Πολιτικό σύστημα

Αν ο πρωθυπουργός τολμούσε μετάνοια

Posted on Ιουλίου 27, 2009. Filed under: Γιανναράς Χρήστος, Νέα Δημοκρατία, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

Η λογική των δημοσκοπήσεων και η οξυδέρκεια του κοινού αισθήματος το βεβαιώνουν: Αποκλείεται η σημερινή κυβέρνηση να κερδίσει τις προσεχείς εκλογές, όποτε και αν διεξαχθούν.

Αυτή η βεβαιότητα, για έναν ταλαντούχο και φιλόδοξο ηγέτη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόκληση: Στους μήνες που του απομένουν (επτά μέχρι το εκβιαστικό τελεσίγραφο του αντιπάλου του) να τολμήσει όσες μεταρρυθμιστικές τομές απέφευγε έως τώρα, τρέμοντας το «πολιτικό κόστος».

Το πολιτικό κόστος το έχει τελεσίδικα εισπράξει, το προκάλεσαν η ατολμία και η ανικανότητα, όχι οι σθεναρές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Τα προγνωστικά δεν ανατρέπονται, ο πρωθυπουργός θα γυρίσει οριστικά στο σπίτι του. Εκ των πραγμάτων, το δίλημμά του είναι: αν θα γυρίσει με την αξιοπρέπεια του ηγέτη που, έστω την τελευταία στιγμή, τόλμησε τα καίρια ή με το ισόβιο πια στίγμα του αποτυχημένου. Θα τον έχει κατατροπώσει ο πιο μειονεκτικός αντίπαλος που θα μπορούσε ποτέ να του τύχει.

Το ενδεχόμενο να τολμήσει ο σημερινός πρωθυπουργός την τελευταία στιγμή, το αποκλείουν όλα τα δεδομένα: Δεν τόλμησε τα καίρια και ουσιώδη εφτά χρόνια ως ηγέτης της αντιπολίτευσης και πέντε χρόνια ως πρωθυπουργός, θα τολμήσει τους τελευταίους εφτά μήνες πριν το τέλος; Δεν έχει τον ψυχισμό που απαιτείται για να διακινδυνεύσει τομές, δεν είχε ποτέ ουσιαστικές φιλοδοξίες, όραμα που να τον συνεπαίρνει. Στη ζωή του δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει ποτέ για τίποτα, γεννήθηκε με όνομα που του εξασφάλιζε κάθε μέρα τον πρώτο λαχνό του λαχείου, βρέθηκε να διαχειρίζεται την πρωθυπουργική μοναρχία, όπως άλλοι κληρονομούν τράπεζα ή εργοστάσιο.

Παρόλα αυτά, η ανάλυση του ουτοπικού ενδεχομένου να τολμήσει ο πρωθυπουργός στο τελευταίο επτάμηνο τα καίρια, δεν είναι περιττή και άγονη, τουλάχιστον για τη θεωρητική σκέψη. Αξίζει τον κόπο να προβληματιστούμε κυρίως: ποια είναι τα καίρια και ουσιώδη που ο πρωθυπουργός θα άξιζε, για την υστεροφημία του, να επιχειρήσει.

Εχουν εντοπιστεί πάμπολλες φορές, επί πολλά τώρα χρόνια: Καίρια και ουσιώδη τολμήματα που περίμενε η ελληνική κοινωνία από τον πρωθυπουργό ήταν τα δημιουργικά αντίμετρα για την ανατροπή των κοινωνικών εγκλημάτων της εικοσαετίας του ΠΑΣΟΚ (και η λέξη εγκλήματα κυριολεκτεί).

Περίμενε η κοινωνία την αποκατάσταση αξιοκρατικής ιεραρχίας στον δημόσιο βίο, στη λειτουργία του κράτους. Αποκατάσταση ελέγχου και αξιολόγησης της ποιότητας, της ικανότητας, της εργατικότητας.

Την εξάλειψη του αμοραλιστικού λαϊκισμού που έχει βυθίσει το κράτος σε εφιαλτική υπερχρέωση και έχει αλλοτριώσει τον συνδικαλισμό σε παρακρατική εξουσία γκανγκστερικών εκβιασμών.

Τον δραστικό κοινωνικό έλεγχο των ασύδοτων ιδιωτικών ΜΜΕ και της διαχείρισης του επαγγελματικού «αθλητισμού» από μαστόρους της κοινωνικής αποχαύνωσης.

Την ανάσχεση της διάλυσης και του ευτελισμού της σχολικής και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Αυτά τα (ενδεικτικά) κοινωνικά εγκλήματα, που η ψήφος του λαού απαιτούσε να αντιμετωπίσει με ριζοσπαστικές τομές ο πρωθυπουργός, είναι τα στοιχεία ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ, συγκροτούν την «πολιτική» του φυσιογνωμία. Η «Νέα Δημοκρατία» όχι μόνο δεν τα κατάγγειλε ποτέ και δεν τα αντιπάλεψε, αλλά τα υιοθέτησε σιωπηρώς και απολύτως, τα συντήρησε επιμελέστατα για δικό της ποταπό κομματικό όφελος και για να μην τυχόν δυσαρεστήσει ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που ευελπιστούσε να προσεταιριστεί. Ο εκπασοκισμός της Ν. Δ., από την εποχή της αρχηγίας Μητσοτάκη, είναι το πιο νοσηρό σύμπτωμα του πολιτικού μας βίου: Ο αμοραλισμός και ο μηδενισμός έγιναν μονόδρομος. Το διαβόητο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού αποτέλεσε τη συμβολική ένδειξη της πολιτικής σύμπλευσης των δύο «κομμάτων εξουσίας».

Να ανακρούσει πρύμνα ο σημερινός πρωθυπουργός, να προσδώσει πολιτική ιδιοπροσωπία στη Ν. Δ. μέσα σε επτά μήνες, με ριζικές τομές, να ανασκευάσει τα παγιωμένα πια κοινωνικά εγκλήματα του ΠΑΣΟΚ, είναι σαφώς ουτοπικό ενδεχόμενο. Αν, όμως, κατανοούσε έστω για ποια θέματα εδώ μιλάμε, θα μπορούσε να προβάλει την αντίρρηση: Με την οριακή πλειοψηφία των εκατό πενήντα ενός (151) βουλευτών, ποιος ηγέτης, ακόμα και ο πιο ταλαντούχος, θα ήταν δυνατό να τολμήσει τομές;

Η αντίρρηση λησμονεί ότι το θεωρητικό μας σχήμα προϋποθέτει ηγέτη όχι μόνο ταλαντούχο και δημιουργικά φιλόδοξο, αλλά επιπλέον και βεβαιωμένον για την αποτυχία του. Επομένως, έτοιμον να ρισκάρει τα πάντα, αφού δεν θα έχει να χάσει παρά μόνο τον ιστορικό διασυρμό του. Γνώρισμα των αληθινών ηγετών και τεκμήριο μεγαλείου είναι η δημόσια αναγνώριση των λαθών και η ομολογία αποτυχίας.

Αν ήταν, λοιπόν, αληθινός ηγέτης ο σημερινός πρωθυπουργός θα ζητούσε τη λαϊκή έγκριση για τις τομές τις ικανές να απαλλάξουν την ελληνική κοινωνία από τα θεσμοποιημένα πασοκικά εγκλήματα. Εγκριση όχι με εκλογές, που παγιδεύουν τη λαϊκή βούληση στα δόλια τεχνάσματα των «επικοινωνιολόγων». Εγκριση με έγκυρη δημοσκόπηση. Αν εγκρίνει ο λαός ή αν απορρίπτει την αξιοκρατία. Τον ακομμάτιστο και μη επαγγελματικό συνδικαλισμό. Τον κοινωνικό έλεγχο αξιοπιστίας, ποιότητας, γλωσσικής ορθότητας των ΜΜΕ. Την κατάργηση του κρατικού τζόγου και της κρατικής προστασίας του εξηλιθιωτικού «φιλαθλητισμού» Τη ριζική, από τα θεμέλια αναδόμηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Τον θεσμικό χωρισμό του κράτους από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα.

Αν η δημοσκόπηση δώσει σε τέτοιες τομές το κύρος πλειοψηφικής λαϊκής απαίτησης, η οριακή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο δεσμεύεται, κατά τεκμήριο, να συμπράξει χωρίς αποστασίες. Αλλά και να υπάρξουν εξαγορασμένοι αποστάτες, την υστεροφημία του ο πρωθυπουργός θα την έχει κερδίσει.

