Το «όχι» των πολιτών στα φαινόμενα σήψης

Posted on Μαρτίου 2, 2009. Filed under: Επισφάλεια, Εκπαίδευση, Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ (ΠΟΣΔΕΠ), Συνδικαλισμός | Ετικέτες: |

Μέσα στη γενική κατήφεια της περιόδου που διανύουμε, μάλλον είναι αναγκαίο να αναζητούμε κάποια ελπίδα πως κάτι, επιτέλους, μπορεί ν’ αλλάξει προς το καλύτερο. Κάτι το θετικό και ευοίωνο, που δεν θα προέρχεται από πολιτικούς και κόμματα. Αλλά από ενεργούς πολίτες, ως αντίδραση και παρέμβαση στην παρακμιακή τροχιά του τόπου, για την οποία –λιγότερο ή περισσότερο– ευθύνονται οι ποικιλώνυμες «ηγεσίες μας». Ενας τέτοιος ταγός –τύποις δε κορυφαίος– είναι η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ (ΠΟΣΔΕΠ), η οποία ιδρύθηκε για να εκπροσωπεί τους περίπου 12.000 πανεπιστημιακούς μας δασκάλους. Εως σήμερα, λοιπόν, η διοίκηση της ΠΟΣΔΕΠ αναδεικνυόταν από μια μειοψηφία των πανεπιστημιακών, η οποία δεν υπερέβαινε το 25%. Δηλαδή τους 12.000 καθηγητές των ΑΕΙ «εκπροσωπούσαν» και «εξέφραζαν», κατά τα τελευταία χρόνια, το πολύ 3.000 συνάδελφοί τους, που προέρχονταν –παγίως και σχεδόν αμιγώς– από την «αριστερότερη» πτέρυγα του Συνασπισμού και από το ΚΚΕ.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι το «εκπροσωπευτικό» μόρφωμα της ΠΟΣΔΕΠ εντάσσεται στον συνολικό –κατά τις τελευταίες 10ετίες– εκπεσμό του συνδικαλιστικού μας κινήματος. Με κορυφαία και ιλαροτραγική διαστρέβλωση κάθε συνδικαλιστικής εννοίας και αρχής τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών(;) Ελλάδος. Διότι είναι γνωστό πως σε όλα τα όργανα της ΓΣΕΕ η απόλυτη πλειοψηφία έχει παραδοθεί στα συνδικάτα των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ) και των Τραπεζών (ΟΤΟΕ). Ομως οι δύο αυτοί κλάδοι απασχολούν μόνον το 8% του συνόλου των μισθωτών, από τους οποίους εξαιρούνται οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, που υπάγονται στην ΑΔΕΔΥ. Δηλαδή το 8% των ΔΕΚΟ και της ΟΤΟΕ «εκπροσωπεί» και το… υπόλοιπο 92% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα! Αυτή η εκτρωματική κατάσταση απολήγει κατά κανόνα στην κομματική ποδηγέτηση ή φαλκίδευση των συμφερόντων των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, δε, χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο των κομματοσυνδικαλιστών για τη μεταπήδησή τους στην πολιτική και την επιβράβευσή τους με κρατικά αξιώματα. Φυσικά η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει τον συνδικαλιστικό θεσμό σε πλήρη ανυποληψία. Δεν αφαιρεί, όμως, το δικαίωμα π.χ. της διοικήσεως της ΓΣΕΕ να εμφανίζεται ως ισότιμος «κοινωνικός εταίρος» της Πολιτείας. Αυτό το δικαίωμα μπορεί να αφαιρεθεί μόνο από τους δήθεν «εκπροσωπούμενους».

Με τίτλο «Η αφύπνιση των πληβείων της εργασίας», η Χριστίνα Κοψίνη έγραφε προ ημερών στην «Κ» ότι οι 620.000 απασχολούμενοι σε επισφαλείς ή προσωρινές εργασίες άρχισαν ήδη να συγκροτούν δικούς τους συλλόγους και σωματεία, εναντιούμενοι στην «εκπροσώπησή» τους από τη ΓΣΕΕ. Δεν πρόκειται για «αναρχοσυνδικαλιστές», όπως τείνει να τους χαρακτηρίσει η διοίκηση της συνομοσπονδίας. Αντίθετα, πρόκειται για εργαζομένους, οι οποίοι κατά την περίοδο αυτή εκφράζουν κατά τον αυθεντικότερο τρόπο την ανάγκη της συνδικαλιστικής τους καλύψεως και προστασίας.

Με ανάλογα δεδομένα φαίνεται να συντελείται τις ημέρες αυτές και η ανατροπή του «καθεστώτος» της ΠΟΣΔΕΠ. Η «σιωπηρά πλειοψηφία» των καθηγητών ΑΕΙ προσέρχεται στις εκλογές των πανεπιστημιακών συλλόγων, προκειμένου να ανατρέψει τη δεσποτεία της μειοψηφίας. Θα περίμενε κανείς αυτή η αφύπνιση να είχε εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα. Προτού η πανεπιστημιακή κοινότητα υποκύψει στην ομηρία μιας ακραίας μειοψηφίας, η οποία επί χρόνια εμφανιζόταν ως επίσημος εκπρόσωπός της και «θεσμικός εταίρος» στα κρίσιμα προβλήματα που ταλανίζουν την Ανώτατη Παιδεία. Το πόσο «συναινετική» ή «εποικοδομητική» ήταν η στάση της ΠΟΣΔΕΠ σε όλες τις προσπάθειες διαλόγου το γνωρίζουμε όλοι. Τους λόγους για τους οποίους φοβόταν όπως «ο διάβολος το λιβάνι» τη διαρκή αξιολόγηση του έργου των ΑΕΙ τους υποπτευόμαστε. Μπορούμε επίσης να ερμηνεύσουμε την κομματωφελιμιστική στάση του επιτήδειου ουδέτερου για τους βανδαλισμούς σε χώρους διδασκαλίας, για τις βιαιοπραγίες και τους εξευτελισμούς καθηγητών, για την κατάντια του πανεπιστημιακού ασύλου.

