Σέχτα Επαναστατών

Τα πικρά φρούτα του Δεκέμβρη

Posted on Ιουνίου 28, 2009. Filed under: Κόμματα, Καταλήψεις, Κινήματα, Κουκουλοφόροι, Κοινωνία, Πολιτική, Σέχτα Επαναστατών |

  • Tου Νικου Κωνστανταρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/6/2009

Σκληραίνει η ελληνική κοινωνία. Η κυβέρνηση και η δικαστική εξουσία ανακοινώνουν σκληρά μέτρα για την επιβολή της δημόσιας ασφάλειας και για τον έλεγχο της μετανάστευσης. Η πολιτική αντιπαράθεση -πάντα ζωηρή- έχει γίνει ακόμη πιο σκληρή: σε μια εποχή που είναι φανερό ότι μόνο η συναίνεση και οι ριζοσπαστικές λύσεις μπορούν να άρουν τα αδιέξοδα της χώρας στην οικονομία και τη δημόσια διοίκηση, τα κόμματα εμμένουν σε αποτυχημένες πολιτικές και στείρες αντιπαραθέσεις. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, μια νέα χούφτα «ανταρτών πόλεως» αποθρασύνθηκε και απειλεί ολόκληρη την κοινωνία με αιματοκύλισμα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί το παραλήρημα μεγαλείου τους, αλλά και αυτοί συμβάλλουν στη σκλήρυνση των αντιπαραθέσεων και στην αίσθηση ανασφάλειας.

Τώρα γευόμαστε τα πικρά φρούτα του Δεκέμβρη. Η χρόνια αδράνεια των κυβερνητικών και κρατικών αρχών σε πολλά σημαντικά ζητήματα προκάλεσε μια αντίδραση που θα απειλήσει πολύτιμα κεκτημένα και θα υπονομεύσει την ποιότητα της κοινωνίας μας. Η μακρόχρονη εθελοτυφλία στο θέμα των «κουκουλοφόρων», η έλλειψη ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής και η αποδιοργάνωση της αστυνομίας, δημιούργησαν μια ανώμαλη κατάσταση και οδήγησαν στην απαίτηση για την επιβολή «μέτρων». Από την υπερβολική χαλάρωση οδηγούμαστε σε μια σκλήρυνση με απρόβλεπτες συνέπειες.

Οι συνθήκες είναι ιδανικές για τέτοια στροφή. Η κυβέρνηση είναι αποδυναμωμένη, με ισχνή πλειοψηφία μίας μόνο έδρας στη Βουλή και με οπαδούς που έδειξαν εντόνως τη δυσθυμία τους στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Εχασε ψήφους στο ακροδεξιό ΛΑΟΣ το οποίο ήταν το μόνο κόμμα που έθιγε -με τις αναμενόμενες και λαϊκίστικες απλουστεύσεις- το θέμα της δημόσιας ασφάλειας και της μετανάστευσης. Επειδή δεν μπορεί να κάνει πολλά να βελτιώσει τις οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, η κυβέρνηση έσπευσε να υιοθετήσει τα πιο ακραία μέτρα στο θέμα της μετανάστευσης (ή να δηλώσει ότι τα υιοθετεί). Ανάμεσα σε αυτά: όποιος μετανάστης (νόμιμος ή μη) διωχθεί ποινικά θα απελαύνεται, πριν η υπόθεση τελεσιδικήσει. Παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες δικηγορικών συλλόγων και άλλων οργανώσεων, το μέτρο ψηφίστηκε. Επειδή είναι αδύνατο να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση δεν καταλαβαίνει τι κάνει, μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι επιλέγει να αδικήσει ανθρώπους με μοναδικό στόχο να φανεί ισχυρή, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Οποτε και αν καταργηθεί αυτή η διάταξη (και δεν θα είναι σύντομα, αν κρίνουμε από το παρελθόν), θα έχει ήδη καταστρέψει πολλές ζωές. Αυτή τη μεταναστευτική πολιτική θέλουμε; Θα κοιμόμαστε καλύτερα όταν κρατικοί λειτουργοί θα εφαρμόζουν άδικους νόμους εναντίον ανυπεράσπιστων ανθρώπων;