Σε εφτά μήνες προλαβαίνουν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμιστικές τομές σε τόσο καίριους τομείς του κοινωνικού βίου; Ισως ναι, ίσως όχι. Προλαβαίνει όμως η εξαγγελία και η ανάληψη της προσπάθειας με επιστράτευση της καλύτερης ανθρώπινης ποιότητας που διαθέτει η ελληνική κοινωνία έξω από τα πασιφανώς σάπια «κόμματα εξουσίας» να αλλάξει ριζικά την εικόνα του σημερινού πρωθυπουργού, αλλά και την πολιτική φυσιογνωμία του οριστικά χρεοκοπημένου κόμματός του.

Το σενάριο είναι εντελώς, μα εντελώς ουτοπικό, στην κυριολεξία όνειρο θερινής νυκτός. Ρεαλιστική πρόβλεψη είναι ότι ο πρωθυπουργός θα προκηρύξει εκλογές το φθινόπωρο, λιγότερο πιθανό, τον Μάρτιο. Με τον φαλκιδευμένο εκλογικό νόμο πρωθυπουργός θα αναδειχθεί ο θλιβερός ολίγιστος – οι ανά τον κόσμο «Φιλέλληνες» θα καγχάσουν σαρδόνια με τον παρακμιακό αυτεξευτελισμό του Ελληνισμού. Το ψυχορράγημα θα συνεχιστεί, άγνωστο ώς πότε. Ανεπαισθήτως.

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/07/2009
Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Οι φάκελοι κάηκαν…

Posted on Ιουλίου 17, 2009. Filed under: Κοινωνία, Οικονομία, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/07/2009

Eνα σωρό πράγματα αγοράσαμε με το πρόσχημα των Ολυμπιακών, αυτό το παμφάγο «όραμα», κι ένα σωρό κτίρια χτίσαμε. Τα σύνεργα που αποκτήσαμε, υποτίθεται, «για την τρομοκρατία» είτε αποδείχθηκαν άχρηστα και περιττά είτε απλώς έδωσαν την ευκαιρία στους εμπλακέντες να απολαύσουν τις μίζες τους, και είμαστε τώρα με την αγωνία ποιοι από τους νομείς της εξουσίας, οι πρωην ή οι νυν, λαδώθηκαν περισσότερο. Οσο για τα γήπεδα και τα στάδια, και από αυτά τα μισά ήταν περιττά· αρκούσαν οι πρόχειρες λυόμενες κατασκευές, οι οποίες όμως ήταν πολύ λιγότερο δαπανηρές, άρα πολύ λιγότερο αποδοτικές για όσους έχουν συνηθίσει να απομυζούν δημόσιο χρήμα για να ανταμείβουν έτσι το εθνικό τους φιλότιμο. Τους Ολυμπιακούς τους πληρώσαμε πανάκριβα, και συνεχίζουμε να τους πληρώνουμε. Και για να υπάρξει φαίνεται μια κάποια απόσβεση, η καλή μας η κυβέρνηση αποφάσισε να χρησιμοποιούνται οι κάμερες παντού και με οποιαδήποτε αφορμή, και βέβαια δίχως την άδεια εισαγγελέα.

Σύμφωνα με έναν παλιό θρύλο -τι παλιό δηλαδή, πενταετή- οι κάμερες αυτές αγοράστηκαν για να διευκολυνθεί η διαχείριση της κυκλοφορίας των οχημάτων, εξ ου και η ονομασία τους. Οι κυβερνητικοί ορκίζονταν ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ για άλλον σκοπό, πονηρό, και ότι πάντοτε θα ζητούν την άδεια του εισαγγελέα και τη σύμφωνη γνώμη της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η δικαιοδοσία της οποίας πάντως, όπως και των άλλων ανεξάρτητων αρχών, έχει συρρικνωθεί. Οσοι δεν έχουν πάει ποτέ σε διαδήλωση ή, οι παλαιότεροι, έχουν να πάνε από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όταν ήταν κι αυτοί αμπεχονόβιοι και δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα πόσο ηδονικό είναι να σε ντύνουν δέκα μεγάλοι και τρανοί οίκοι μόδας και να πέφτει η διαφήμισή τους ζευγαρωμένη με το σπουδαίο τηλεοπτικό σου όνομα, δεν έχουν τίποτα να φοβούνται.

Οσοι ωστόσο δεν πιστεύουν πως η Ιστορία τελείωσε μαζί με τη μικροϊστορία της αφεντιάς τους και συνεχίζουν να παίρνουν τους δρόμους, ξέρουν ότι μία στις δύο φορές θα λουστούν με δακρυγόνα και καπνογόνα, χωρίς αιτία κι αφορμή. Ξέρουν επίσης ότι μία στις πέντε φορές δεν θα αντέξουν τη δακρυγόνο επίθεση ούτε τις επίσης άνευ αιτίας και αφορμής ροπαλιές, και ή θα στρέψουν ανοιχτή την παλάμη τους κατά των ΜΑΤ (αλλά αυτό είναι περιύβριση αρχής) ή, οι πιο θυμωμένοι, ίσως πετάξουν κάνα μπουκάλι ή νεράντζι. Και αυτό δεν είναι απλώς περιύβριση αρχής, είναι αντίσταση κατά της αρχής. Με μια καλή διαχείριση των εικόνων που θα έχουν καταγράψει οι κάμερες, θα βρεθείς τυλιγμένος σε βιντεοταινίες που θα σε εμφανίζουν σαν τον Καπετάν Μοβόρο της Σταδίου ή της Πατησίων. Αν έτυχε μάλιστα δύο μήνες νωρίτερα να σε συλλάβουν για κάνα φοβερό και τρομερό πλημμέλημα και κράτησαν το DNA σου, όπως ο νόμος πλέον ορίζει, ο νόμος του γενικευμένου ηλεκτρονικού φακελώματος δηλαδή, τότε μαύρο φίδι που σ’ έφαγε. Εσένα του καημένου άλλωστε, του κανονικού ανθρώπου, πού να σου βρεθούν λεφτά για να προσλάβεις «γνωστό ποινικολόγο».

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ισχυρές δονήσεις σ’ όλα τα κόμματα

Posted on Ιουνίου 28, 2009. Filed under: Ευρωεκλογές, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

  • Toυ Σταμου Zουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/6/2009

Tα όσα ταραχώδη και «αναπροσαρμοστικά» συμβαίνουν μετά τις ευρωεκλογές στα πολιτικά μας κόμματα, με εξαίρεση τον ΛΑΟΣ, καταδεικνύουν έκπληξη και αιφνιδιασμό. Με άλλους λόγους πιστοποιούν ότι οι κομματικές ηγεσίες ζούσαν αρειμανίως στον κόσμο τους. Διαμόρφωναν την πολιτική τους με τα πεπαλαιωμένα στερεότυπα, περί Δεξιάς, Κέντρου και Αριστεράς, προσπαθώντας να εξηγήσουν και τα σημερινά προβλήματα με τις ιδεολογικοπολιτικές αγκυλώσεις του παρελθόντος. Το κυριότερο δε είναι ότι διαμόρφωναν και την πολιτική τους με εξ ίσου παρωχημένες αντιλήψεις. Αίφνης, η Ν.Δ. διακατεχόταν από την εμμονή της καλύψεως και της εκφράσεως του «μεσαίου χώρου». Πίστευε ότι η ύπαρξη του ΛΑΟΣ της προσέδιδε καθαρότητα κεντρώας πολιτικής και αποκήρυττε εκ προοιμίου κάθε θέση του κόμματος αυτού ως ακροδεξιά ή φασίζουσα. Το ΠΑΣΟΚ, έχοντας διέλθει μια εξαετή περίοδο παρακμής και συγχύσεως, έδειξε σαφή τάση επιστροφής στην ανδρεοπαπανδρεϊκή περίοδο, ιδίως όταν διαπίστωσε τις απώλειές του από τη δημοσκοπική πομφόλυγα Τσίπρα. Το ίδιο συνέβη και με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πίστεψε πως η εκτίναξή του στο 18%, που κατεγράφη προ έτους, αποτελούσε τελεσίδικη στροφή του εκλογικού σώματος προς αριστερά. Προσπάθησε, μάλιστα, και να την κεφαλαιοποιήσει, με την «εξέγερση της νεολαίας» τον Δεκέμβριο. Τέλος το ΚΚΕ παρέμεινε -ο μόνος στον κόσμο- νοσταλγός του σοβιετικοσταλινικού κλέους.

