρόνισε το οικογενειακό δίκαιο καθιερώνοντας τον πολιτικό γάμο, η «κοινή λογική» απάντησε ότι το μέτρο ήταν άχρηστο, αφού η συντριπτική πλειοψηφία εξακολουθούσε να παντρεύεται με θρησκευτικό γάμο.

Η κοινή λογική δεν βοηθά στην επίλυση δημοκρατικών διλημμάτων. Αντιμέτωπη με έκρηξη εγκληματικότητας είναι έτοιμη να δεχθεί εκπτώσεις στα δικαιώματα. Κάποτε ονειρευόταν «έναν λοχία να μας σώσει». Η κοινή λογική δεν αντιλαμβάνεται γιατί ένας αποτρόπαιος δολοφόνος πρέπει -μέχρι την καταδίκη του- να αναφέρεται ως «φερόμενος ως δράστης», να απολαμβάνει δικονομικές εγγυήσεις και προστασία προσωπικότητας. Δεν θα ήθελα από οποιαδήποτε κοινή λογική να υπαγορεύει στην κυβέρνηση πώς θα αντιμετωπίζει τους ανεπιθύμητους μετανάστες, τους κουκουλοφόρους ή τους εγκληματίες. Γι’ αυτό οι δημοκρατίες μας αναθέτουν αυτή τη δουλειά σε ψύχραιμους θεσμούς και ισορροπημένους κανόνες του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.

Κάποτε βέβαια αυτό το κράτος δικαίου αποτυγχάνει. Τότε όμως δεν φταίει η έλλειψη κοινής λογικής. Απλώς κάποιοι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Πολιτική υπέρβαση με συναίνεση

Posted on Ιανουαρίου 9, 2009. Filed under: Πολιτική υπέρβαση | Ετικέτες: |

Tης Ριτσας Μασουρα, Η Καθημερινή, 08/01/2009

Η δημοσκόπηση της Pubic Issue είναι σαφής. Τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα, βασικοί θεσμοί της νεωτερικής κοινωνίας, δεν απολαμβάνουν την εκτίμηση της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας γι’ αυτό και κατατάσσονται τελευταία και κάθιδρα στον κατάλογο των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Βεβαίως, οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν τις τάσεις της κοινωνίας τη στιγμή που διεξάγονται. Ναι, το γνωρίζουμε, όπως επίσης γνωρίζουμε ότι είμαστε λαός ευμετάβολος και συναισθηματικά φορτισμένος, που αναδεικνύει ή απαξιώνει με την ίδια ευκολία πολιτικά πρόσωπα, κόμματα και θεσμούς. Ομως, ανεξάρτητα από τα γονιδιακά μας «ατού», το μήνυμα των δημοσκοπήσεων υπάρχει και απευθύνεται ως νοερό βομβίδιο προς τους νόμιμους αποδέκτες, τους πολιτικούς, υπενθυμίζοντας ότι οφείλουν να αναθεωρήσουν τις θέσεις τους πάραυτα. «Επαΐοντες της πολιτικής είστε, κύριοι, αλλά δεν αρκεί να είστε, πρέπει και να το δείχνετε», είναι η ουσία του μηνύματος.

Ιστορικά, όλοι γνωρίζουμε το πώς τα πολιτικά κόμματα διολίσθησαν στην ουρά της ελληνικής κοινωνίας. Οι διαπιστώσεις και οι περιγραφές, όμως, είναι η εύκολη υπόθεση. Το δύσκολο είναι να συμφωνήσουμε ότι υπό τις παρούσες συνθήκες απαιτούνται σημαντικές υπερβάσεις εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού, προκειμένου να συντελεστεί στοιχειώδης αναθεώρηση της πολιτικής, η οποία θα συνοδευτεί και από αλλαγή της δικής μας κατεστημένης νοοτροπίας. Να σπάσει επιτέλους το σπυρί της ήσσονος προσπάθειας, της αναξιοκρατίας, της υπόγειας συναλλαγής, της ρουσφετολογίας και της πελατειακής σχέσης. Στο κάτω κάτω ξεπερασμένες μέθοδοι δεν είναι όλες αυτές;

Το ερώτημα είναι αν θα αφήσουμε τις αναγκαίες υπερβάσεις να υπαγορευτούν από τις οργανωμένες μειοψηφίες και μόνο. Οι οργανωμένες μειοψηφίες συνήθως φωνασκούν υπερβολικά πολύ και κατά έναν περίεργο τρόπο είναι πεπεισμένες ότι εκπροσωπούν τη μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία, η οποία είτε έχει παραιτηθεί είτε λέει το τετριμμένο: «Ας βγάλει κάποιος άλλος τα κάστανα από τη φωτιά». Πιστεύουν επίσης ότι διαθέτουν το know how των πράξεων ακραίας διαμαρτυρίας και νομίζουν ότι εντυπωσιάζουν. Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, επιδεικνύουν έναν λανθάνοντα δονκιχωτισμό, ο οποίος δημιουργεί παραπλανητικές εικόνες. Κυρίως, όμως, λησμονούν ότι αυτή η βαρετή σιωπηλή πλειοψηφία έχει επιλέξει να εκφράζει την άποψή της ανά τετραετία και μάλιστα ενώπιον της κάλπης. Ναι, τόσο απλά και δημοκρατικά. Βεβαίως, ιστορικά κι αυτό θα ήταν τεράστιο λάθος να το υποβαθμίζουμε, οι δυναμικές μειοψηφίες αναλάμβαναν ρόλο μπροστάρη, διαταράσσοντας την τυπική κοινωνική στασιμότητα. Κι ήταν κυρίως οι νέοι άνθρωποι που διψούσαν για οτιδήποτε καινούργιο, όταν το καινούργιο φάνταζε ως απευκταίο κακό στα μάτια των παλαιότερων.

Στο λεξιλόγιό μας υπάρχει η μαγική λέξη συναίνεση, εχθρική για τους νέους, αρεστή στους μεγαλύτερους. Ομως οι καιροί υποκρύπτουν τεράστιες δυσκολίες και η διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων χρειάζεται ανοικτά μυαλά, ευέλικτους πολιτικούς και συναίνεση στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Σε κάποια θέματα υπάρχουν συναινετικές κινήσεις, όπως στην Ολυμπιακή ή στα λιμάνια…

Αλλά αρκεί αυτό; Ενδεχομένως θα ήταν άκαιρη η δημιουργία στο άμεσο μέλλον μεγάλου συνασπισμού κατά τα γερμανικά πρότυπα (η ελληνική εμπειρία του ’89 αποτελεί κακό προηγούμενο) ή η αντιγραφή των μεθόδων Σαρκοζί, ο οποίος ενέταξε στο κυβερνητικό έργο του σημαντικές προσωπικότητες του σοσιαλιστικού χώρου. Αλλά μια ενδιάμεση πρόταση που δεν θα αλλοίωνε τη γενικότερη φιλοσοφία των κυβερνητικών προγραμμάτων, δεν θα περιόριζε τη δημοκρατική εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, αλλά θα έδιδε βιώσιμες διεξόδους, θα μπορούσε αν μη τι άλλο να συζητηθεί. H πολιτική υπέρβαση δεν παύει να είναι ζητούμενο. Ας μην την αφήσουμε μόνο στις οργανωμένες μειοψηφίες.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...