Στην προσπάθεια αντιμετώπισης της βίας των αντιεξουσιαστών, η κυβέρνηση αποφάσισε να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μέσα παρακολούθησης, να δημιουργήσει τράπεζα DΝΑ, και να σκληρύνει την τιμωρία για όσους διαπράττουν έγκλημα, φορώντας κουκούλα. Την ίδια ώρα, κατόπιν ερωτήσεως της Αστυνομίας, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γιώργος Σανιδάς, γνωμοδότησε ότι δεν υπάρχει κανένας φραγμός στη χρήση όπλων και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης από αστυνομικούς και ειδικούς φρουρούς όταν αντιμετωπίζουν ένοπλη επίθεση. Αν απαγορευόταν η χρήση μέτρων αποτροπής, «ποιος ο λόγος ύπαρξης και λειτουργίας της Αστυνομίας» ρώτησε ο κ. Σανιδάς. Ηταν μια ευθεία αναφορά στα γεγονότα του Δεκέμβρη, όταν η Αστυνομία αναγκάστηκε να κάνει στην άκρη και να παρακολουθήσει την πυρπόληση του κέντρου της Αθήνας. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση, οι τράπεζες DΝΑ, η χρήση επικίνδυνων όπλων από τις Αρχές ήταν πάντα θέματα ζωηρής συζήτησης. Η δικαιολογημένη ευαισθησία για τις προσωπικές ελευθερίες προστάτευε κοινωνικά κεκτημένα. Αλλά οι υπερβολικές ευαισθησίες, μαζί με την κρατική αδράνεια σε πολλούς τομείς, δημιούργησαν την επικίνδυνη «αγανάκτηση» που οδηγεί στην απαίτηση «σκληρών» μέτρων. Τώρα ποιος μπορεί να μας προστατέψει από την εκδικητική υπερβολή των αρχών;

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να περιφρουρηθεί η δημόσια τάξη. Αλλά η ανάγκη αυτή δεν πρέπει να είναι προϊόν πανικού, οργής ή πολιτικού κυνισμού. Οταν το κράτος αδικεί, ευτελίζεται η έννοια της δίκαιης κοινωνίας και ενθαρρύνεται η αυτοδικία. Οταν αδικείται ένας, όλοι γινόμαστε άδικοι. Και, τότε, όλοι κινδυνεύουμε.

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Θα ήταν απλώς γραφικοί, αν δεν ήταν και επικίνδυνοι

Posted on Φεβρουαρίου 7, 2009. Filed under: Σέχτα Επαναστατών |

Από τον «επαναστατικό» λαϊκισμό στον «επαναστατικό» χουλιγκανισμό. Η προκήρυξη της «Σέχτας Επαναστατών» (εκτενή αποσπάσματα στη σελίδα 7) με την πρωτόγονη συγκρουσιακή φόρμα της εγκαινιάζει -ή θέλει να εγκαινιάσει- μια νέα εποχή στον χώρο της βίας.

Με τον τηλεοπτικής προέλευσης κυνισμό (αντίστοιχο θράσος έχουν επιδείξει οι παρουσιαστές της λεγόμενης trash tv) και με την ακομπλεξάριστη επίδειξη ημιμάθειας βουτηγμένη σε κακομεταφρασμένα τσιτάτα της RAF ή του Μάο, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μια σημαντική διαφορά από την προηγούμενη γενιά: Ο «αγώνας» τους δεν έχει ανάγκη ούτε από ιστορική αφετηρία ούτε από ιστορικές αναφορές. Ο «αγώνας» τους επενδύεται με την ελαφρότητα των κομπασμών σε επαρχιακά πανηγύρια και αυτή την εγγενή αδυναμία τους μόνο ένα πράγμα μπορεί να ισοσκελίσει: Η καθαρή, κτηνώδης βία. Γι’ αυτό και μιλούν για τα όπλα τους. Θα ήταν απλώς γραφικοί αν δεν ήταν (και) επικίνδυνοι. Δυστυχώς αυτοί μόνο σκοτώνοντας μπορούν να υπάρξουν.

Για πρώτη φορά σε τέτοιο κείμενο-προκήρυξη απουσιάζει μία λέξη που στο όνομά της χτίστηκαν όλες οι προκηρύξεις τρομοκρατικών οργανώσεων της προηγούμενης γενιάς: Ο λαός. Μέχρι σήμερα ο τρομοκράτης -αναγνωρίζοντας την ανάγκη κάποιας μορφής νομιμοποίησης των πράξεών του- έβρισκε καταφύγιο σ’ αυτήν την ξεπερασμένη και γενικόλογη πηγή του λαϊκισμού. Στον λαό.