Κάπως έτσι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ήλθε σαν ηχηρό (άραγε και αφυπνιστικό;) χαστούκι. Με εξαίρεση τον «νικητή» ΛΑΟΣ, τα τέσσερα μεγαλύτερα κόμματα «έχασαν» συνολικά, έναντι των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, 2.480.000 ψηφοφόρους. Πολλοί υποστηρίζουν πως το αποτέλεσμα υποδηλώνει αναβίωση υπερσυντηρητικών τάσεων στο εκλογικό σώμα. Με δεδομένο ότι η «έκπληξη» ήταν και πανευρωπαϊκή. Διότι συνολικά τα κόμματα της σοσιαλιστικής και δημοκρατικής Κεντροαριστεράς μόλις ξεπέρασαν το 21%, ενώ η Κεντροδεξιά, στην οποία εν πολλοίς χρεώνεται και η παγκόσμια οικονομική κρίση, άγγιξε το 40%. Ακριβώς, όμως, η αντίφαση αυτή αποδυναμώνει δραστικά τα περί υπερσυντηρητικής στροφής. Και η άποψη αυτή φαίνεται να στηρίζεται σε παρωχημένα στερεότυπα. Το πιθανότερο είναι ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων στην Ευρώπη, όπως και στη χώρα μας, έχουν απεξαρτηθεί από τις ιδεοληψίες του παρελθόντος. Εχουν προ πολλού διαπιστώσει ότι τα προβλήματά τους δεν θα επιλυθούν με προκατασκευασμένες συνταγές, αφού, άλλωστε, τα κόμματά «τους» απέτυχαν να τα προβλέψουν και να τα αποτρέψουν. Ψηφίζουν, έτσι, αδέσμευτα και περιστασιακά, όποιον θεωρούν ότι αναδεικνύει έστω, χωρίς πολιτικούς στρουθοκαμηλισμούς και ιδεολογικές παρωπίδες, τα δυσχερέστατα προβλήματα που τους ταλανίζουν. Εστω και αν αυτός δεν παρέχει τα εχέγγυα να τα διαχειρισθεί και να τα επιλύσει.

Κάπως έτσι -στα καθ’ ημάς- οι τέσσερις «μεγάλοι ηττημένοι» των ευρωεκλογών είναι ισομερώς συνυπεύθυνοι για τη «νίκη» του ΛΑΟΣ. Οι «χαμένοι» είτε απέφυγαν να δουν τα προβλήματα αυτά κατά πρόσωπο, είτε -το χειρότερο- επιχείρησαν να τα καπηλευθούν και να τα αξιοποιήσουν ψηφοθηρικά. Ετσι, στην κάλπη τιμωρήθηκε και η ατολμία και η καπηλεία. Το «δίδαγμα» αφορά εξίσου τη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά. Επομένως, αυτοί οι οποίοι ανέδειξαν στις 7 Ιουνίου τον κ. Καρατζαφέρη τροπαιούχο, φυσικά είναι οι τελευταίοι που έχουν το δικαίωμα να ερμηνεύουν ιδεολογικοπολιτικά την εκλογική του πελατεία. Και φυσικά είναι οι πρώτοι που έχουν την υποχρέωση να την «αποχρωματίσουν», συγχρόνως δε να την καταστήσουν πρόσκαιρη και ανεπανάληπτη…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Από τον Κ. Καραμανλή στον Γεώργιο Ράλλη και στον Κώστα Σημίτη

Posted on Ιουνίου 23, 2009. Filed under: ΚΚΕ, Καραμανλής Κώστας, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ |

  • Γιατί παραιτούνται οι αρχηγοί κομμάτων
  • Του Κωνσταντινου Ζουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/6/2009

Εχει μεγάλο ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς τι οδηγεί εντέλει έναν αρχηγό κόμματος σε παραίτηση, όπως αυτή του κ. Αλέκου Αλαβάνου από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Μια εκλογική αποτυχία σίγουρα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, αλλά μείζονα ρόλο «παίζουν» βέβαια το πολιτικό, το κομματικό ή και το προσωπικό κριτήριο της πολιτικής επιβίωσης και υστεροφημίας. Σε κάθε περίπτωση χρήσιμη και αυτονόητη είναι εξαρχής μια διευκρίνιση: Αλλη πολιτική βαρύτητα έχει η παραίτηση των αρχηγών στα κόμματα εξουσίας κι άλλη στα μικρότερα, τα οποία καλώς ή κακώς επηρεάζουν λιγότερο τον ρουν των πραγμάτων.

Με τα δεδομένα αυτά είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι από τους έξι πρωθυπουργούς που είχε η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, δύο παραιτήθηκαν χωρίς να δώσουν μια εκλογική μάχη που όλα έδειχναν ότι θα χάσουν -Κων. Καραμανλής (1980) και Κώστας Σημίτης (2003)-, δύο αφού υπέστησαν μια δεινή ήττα -Γεώργιος Ράλλης (1981) και Κώστας Μητσοτάκης (1993)- και δύο για λόγους ανεξάρτητους των προθέσεών τους – Ανδρέας Παπανδρέου (1996) και Ξενοφώντας Ζολώτας (1990).

Κατά μια παράδοξη σύμπτωση, επίσης, δύο είναι μέχρι στιγμής οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης που παραιτήθηκαν χωρίς να κατορθώσουν να γίνουν πρωθυπουργοί (Ευάγγελος Αβέρωφ και Μιλτιάδης Εβερτ), ενώ ο αριθμός δύο φαίνεται να επηρεάζει και την πορεία της Αριστεράς: Τρεις αρχηγούς έχει αλλάξει το ΚΚΕ μεταπολιτευτικά (Χαρ. Φλωράκης, Γρηγόρης Φαράκος και Αλέκα Παπαρήγα), ενώ και ο Συνασπισμός (ΣΥΡΙΖΑ) θα μπορούσε να αναζητήσει τα κατά καιρούς προβλήματά του στο μοντέλο της… δυαρχίας στην ηγεσία του (Χαρ. Φλωράκης – Λεωνίδας Κύρκος παλαιότερα, Αλέκος Αλαβάνος – Αλέξης Τσίπρας σήμερα).

Πέραν ωστόσο των προφανώς αυθαίρετων αυτών διαπιστώσεων, μια σύντομη αναδρομή στους λόγους και κυρίως στον τρόπο που επέλεξαν να αποχωρήσουν οι πρωταγωνιστές της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας, είναι χωρίς άλλο διδακτική για τη θέση που εκ των υστέρων κατέχουν στη συλλογική μνήμη.

Ετσι ενώ για παράδειγμα ο ιδρυτής της Ν.Δ. Κων. Καραμανλής και ο Κώστας Σημίτης είναι οι μόνοι πρωθυπουργοί που προτίμησαν να παραιτηθούν πριν από μια εκλογική δοκιμασία, μόνον στον δεύτερο καταλογίζεται μέχρι σήμερα φυγομαχία. Και τούτο διότι ο Καραμανλής παραιτήθηκε μεν πριν από τις εκλογές του 1981, αλλά έχοντας ήδη προσδιορίσει τον επόμενο πολιτικό στόχο που πέτυχε: διά της «μετακόμισής» του στην Προεδρία της Δημοκρατίας να μην ανατραπούν από τον Ανδρέα Παπανδρέου μείζονες επιλογές του, όπως η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Ενώ στον αντίποδα ο Κώστας Σημίτης όχι μόνον δεν απέφυγε να του χρεωθεί η συντριβή του ΠΑΣΟΚ το 2004, αλλά κατηγορήθηκε σφοδρότατα και για τον τρόπο που μεθόδευσε τη διαδοχή του. Το περιβόητο δακτυλίδι που έδωσε στο Γ. Παπανδρέου μέχρι πρότινος ήταν αιτία να επικρίνεται και από σημαίνοντα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ενώ για αρκετό καιρό επισκίασε ακόμη και τα αδιαμφισβήτητα πρωθυπουργικά του επιτεύγματα.

Για παρεμφερείς λόγους άλλωστε ελέγχεται σήμερα και ο κ. Αλ. Αλαβάνος. Οι σύντροφοί του δεν τον καλούν μόνον να εξηγήσει τους πολιτικούς (και όχι προσωπικούς) λόγους της παραίτησής του, αλλά και την επιλογή του να επιβάλλει σε ανύποπτο χρόνο στο τιμόνι του Συνασπισμού τον κ. Αλέξη Τσίπρα. Πόσω μάλλον όταν τον αμφισβητεί σήμερα, όπως μέχρι πρότινος ο κ. Σημίτης τον κ. Γ. Παπανδρέου…

Η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου είναι εντελώς διαφορετική. Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ υποχρεώθηκε μέσα στο νοσοκομείο να υπογράψει το κείμενο της παραίτησής του από την πρωθυπουργία, όταν επείσθη ότι οι δυνάμεις δεν του επέτρεπαν να συνεχίσει. Ενδεικτικό ωστόσο της «εξάρτησής» του με την εξουσία, είναι ότι ουδέποτε παραιτήθηκε και από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη και σήμερα οι Τηλ. Χυτήρης και Νίκος Αθανασάκης κρατούν ως επτασφράγιστο μυστικό τι τους είχε εκμυστηρευθεί ότι θα πράξει στο Συνέδριο του 1993, που έμελλε να διεξαχθεί μία μόλις μέρα μετά τον θάνατό του.