  • Τηλεοπτικές εξυπνάδες

Αυτοί δεν έχουν καμία τέτοια ανάγκη. Κρατούν από τον λαϊκισμό το εντελώς απολίτικο κομμάτι του («μας σφάζουν παθητικά (sic) σαν τα πρόβατα»). Ετσι δικαιολογούν την κακομαθησιά τους. Διότι δεν έχουν ανάγκη από επιχειρήματα -φαίνεται να αγνοούν τη σημασία τους. Και στη θέση των όποιων επιχειρημάτων χρησιμοποιούνται επίσης τηλεοπτικής προέλευσης εξυπνάδες («Γι’ αυτό, όπως και τα ντόνατς που τρώνε (οι μπάτσοι), έτσι κι αυτοί δεν είναι “ωραίοι” χωρίς μια τρύπα στη μέση»).

Ο λαϊκισμός των προκηρύξεων της προηγούμενης γενιάς είχε μεν την ανάγκη ενός παντοδύναμου Σατανά (καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, πλουτοκρατία κ.λπ.) αλλά είχε και την ανάγκη να τον «πολεμήσει» στο όνομα μιας υπέρτερης και εσαεί νομιμοποιημένης αρχής, του λαού. Ηταν ένας μικροαστικός λαϊκισμός που διεκδικούσε προκαταβολικά την ατιμωρησία και την αποποίηση κάθε ευθύνης για όλα τα εγγενή ή μη προβλήματα της κοινωνίας.

Αλλά αυτοί της «Σέχτας» έχουν τόσο περιορισμένους ορίζοντες που μπορούν χωρίς μεγάλο κίνδυνο υπερβολής να παραλληλιστούν με τους χούλιγκαν – αν δεν έχουν ήδη σχετική εμπειρία.

  • Βολικός ο στόχος

Η βία τροφοδοτεί την ύπαρξη των χούλιγκαν – γι’ αυτό άλλωστε και είναι συνηθισμένο να ενώνονται οι οπαδοί δύο διαφορετικών ομάδων μόλις εμφανιστούν τα ΜΑΤ. Διότι ο στόχος δεν προϋπάρχει, ενίοτε δε εφευρίσκεται. Η «Σέχτα» τον βρήκε στους «μπάτσους». Είναι άλλωστε και ο πιο βολικός. Οσο πιο απλοϊκή η αντίληψη περί του «καλού» και του «κακού», τόσο πιο ορατή πρέπει να είναι και η διαφορά τους. Αν είναι και ένστολη, ακόμη καλύτερα.

Εικάζονται πολλά για το νεαρό της ηλικίας τους. Ισως το σημαντικότερο επιχείρημα να βρίσκεται στον διαχωρισμό που οι ίδιοι κάνουν μεταξύ «πολιτικής» και «αντάρτικου πόλεων». Μη έχοντας τη στοιχειώδη επάρκεια να χρησιμοποιήσουν πολιτικούς όρους μιας πολύ μακρινής γι’ αυτούς εποχής, τη δικαιολογούν με το γνωστό σημερινό πλαίσιο της ισοπεδωτικής απαξίωσης της πολιτικής. Ενα μόνο κοινό σημείο υπάρχει στην προκήρυξη της «Σέχτας» με πολλές από τις προηγούμενες: Η χρήση του υστερόγραφου. Πολλές φορές τα πιο σημαντικά μηνύματα (συνήθως οι πιθανοί επόμενοι στόχοι) φυλάσσονταν στο υστερόγραφο. Η «Σέχτα» το χρησιμοποιεί «διδάσκοντας» βασικές αρχές αντάρτικου πόλης. Τέτοιοι μηχανιστικοί αναχρονισμοί είναι που τους καθιστούν επικίνδυνους. Ακριβώς επειδή δεν έχουν συναίσθηση, αλλά έχουν όπλα.

  • «Ποιοι είμαστε εμείς;»

Στην περίπτωση της «Σέχτας» τα βασικά ερωτήματα είναι δύο: Εκτός από το «ποιοι είναι αυτοί», ερώτημα επίσης είναι και ποιοι «είμαστε εμείς». Ο πατέρας ενός συμμαθητή της κόρης μου είναι μπάτσος. Δεν είναι -πλέον- καθόλου εύκολη η ζωή του μικρού. Ούτε και του πατέρα του. Οπως και πολλών αστυνομικών.

Γι’ αυτό και επείγει να απαντήσουμε πρώτα στο δεύτερο ερώτημα. Δεν είναι δύσκολο, όταν απέναντι δεν υπάρχει παρά ο φόβος.

  • Του Τακη Kαμπυλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...