Ο Κώστας Μητσοτάκης από την άλλη πλευρά παραιτήθηκε, ως γνωστόν, αφού υπέστη δεινή εκλογική ήττα το 1993, την οποία εξακολουθεί να αποδίδει σε εσωτερική υπονόμευση και όχι σε σφάλματα της δικής του κυβέρνησης. Ο ιστορικός του μέλλοντος, ωστόσο, είναι βέβαιο ότι θα αναζητήσει και τους πολιτικούς λόγους που ο Κ.Μητσοτάκης δεν ξαναδιεκδίκησε την ηγεσία της Ν.Δ. παραδίδοντας επί της ουσίας αμαχητί την ηγεσία της Ν.Δ. στον Μιλτ. Εβερτ. Ο δε τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο μόνος μαζί με τον Ευάγγελο Αβέρωφ που δεν κατόρθωσε να φτάσει ως αρχηγός της αντιπολίτευσης στην εξουσία. Ο μεν Μιλτ. Εβερτ παραιτήθηκε μετά την ήττα του από τον Κώστα Σημίτη το 1996, ο δε Ευ. Αβέρωφ παρέδωσε την ηγεσία της Ν.Δ. όταν έχασε τις ευρωεκλογές του 1984, αλλά ο πραγματικός λόγος -που δεν έκρυψε- ήταν η βεβαρημένη υγεία του.

Στα αξιοσημείωτα τέλος της σύντομης αυτής αναδρομής είναι ο παραλληλισμός που θα μπορούσε να γίνει στην πορεία του Γεωργίου Ράλλη και του κ. Γιώργου Παπανδρέου. Αμφότεροι ανέλαβαν την ηγεσία των κομμάτων τους προ μιας βέβαιης και προεξοφλημένης ήττας. Ο Γ. Ράλλης ωστόσο καίτοι εκ των πραγμάτων δεν έφταιγε, παραιτήθηκε αμέσως μετά τη συντριβή της Ν.Δ. το 1981. Ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε εντέλει να διεκδικεί την εξουσία έχοντας υποστεί τρεις εκλογικές ήττες, γεγονός που δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ελληνική ιστορία…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Στο μυαλό του Ελληνα πολιτικού

Posted on Μαΐου 31, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

  • Tης Μαριας Κατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Γεμάτοι εικόνες και σκέψεις επιστρέψαμε στην πραγματικότητα όσοι παρακολουθήσαμε το δίωρο διάλειμμα της τηλεμαχίας την περασμένη Πέμπτη: ο κ. Καρατζαφέρης φαντάστηκε «το ΛΑΟΣ πάνω σε ράγες να ταξιδεύει τον Ελληνα πολίτη». Ο κ. Παπανδρέου ταύτισε τη «νίκη του ΠΑΣΟΚ με νίκη ελπίδας» και όλοι «είδαμε» τον ήλιο να ανατέλλει, ο κ. Καραμανλής μας προέτρεψε να «τρέξουμε στη νέα εποχή χωρίς βάρη». Μέσα στην κατήφεια και την απροσδιοριστία της εποχής αναπήδησαν σκηνές από μια ζωή εύχαρι, ανέφελη, απρόσκοπτη. Τι πιο ευχάριστο από το να ταξιδεύει κανείς πάνω σε ράγες ή να σπεύδει να συναντήσει το μέλλον, με βήμα ανάλαφρο και ταχύ, απαλλαγμένο από κάθε δυσθυμία. Μια καθημερινότητα σαν διαφημιστικό σποτ, όπου ανέμελοι άνθρωποι στροβιλίζονται ή χοροπηδούν (σε slow motion κατά προτίμηση), ύστερα από την κατανάλωση του ενδεδειγμένου προϊόντος. Βέβαια, το ειδυλλιακό λίκνισμα δεν κράτησε πολύ γιατί η κ. Παπαρήγα μας συμβούλευσε ότι «η καλύτερη άμυνα είναι η αιφνιδιαστική αντεπίθεση», οπότε για να ανταποκριθεί κανείς σε αυτήν τη γραμμή χρειάζεται διαρκής εγρήγορση και άριστη φυσική κατάσταση. Μόνο ο κ. Αλαβάνος δεν ασχολήθηκε, άμεσα τουλάχιστον, μαζί μας (τους τηλεθεατές – ψηφοφόρους). Είτε γιατί δεν είχε σχεδιάσει κάτι να μας ζητήσει είτε γιατί δεν είχε (είχαν) αποφασίσει τι ακριβώς θέλουν να μας ζητήσουν. Ελυσε την αμηχανία του ανοίγοντας μέτωπο με τον πρωθυπουργό.

Υστερα, ήρθαν οι αναλυτές και οι βουλευτές των κομμάτων για να σχολιάσουν και οι πρώτες δημοσκοπήσεις για να προκρίνουν τους δημοφιλέστερους της τηλεοπτικής αναμέτρησης και τους «κερδισμένους». Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, ο (όποιος) αναποφάσιστος ψηφοφόρος είχε ένα, κυρίως, πρακτικό κέρδος: την υπόμνηση του κ. Καρατζαφέρη ότι η Πέμπτη 28η Μαΐου ήταν της Αναλήψεως, οπότε αν στο περιβάλλον του υπήρχε εορτάζων μπορούσε να σπεύσει, έστω και καθυστερημένα, να του ευχηθεί.

Οσοι έχουν αποφασίσει να απόσχουν από τις ευρωεκλογές της 8ης Ιουνίου μάλλον δε μετακινήθηκαν ούτε ίντσα από τη θέση τους. Οσοι, δε, ταλανίζονται από την προσφερόμενη ποικιλία των κομματικών σχηματισμών και δεν έχουν καταλήξει πού θα δώσουν την ψήφο τους, θα πρέπει -δυστυχώς- να συνεχίσουν να υφίστανται τη βάσανο για μία ακόμη εβδομάδα.

Η επόμενη του debate μέρα για τον Ελληνα τηλεθεατή δεν ήταν σε τίποτα διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν αισθανόταν ούτε περισσότερο Ευρωπαίος ούτε λιγότερο ανήσυχος. Δεν είχε τίποτα αλλάξει: στους δρόμους, στην ασυδοσία των παρκαρισμένων αυτοκινήτων, στη συμπεριφορά συνοδοιπόρων και συνοδηγών, στην κατασπατάληση του νερού και της ενέργειας, στο «εγώ να βολευτώ και οι άλλοι ας πνιγούν» (ύψιστη, ως γνωστόν, αρχή της ελληνικής εκδοχής του ευρωπαϊκού διαφωτισμού), στα ποσοστά της ανεργίας, στις ανεξέλεγκτες αυξήσεις των τροφίμων… Βέβαια, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ούτε η καθημερινότητα του Γάλλου, του Αγγλου, του Γερμανού ή του Ολλανδού πολίτη βελτιώνεται ραγδαία μία εβδομάδα πριν από τις ευρωεκλογές. Ομως εκεί, για αντιστάθμισμα, κάποιοι παραιτούνται όταν τα σκάνδαλα θίγουν ταμεία, εξαπατούν ελεγκτικούς μηχανισμούς, σπάνε ηθικούς κώδικες, χλευάζουν αρχές και σταθερές αξίες.

Ποια εικόνα έχει άραγε το πολιτικό προσωπικό της χώρας για τους πολίτες της; Ποιες είναι οι πίσω σκέψεις του γι’ αυτόν το λαό, τον οποίο καλεί ανά τετραετία να το εκλέξει; Τον θεωρεί ευφυή, έντιμο, φιλομαθή, φιλότιμο, εργατικό, προικισμένο; Οταν απομακρυνθεί από το μπαλκόνι των εξαγγελιών ή από τους προβολείς των επίσημων δηλώσεων, ποιο είναι το αντιπροσωπευτικό δείγμα που τον συντροφεύει; Σε ποιον απευθύνεται, τι τον εμπνέει και τι τον προκαλεί; Τι θέλει να αλλάξει, γιατί και προς ποια κατεύθυνση; Εν ολίγοις: ποιο είναι το μοντέλο του «συνομιλητή» για τον Ελληνα πολιτικό;

Κατά μία άποψη, η λαϊκή βούληση υποκαθίσταται από ό, τι αποκαλείται «κοινή γνώμη», ένα ασαφές και βολικό μόρφωμα, το οποίο χρωματίζεται αναλόγως, αποκτά ή χάνει τον ιδεολογικό προσανατολισμό του, και πάλι, αναλόγως. Ο εκτός επωνυμίας μικροήρωας και ο εκτός πρυτανείων στοχαστής αποκλείονται στη δημοκρατία του Θεάματος, όπου η «κοινή γνώμη» πρωταγωνιστεί. Ο βιοπαλαιστής και ο στοχαστής, «οι πρόσφυγες του σύγχρονου κόσμου», όπως τους ονομάζει ο σκηνοθέτης και δοκιμιογράφος Βασίλης Παπαβασιλείου, «ελέγχουν με την παρουσία τους την περιρρέουσα θορυβώδη αφασία και υπαινίσσονται τη ματαιωμένη δύναμη της κοινής σκέψης και πράξης» των πολιτικών. Γι’ αυτό και τους απωθούν όπως ο διάβολος το λιβάνι.

Τη θέση τους -τη θέση του λαού δηλαδή- παίρνουν συνήθως οι κόλακες και το «περιβάλλον». Οταν ο πολιτικός αγορεύει έχει απέναντί του ένα κάτοπτρο, που αντανακλά τον διαθλασμένο εαυτό σε πολλαπλά αντίτυπα. Ολα τα άλλα -όλοι εμείς- δεν είναι παρά σκιές.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η επικίνδυνη απαξίωση των πολιτικών

Posted on Μαΐου 31, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική ευθύνη |

  • Tου Νικου Κωνστανταρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Στη Βρετανία τις τελευταίες εβδομάδες πολίτες κυνηγούν βουλευτές στον δρόμο, φωνάζοντας «είστε βρωμιάρηδες». Αλλοι τους στέλνουν απειλητικά μηνύματα· πολλοί λένε ότι θα ψηφίσουν μικρά κόμματα για να τιμωρήσουν τα μεγάλα. Αποκαλύψεις για τα έξοδα δεύτερης κατοικίας των βουλευτών -τα οποία συμπεριλάμβαναν από γελοιότητες έως απάτη- έχουν προκαλέσει τέτοια οργή που πολλοί μιλούν για επανάσταση. Πανικόβλητοι, ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν και ο ηγέτης των Συντηρητικών, Ντέιβιντ Κάμερον, υπόσχονται ριζικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Ο Μάικλ Μάρτιν έγινε ό πρώτος πρόεδρος της Βουλής των Κοινοτήτων σε 300 χρόνια που εξαναγκάζεται σε παραίτηση και τουλάχιστον άλλοι δέκα βουλευτές αποσύρονται από την πολιτική. Οι Βρετανοί πολιτικοί πράγματι προκάλεσαν το κοινό αίσθημα με τον τρόπο με τον οποίοι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν τα χρήματα των ψηφοφόρων, αλλά είναι προφανές ότι αυτή η λαϊκή οργή πρέπει να έχει βαθύτερες ρίζες.

Οσο μεγαλώνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας (και κάθε ένας χωριστά) τόσο θα μεγαλώνει η οργή των πολιτών και η απαίτησή τους για λύσεις. Επειδή οι λύσεις δεν μπορούν παρά να είναι επώδυνες, θα δημιουργούνται εντάσεις συνεχώς, μαζί με ξεσπάσματα οργής, είτε για πολιτικές επιλογές είτε ως αντίδραση για τη συμπεριφορά κάποιας μερίδας της κοινωνίας. Αυτό μάλλον προκαλεί τη μαζική υστερία που βλέπουμε σήμερα στη Βρετανία και, ίσως, καταδεικνύει ότι τα πολιτικά συστήματα σήμερα έχουν φθάσει σε αδιέξοδο: όταν οι βουλευτές και οι κυβερνήσεις χάσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, πώς θα λυθούν τα προβλήματα;

Στην Ελλάδα είναι φανερό ότι οι πολιτικοί είναι αμήχανοι μπροστά στα μεγάλα προβλήματα που συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια. Η μικρή πολιτική σκηνή και η ζωηρή πολιτική συνείδηση των πολιτών δημιουργούν μια οικειότητα ανάμεσα στους ψηφοφόρους και τους εκπροσώπούς τους. Γνωρίζουμε τους βουλευτές μας, τους αξιολογούμε άμεσα και έχουμε απαιτήσεις από αυτούς. Αλλά, όπως λένε οι Εγγλέζοι, η οικειότητα οδηγεί στην απέχθεια: ενώ οι ψηφοφόροι πιστεύουν ότι οι εκπρόσωποί τους μπορούν να κάνουν τα πάντα (αρκεί να το θέλουν), με την ίδια ευκολία πιστεύουν ότι οι πολιτικοί είναι όλοι φαύλοι ή ανίκανοι. Εχουμε δει αρκετά σκάνδαλα και κουκουλώματα, για να είναι διάχυτη η αίσθηση ότι «όλοι τα παίρνουν».

Αυτή η κατηγορία είναι υπερβολική, αλλά είναι και άκρως επικίνδυνη: από τη μια, δημιουργεί ένα κλίμα όπου και αυτός που «δεν τα παίρνει» αισθάνεται απομονωμένος (ίσως και κορόιδο ή ψώνιο) και μπορεί κάποια στιγμή να παρασυρθεί και αυτός· από την άλλη, η ατμόσφαιρα γενικευμένης σήψης κρατάει μακριά από την πολιτική ανθρώπους που θα είχαν κάτι να προσφέρουν. Το πεδίο αφήνεται είτε στις μετριότητες είτε σε χαρισματικούς (με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται).

Οι κοινωνίες μας αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα σε κάθε επίπεδο – από τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών μέχρι αυτές της οικονομικής κρίσης. Οι εντάσεις αυξάνονται εντός συνόρων και στις διπλωματικές σχέσεις χωρών, με διενέξεις για πόρους και με την αναβίωση του προστατευτισμού. Η συγκυρία απαιτεί στιβαρούς χειρισμούς. Αλλά την ίδια ώρα, είτε είναι ικανοί είτε είναι ανεπαρκείς, οι πολιτικοί είναι συνεχώς εκτεθειμένοι στην κρίση, στη χλεύη και στην οργή των πολιτών. Παλαιότερα, πριν τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, οι πολιτικοί βρίσκονταν μακριά από τον λαό, χωρίς να λογοδοτούν για την κάθε τους πράξη και απραξία. Σήμερα, οι ψηφοφόροι είναι καλύτερα ενημερωμένοι και άκρως απαιτητικοί – δεν θα ανεχτούν αποφάσεις ή συμπεριφορές που δεν τους αρέσουν. Αλλά επειδή είναι επιτακτική ανάγκη να κυβερνηθεί μια κοινωνία, οι επιλογές που υπάρχουν είναι: να συμφιλιωθούμε με το σύστημα που έχουμε και ο λαός και οι πολιτικοί να προσπαθήσουν να βρουν τον δρόμο τους· να διαλυθούμε σε μια Βαβέλ από πολλά μικρά κόμματα· να επιστρέψουμε σε αυταρχικές μορφές εξουσίας· να παραδοθούμε σε μεγαλύτερους, περιφερειακούς οργανισμούς οι οποίοι θα παίρνουν τις αποφάσεις που δεν μπορούν οι πολιτικοί μας. Μπροστά σε αυτές τις επιλογές, το σημερινό σύστημα είναι η καλύτερη βάση για να αντιμετωπίσουμε το μέλλον. Αλλά πρώτα οι πολιτικοί θα πρέπει να κερδίσουν και πάλι την εμπιστοσύνη των λαών. ΄Η η δημοκρατία θα γίνει καλύτερη ή θα υποφέρουμε όλοι.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Ψηφίζουμε μονάρχη, όχι κόμμα

Posted on Μαΐου 31, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009

Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι πρωθυπουργοκεντρικό, που σημαίνει: μοναρχία όχι συνταγματική, αλλά απόλυτη. Το Σύνταγμα το αλλάζει ο πρωθυπουργός κατά την ανεξέλεγκτη βούλησή του, αρκεί να διαθέτει 180 έδρες στη Βουλή – το είδαμε στην πράξη το 1985. Αν δεν μπορεί να επέμβει και στο Σύνταγμα, αξιοποιεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο απεριόριστο της πρωθυπουργικής μοναρχίας.

Δεν δεσμεύεται από κανέναν όρο εσωκομματικού δημοκρατικού ελέγχου. Χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να επιβάλει όποια σύνθεση της κυβέρνησης θέλει – έστω και με κραυγαλέα ανίκανους ή προκλητικά φαύλους υπουργούς. Σπάνια (και για λόγους εντυπώσεων) επιτρέπει στους βουλευτές του να ψηφίσουν «κατά συνείδησιν» – τους νόμους που τον εξυπηρετούν τους ψηφίζουν οι βουλευτές έστω και «παρά συνείδησιν», σαν ανέγνωμα πιόνια. Ελέγχει τη συγκρότηση των ψηφοδελτίων του κόμματός του, γεγονός που τον καθιστά αδιαμφισβήτητο σατράπη με αυλή κολάκων και λακέδων. Μαγειρεύει και επιβάλλει εκλογικούς νόμους προσαρμοσμένους σε επικαιρικές διευκολύνσεις της επανεκλογής του, αποφασίζει, με ιδιοτελή και μόνο κριτήρια, πότε θα διενεργηθούν εκλογές. Διορίζει τις ηγεσίες της Δικαιοσύνης, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Αστυνομίας, όλων των Δημόσιων Οργανισμών, τους προέδρους και τους διευθύνοντες συμβούλους όλων των κρατικών εταιρειών. Ορίζει όλες τις υποψηφιότητες νομαρχών και δημάρχων του κόμματός του σε ολόκληρη τη χώρα και, βέβαια, τους ευρωβουλευτές του. Επιλέγει και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον επιβάλλει με την κοπαδιασμένη κοινοβουλευτική του πλειοψηφία ή τον παζαρεύει, υπό την απειλή εκλογών, εξευτελίζοντας τον θεσμό.

Με αυτά τα δεδομένα ο λαός δεν ψηφίζει κόμμα στις εκλογές, ψηφίζει απόλυτο μονάρχη. Σήμερα αυτή η επιλογή δεσμεύεται και από συγκεκριμένες δυναστείες: Οι υποψήφιοι έχουν διαδοχή εξ αίματος από οίκους και πατριές διαλαμψάντων μοναρχών στην προσχηματική και κατ’ επίφασιν «δημοκρατία» μας. Καμιά πολιτική προσωπικότητα, οποιωνδήποτε προσόντων, δεν μπορεί να αντιταχθεί στους κληρονομικώ δικαιώματι ηγέτες των δύο κομματικών σατραπειών που διεκδικούν την πρωθυπουργική μοναρχία.

Η χώρα σήμερα έχει παγιδευτεί σε πολιτικό αδιέξοδο, γιατί οι πολίτες οφείλουν να επιλέξουν απόλυτο μονάρχη ανάμεσα σε δύο άκρως προβληματικούς δελφίνους. Η δέσμευση στη διλημματική επιλογή καθορίζει τους δείκτες υπανάπτυξης της ελλαδικής κοινωνίας: Σύμφωνα με τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις το 62% των ψηφοφόρων είναι έτοιμο να δώσει την ψήφο του και πάλι στις δύο κομματικές σατραπείες, στους άκρως προβληματικούς, αλλά κληρονομικώ δικαιώματι ηγέτες τους. Και από αυτή την πλειοψηφία των ψηφοφόρων το μέγιστο ποσοστό (60%) αιτιολογεί την πρόθεση της ψήφου του επικαλούμενο μόνο τον εθισμό – δηλώνει, δίχως αιδώ ή λύπην, ότι ψηφίζει πάντοτε σταθερά μία από τις δύο εκδοχές απόλυτης μοναρχίας χωρίς κριτική επανεκτίμηση της προτίμησής του («Κ» 23.5.2009).

Εφιαλτική υπανάπτυξη, ανατριχιαστική απερισκεψία ή ασυνείδητη και ενστικτώδης, όμως «σοφή» ενόρμηση αυτοσυντήρησης; Η λευκή ψήφος δεν υπονομεύει, ευνοεί τον διπολισμό και τρίτη κομματική επιλογή για τον νοήμονα ψηφοφόρο δεν υπάρχει. Τα μικρά κόμματα στην Ελλάδα δεν έχουν πολιτική σοβαρότητα, είναι μετερίζια ουτοπικών φιλοδοξιών ή αρρωστημένης δημοσιολαγνείας πολιτευτών, φυγάδων από τα δυναστικά ποιμνιοστάσια. Δεν υπάρχει μικρό κόμμα που να κυοφορεί ρεαλιστικές προϋποθέσεις ανατροπής του θεσμικά κατεστημένου διπολισμού, των φεουδαρχών που εκ περιτροπής καταληστεύουν και ρημάζουν τη χώρα.

Τα κόμματα καπηλείας της Αριστεράς γραδάρουν τον βυθό της πολιτικής και παιδευτικής μας υπανάπτυξης. Το ένα, το τάχα και «εκσυγχρονιστικό» έχει μεταλλάξει τα κοινωνιοκεντρικά οράματα της Αριστεράς σε συντεχνιακό καμουφλάζ αδίστακτου καριερισμού, ωμού ατομοκεντρισμού συμφερόντων – υιοθετεί τη βία και τον γκανγκστερικό εκβιασμό σαν όπλα δήθεν «κοινωνικής πάλης», ενώ πρακτορεύει απροκάλυπτα στην ελληνική κοινωνία τον νεοταξικό εθνομηδενισμό. Το άλλο, το «συντηρητικό» κόμμα, έχει επιλέξει τη φυγή στο παράλογο, στο εξωπραγματικό: ζει στο αστρικό νεφέλωμα νοσταλγίας του Σταλινισμού, συνθηματολογεί στοχεύοντας σε παραισθησιογόνα τεχνητής αναβίωσης του σοβιετικού «παραδείσου». Πρέπει να έχει κανείς σοβαρό πρόβλημα απώλειας της επαφής με την πραγματικότητα για να ψηφίσει ένα από τα κόμματα καπηλείας της Αριστεράς στην Ελλάδα σήμερα.

Υποδηλώνει λοιπόν ενστικτώδη, αλλά «σοφή» ενόρμηση αυτοσυντήρησης το 62% των πολιτών που εμμένουν στον διπολισμό; Είπαμε ότι πρόκειται σαφέστατα για επιλογή μονάρχη, όχι επιλογή κόμματος ή πολιτικής ή κοινωνικού στόχου. Και το δίλημμα εντοπίζεται σε δύο δελφίνους με πολλά κοινά γνωρίσματα και κάποιες δευτερεύουσες διαφορές:

Και οι δύο δεν χρειάστηκε να παλαίψουν ποτέ για τίποτα στη ζωή τους: Δεν κρίθηκαν στον επαγγελματικό – κοινωνικό στίβο προτού φιλοδοξήσουν να διαχειριστούν τα κοινά. Κάθε μέρα που ξημερώνει ξυπνούν ξέροντας ότι τους έτυχε ο πρώτος λαχνός του λαχείου. Η δυναμική της ανέλιξής τους βασίζεται στο οικογενειακό τους όνομα και μόνο.

Επομένως είναι και εξαιρετικά δύσκολο να έχουν φίλους, σχεδόν αδύνατο να ακούσουν ειλικρινή, ρεαλιστική κριτική. Εζησαν και ζουν στη γυάλα του οικογενειακού τους ονόματος, δεν έχουν ζυμωθεί με την κοινωνία. Γι’ αυτό και δεν ξέρουν να εντοπίζουν ανθρώπινη ποιότητα. Βασίζονται σε συγκυριακά «φιλαράκια», σε ρηχόμυαλους συγγενείς.

Στην πολιτική τους διαδρομή έχουν κοινό το στίγμα της αποτυχίας: Ο ένας χρημάτισε υπουργός παροιμιώδους ανεπάρκειας, ο άλλος πρωθυπουργός ανεπανάληπτης ατολμίας και ραστώνης. Ως κομματικοί αρχηγοί δεν έχουν δώσει το παραμικρό δείγμα δημιουργικής φαντασίας, σθένους για να τολμήσουν τομές, να πρωτοτυπήσουν, να διακινδυνεύσουν γόνιμες ανατροπές.

Είναι και οι δύο εξίσου ενδοτικοί στο ψεύδος: Ο ένας αυτοχαρακτηρίζεται «σοσιαλιστής» (ύψιστε Θεέ!), ο άλλος, ο μνημειώδους ατολμίας, καυχάται συνεχώς για «μεταρρυθμίσεις»! Δεν επεξεργάστηκαν ούτε αποτόλμησαν ποτέ λύσεις των καίριων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας, επαγγέλλονται συνεχώς «διαλόγους», συμβιβάζονται με ασήμαντες «βελτιώσεις», αναμηρυκάζουν καυχήσεις για το τίποτα. Η δημοκοπική τους ρητορική είναι αναξιοπρεπής ψευδολογία καλοχτενισμένη από μαστόρους της εξαπάτησης.

Διαφέρουν στα δευτερεύοντα: Ο ένας δεν διαθέτει παιδικά βιώματα πατρίδας στη χώρα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει και τα ελληνικά δεν είναι μητρική του γλώσσα – η εκφραστική αδεξιότητα τον εκθέτει. Μιμείται ύφος και χειρονομίες του πατέρα του, τον αδικεί και το παρουσιαστικό του: φιγούρα επαρχιακού γυμνασιάρχη περασμένων εποχών. Ο άλλος έχει σίγουρο ρητορικό ταλέντο, αλλά δείχνει να μην έχει αισθήματα, να μην τον αγγίζει τίποτα, να είναι όλα ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Σαν να ασχολείται με την πολιτική όπως με το σκάκι, το μπριτζ ή το τάβλι. Από βαρεμάρα.

Αν είναι αυτές οι συντεταγμένες του διπολισμού, η ελληνική κοινωνία τον συντηρεί όχι από ενστικτώδη «σοφία» αυτοπροστασίας. Μόνο από απαιδευσία και υπανάπτυξη.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Μήπως σκάει η πολιτική φούσκα;

Posted on Μαΐου 27, 2009. Filed under: Δημοσκοπήσεις, Πολιτικό σύστημα, Πολιτική | Ετικέτες: |

γνώμη

Αντώνης Καρακούσης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Τα ευρήματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων δεν είναι τα καλύτερα για το πολιτικό σύστημα. Αποδίδουν μια κοινωνία δύσπιστη και ένα εκλογικό σώμα κουρασμένο, κατά βάση απογοητευμένο από το πλήθος των δυνάμεων που διεκδικούν υποστήριξη και ψήφο. Η εντύπωση που μένει από την αξιολόγηση των δημοσκοπικών στοιχείων είναι ότι η κυβέρνηση απογοήτευσε και ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν ενισχύεται κατ΄ αντιστοιχία της κυβερνητικής φθοράς, δεν εμπνέει, ούτε κατακτά το μεγάλο πλήθος των ψηφοφόρων. Γι΄ αυτό και κινείται ασθμαίνουσα, δεν είναι σε θέση να επιχειρήσει το μεγάλο άλμα και να τελειώσει το παιχνίδι.

Οσο για την ελάσσονα αντιπολίτευση δεν καταφέρνει και αυτή να διεισδύσει στους πολλούς, παραμένει στενή και δύσκαμπτη, δεν πείθει, ούτε γοητεύει τα πλήθη. Τα δύο μεγάλα κόμματα της Αριστεράς μοιάζουν σαν να αυτοεκγλωβίστηκαν σε άγονη γη, με παλαιά εργαλεία, χωρίς έμπνευση και μοντέρνες τεχνικές. Και οι Οικολόγοι επίσης, που γίναν του συρμού, μονομανείς όπως είναι, δεν προσφέρουν τα εχέγγυα, δεν είναι σε θέση να απαντήσουν στης χώρας τα πολύ μεγάλα προβλήματα. Για να μη μιλήσουμε για τους ορθόδοξους της Δεξιάς, που χάθηκαν από τη στιγμή που δήλωσαν δεκανίκι της αποτυχημένης «νέας διακυβέρνησης». Ολα τούτα είναι ενδεικτικά και της πολιτικής κρίσης που μαζί με τόσες άλλες καταδιώκουν τη χώρα. Η οικονομία δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, η συμμετοχή στην Ευρώπη δεν απέφερε τα προσδοκώμενα, τα κόμματα εξετέθησαν και οι ηγέτες τους ακόμη περισσότερο. Χάθηκε δυστυχώς όλα αυτά τα χρόνια η αξιοπιστία από την πολιτική και η πίστη από τους πολίτες. Δεν πιστεύουν πια οι πολίτες ότι οι πολιτικοί λένε την αλήθεια, ούτε ότι κατέχουν τις λύσεις. Γνωρίζουν πλέον ότι παίζεται παιχνίδι εντυπώσεων και το αρνούνται, δεν θέλουν να το παρακολουθήσουν. Δεν είναι τυχαίο ότι, δύο εβδομάδες πριν από τις ευρωεκλογές, σημαντική μερίδα ψηφοφόρων δεν κινητοποιείται, αποφεύγει τη συμμετοχή και δηλώνει πιο κοντά στην ιδέα της αποχής. Ειδικότερα στους κύκλους των νέων η προοπτική της θάλασσας είναι ισχυρότερη πάσης άλλης. Με άλλα λόγια, σκάει τούτο τον καιρό και η φούσκα της πολιτικής, όπως τους προηγούμενους μήνες σκάσανε τόσες άλλες. Αν όντως σκάει η φούσκα της πολιτικής, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών πιθανώς να αποδειχθεί απολύτως διαβρωτικό για το υπετριακονταετές πολιτικό σύστημα.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η πολιτική απαξίωση, τα διλήμματα και τα συνθήματα του 1950…

Posted on Μαΐου 24, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική |

  • Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι ανίκανο να αναδείξει νέες ηγεσίες και να ανοίξει μιαν άλλη προοπτική
  • Του Σταύρου Λυγερού, Η Καθημερινή, 24/5/2009

Οταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Κλοντ Λεφόρ χρησιμοποίησαν μία ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ ως τίτλο της θεωρητικής επιθεώρησης που εξέδωσαν, δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι 60 χρόνια μετά το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» θα γινόταν αντικείμενο προεκλογικής διαμάχης στην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο του πολέμου της προπαγάνδας, ο Γιώργος Παπανδρέου ανέσυρε από το χρονοντούλαπο και έριξε στην πολιτική αγορά το ανωτέρω σχηματικό, αλλά εντυπωσιακό ρητορικό δίλημμα. Ούτε ο ίδιος, όμως, φανταζόταν τη συνέχεια. Η ανυποψίαστη αντίδραση του Κώστα Καραμανλή εξασφάλισε στο σύνθημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» μια απρόσμενη δεύτερη καριέρα.

Στην πραγματικότητα, βεβαίως, το πολιτικό δίλημμα των ευρωεκλογών είναι πολύ πιο πεζό και πιο αδιάφορο. Ουσιαστικά, οι ευρωεκλογές έχουν εκφυλισθεί σε προκαταρκτική αναμέτρηση εν όψει της μάχης για την εξουσία. Και μάλιστα, μιας μάχης, χωρίς σοβαρό πολιτικό αντίκρισμα.

Ο λόγος είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί πως οι «γαλάζιοι» δεν μπορούν να κυβερνήσουν παραγωγικά και πως οι «πράσινοι» δεν αποτελούν αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Θεωρεί πως η διαφθορά, η διαπλοκή και τα φαινόμενα παρακμής δεν αποτελούν μεμονωμένα θλιβερά περιστατικά, αλλά προϊόντα της νοσηρής κατάστασης, που για πολλά χρόνια δηλητηριάζει τον δημόσιο βίο. Αυτός είναι ο λόγος που οι πολίτες χρεώνουν πολιτικά όχι μόνο το κόμμα, που σήμερα κυβερνά, αλλά και το κόμμα που κυβερνούσε πριν και διεκδικεί την επάνοδό του στην εξουσία.

Η σημερινή κρίση διαφοροποιείται ποιοτικά απ’ όλες τις προηγούμενες, επειδή συρρικνώνεται η λαϊκή συναίνεση προς τις δύο μεγάλες παρατάξεις. Η πολιτική απαξίωση και των δύο προκαλεί πρόβλημα στον βασικό μηχανισμό του κοινοβουλευτισμού. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπορεί να εισπράξει από τη φθορά της συμπολίτευσης και κατ’ αυτόν τον τρόπο να κρατήσει το σύστημα σε ευσταθή ισορροπία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι κανένα από τα τρία μικρότερα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν κατάφερε να καλύψει έστω και μέρος από το πολιτικό κενό. Πριν από ένα χρόνο φάνηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εκινείτο προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά η δυναμική του γρήγορα ξεφούσκωσε. Για ένα διάστημα λειτούργησε σαν προνομιακό δοχείο κυρίως για την «πράσινη» ψήφο διαμαρτυρίας.

Η δημοσκοπική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην αντανακλούσε παγιωμένη πολιτική επιρροή, αλλά ήταν μία δυνατότητα γι’ αυτό το κόμμα να εκφράσει πολιτικά και να ενσωματώσει ένα σημαντικό τμήμα από το κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας. Με τις επιλογές του, όμως, το δίδυμο Αλαβάνου – Τσίπρα κλώτσησε τη μοναδική ευκαιρία να αναδείξει τον Συνασπισμό σε παράγοντα για την υπέρβαση της κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης και κατ’ αυτό τον τρόπο σε παράγοντα αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού.

Από τη στιγμή που δεν άνοιξε άλλη πολιτική προοπτική, ο απαξιωμένος και κλυδωνιζόμενος δικομματισμός σταθεροποιήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο. Η πτώση των δύο μεγάλων κομμάτων έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις, χωρίς αυτή τη φορά να πηγάζει από σχίσματα, όπως παλαιότερα με τις περιπτώσεις της ΔΗΑΝΑ, της Πολιτικής Ανοιξης και του ΔΗΚΚΙ. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων ανετράπη. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν μπορούσε να διασώζεται για πολύ από το γεγονός ότι η κοινή γνώμη είναι πολιτικά δύσπιστη έναντι του ΠΑΣΟΚ. Είναι, άλλωστε, εμπειρικά επιβεβαιωμένο ότι στη δεύτερη τετραετία το σύνδρομο της αρνητικής ψήφου διογκώνεται. Η στάση των δυσαρεστημένων πολιτών επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από την επιδίωξη να φύγουν οι κυβερνώντες και όχι από το ποια θα είναι η διάδοχη λύση.

Το πέρασμα της Ν.Δ. στη δεύτερη θέση δεν ήταν αποτέλεσμα πολιτικού σπασμού και ως εκ τούτου δεν ήταν κάτι συγκυριακό. Οι σκανδαλώδεις υποθέσεις της προηγούμενης περιόδου ήταν οι σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι και ενεργοποίησαν πολιτικά τη συσσωρευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια. Το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί την εξουσία από πλεονεκτική θέση, αλλά όχι με όρους πολιτικής ηγεμονίας.

  • Ο δικομματισμός

Οι δημοσκοπήσεις δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τον πολύ χαμηλό βαθμό πολιτικής εμπιστοσύνης, που απολαμβάνει και η αξιωματική αντιπολίτευση. Οι πολίτες έχουν φθάσει στο σημείο να ψηφίζουν, χωρίς να εμπιστεύονται. Αν και είναι πρόωρο να συζητάει κανείς για την επόμενη ημέρα, είναι από τώρα εμφανές πως μετά την εκλογική νίκη τους οι «πράσινοι» δεν θα έχουν την ανοχή της κοινής γνώμης.

Η προς το παρόν σταθεροποίηση του δικομματισμού σ’ ένα χαμηλότερο επίπεδο συνυπάρχει με την παρατεινόμενη κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το βασικό σύμπτωμά της είναι ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι δεν εκφράζονται από τους υφιστάμενους κομματικούς σχηματισμούς. Αποτέλεσμα αυτής της κρίσης είναι οι μέχρι πρότινος εκλογικά ανύπαρκτοι Οικολόγοι – Πράσινοι σήμερα να διεκδικούν –σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις– την τρίτη θέση. Είναι απολύτως ενδεικτικό το γεγονός ότι το εν λόγω νεοπαγές κόμμα εμφανίζεται να αποσπά 5 – 7% με σχεδόν αποκλειστικό πολιτικό όπλο το ελκυστικό όνομά του!

Στην πραγματικότητα, οι Οικολόγοι – Πράσινοι είναι το νέο δοχείο για την ψήφο διαμαρτυρίας και μια συμπαθής διέξοδος για τους νέους ψηφοφόρους. Η συντριπτική πλειοψηφία όσων δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν το εν λόγω κόμμα δεν γνωρίζουν τις θέσεις του. Μπορούμε, μάλιστα, βασίμως, να εκτιμήσουμε πως οι περισσότεροι εξ αυτών θα άλλαζαν γνώμη εάν γνώριζαν τις απόψεις που κατά καιρούς έχει εκφράσει ο επικεφαλής της λίστας, Μιχάλης Τρεμόπουλος.

Ολα αυτά συμβαίνουν, επειδή το ελληνικό πολιτικό σύστημα, σε αντίθεση με το αμερικανικό, είναι ανίκανο να αναδείξει νέες, καινοτόμους ηγεσίες και να ανοίξει μια άλλη προοπτική. Είναι εγκλωβισμένο ανάμεσα στη λογική των πολιτικών δυναστειών και στη διπλή προκρούστεια κλίνη των κατεστημένων και της διαπλοκής. Ο εγκλωβισμός αυτός εμποδίζει τη χώρα να υπερβεί τη χρόνια πια παρακμή της.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η φάρσα συνεχίζεται

Posted on Μαΐου 16, 2009. Filed under: Πολιτικό σύστημα, Πολιτική, Πολιτική υπέρβαση, Πολιτική ευθύνη |

  • Θυμάμαι παραμονές των εκλογών του 2000, σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή προεκλογικού χαρακτήρα, την κυρία Ντόρα Μπακογιάννη να δίνει μια γενναία μάχη για να πείσει τους πολίτες να επιστρέψουν στη Νέα Δημοκρατία. Μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό μειδίαμα αυτοπεποίθησης, εξηγούσε ότι την αυθεντική συνταγή μιας φιλελεύθερης διακυβέρνησης, τα κρίσιμα μυστικά, τα κατέχει η Ν.Δ. και όχι το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη.
  • Με άλλα λόγια, η κυρία Μπακογιάννη, σε ελαφρά απόγνωση τότε, έλεγε κάτι που έμοιαζε λογικό: εάν επιθυμείτε μια κυβέρνηση που αποσύρει από παντού το κράτος και λατρεύει την ελεύθερη αυτορρυθμιζόμενη αγορά, που υποκλίνεται στην Δημοκρατία των χρηματιστηρίων, ελάτε σ’ εμάς. Εμείς ξέρουμε, το ΠΑΣΟΚ είναι καινούργιο σ’ αυτά τα κόλπα, είναι ερασιτέχνες, ψηφίστε τους επαγγελματίες. Τέτοια έλεγε η υπουργός, αλλά ως γνωστόν η ψυχή των ψηφοφόρων είναι άβυσσος, εξ ου και τα επιχειρήματά της δεν μετέπεισαν την κρίσιμη μάζα που εκλέγει κυβερνήσεις. Η πλειοψηφία των πολιτών προτίμησε να ακούει για μιαν ακόμη τετραετία την «κούρσα» της Σοφοκλέους με σοσιαλιστική προφορά. Ο Κ. Καραμανλής πήρε το μήνυμα, παραμονές των εκλογών του 2004 μάλιστα, στην τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη αυτοπροσδιορίστηκε στην κλίμακα αριστεράς – δεξιάς ως κεντροαριστερός! Η Νέα Δημοκρατία είχε επιτέλους αποκτήσει σοσιαλιστή αρχηγό…
  • Τα υπόλοιπα τα ξέρετε, είναι οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενός κατήφορου που συνεχίζεται, ενώ οι ρήτορες ουρλιάζουν εμπρός στα μικρόφωνα. Τους πιστεύει κανείς; Παρακολουθεί άραγε κανείς αυτή τη χιλιοπαιγμένη φάρσα των μπερδεμένων ρόλων; Τον αναβαπτισμένο στα «σοσιαλιστικά ιδεώδη» Γιώργο Παπανδρέου και τον καπετάνιο της «ευθύνης» και του «χρέους» Κ. Καραμανλή;
  • Εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κόμματα εξουσίας που γέρασαν μέσα στις αμαρτίες τους, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων οδεύει περίπου υπνωτισμένη, μοιραία, στην ίδια μοιραία λύση: το μη χείρον. Πόσο μπαϊλντισμένοι είναι οι υπόλοιποι φαίνεται από το ότι το μόνο κόμμα που παρουσιάζει δυναμική ανόδου είναι αυτό των Οικολόγων. Αγνώστων λοιπών στοιχείων… Η ελληνική δημοκρατία έχει επείγουσα ανάγκη μιας τρίτης λύσης.
  • Tου Σωκρατη Τσιχλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/5/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

« Προηγούμενες Καταχωρίσεις

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...