Θα περίμενε, επίσης, κανείς η αφύπνιση της πλειονότητος των πανεπιστημιακών δασκάλων να συντελεσθεί ερήμην των κομμάτων, τα οποία ευθύνονται και για τον ξεπεσμό του συνδικαλιστικού τους οργάνου. (Για την ιστορία πρέπει να σημειωθεί ότι η «έπαλξη» της ΠΟΣΔΕΠ αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις, που το ΚΚΕ «δέχθηκε» να συμπράξει με την αριστερότερη -έστω- πτέρυγα του «τρισκατάρατου» Συνασπισμού. Για την ανατροπή αυτής της «ανίερης συμμαχίας» συστρατεύονται, σήμερα (!) η ανανεωτική πτέρυγα του Συνασπισμού και μερίδα του ΠΑΣΟΚ). Ωστόσο η κατάρρευση του «καθεστώτος» της ΠΟΣΔΕΠ άρχισε προ διετίας, με την εμφάνιση των πρώτων και αυτόνομων αντιδράσεων των καθηγητών, οι οποίες «μορφοποιήθηκαν» τελικώς ως «κίνηση των 1.000 πανεπιστημιακών». Μακάρι, λοιπόν, η κίνηση αυτή να απαλλάξει την ΠΟΣΔΕΠ και απ’ όλους τους κομματο-εγκάθετους, που φιλοδοξούν να διαδεχθούν την απελθούσα, κακήν κακώς, ηγεσία της…

  • Tου Σταμου Ζουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01-03-09
Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η ανευθυνότητα των κομμάτων και η σύνεση των ψηφοφόρων

Posted on Φεβρουαρίου 15, 2009. Filed under: Uncategorized | Ετικέτες: |

Το γεγονός ότι το 55–60% των πολιτών, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, αντιτίθεται στο ενδεχόμενο προώρων εκλογών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκό για τη Νέα Δημοκρατία, είναι δε κατάδηλα αρνητικό για το ΠΑΣΟΚ. Πώς να χαρακτηριστεί θετικό για τη Ν.Δ., αφού το κόμμα αυτό υπολείπεται κατά 3,5 έως 4 μονάδες του ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις, επιπλέον δε ο τρόπος που ασκεί την εξουσία κρίνεται ως «καθόλου ικανοποιητικός» από το 56% των ερωτώμενων; Το ίδιο δημοσκοπικό εύρημα αποτελεί πολιτικό ράπισμα για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αξιώνει άμεσες εκλογές, ενώ κατά την παρούσα στιγμή το 64% των ερωτωμένων αποφαίνεται ότι «δεν είναι έτοιμο να κυβερνήσει». Βάσει της ίδιας λογικής ανατρέπεται(!) και το προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ στην περίπτωση της «ανεπιθύμητης» επισπεύσεως των εκλογών, αφού το 35,5% προτιμά κυβέρνηση Καραμανλή και το 32,4% κυβέρνηση Παπανδρέου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η πλειονότητα των πολιτών επιδεικνύει μεγαλύτερη σύνεση απ’ ό,τι οι «εμπειρογνώμονες» των κομματικών επιτελείων. Επιπλέον δε τα μηνύματά της, όπως το παραπάνω, είναι ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα. Εστω και αν τα κόμματα τα αγνοούν ή τα υποβαθμίζουν, υιοθετώντας επιλεκτικώς άλλα στοιχεία που τα συμφέρουν.

Σαφέστατα, λοιπόν, η πλειονότητα των εκλογέων απορρίπτει τη «διαπίστωση» του κ. Γ. Παπανδρέου πως «κάθε μέρα που παραμένει στην εξουσία η Ν.Δ. είναι και καταστρεπτικότερη για τον τόπο». Και τούτο όχι διότι περιμένει κάποιο θαύμα από την παρούσα διακυβέρνηση. Οι ελπίδες της ως προς τις προ πενταετίας μεγαλόπνοες εξαγγελίες του κ. Κ. Καραμανλή έχουν προ πολλού εξανεμιστεί. Απλώς οι ψηφοφόροι ουδόλως έχουν πειστεί πως κάθε μέρα διακυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ θα είναι καλύτερη για τον τόπο. Μάλλον πιστεύουν ότι θα είναι το ίδιο κακή ή ακόμη χειρότερη. Γι’ αυτό δεν θέλουν πρόωρες εκλογές.

Η λογική αυτή των πολιτών δεν είναι ούτε πεσιμιστική ούτε αδιέξοδη. Είναι, φυσικά, αποδοκιμαστική και προς τα δύο μεγάλα κόμματα, συγχρόνως, όμως, συνιστά παραίνεση και προειδοποίηση. Επιπλέον αποτελεί σαφέστατο πειστήριο συνέσεως και ευθυκρισίας το γεγονός ότι η πλειοψηφία των εκλογέων δεν προσβλέπει σε πρόωρες εκλογές, αλλά αντίθετα τις φοβάται. Το γιατί είναι απλό. Η μέχρι σήμερα συμπεριφορά των δύο μεγάλων κομμάτων, σε συνάρτηση με την υφιστάμενη κρίση, επαύξησε αντί να περιστείλει την αναξιοπιστία τους.

Η κυβέρνηση, με τις παλινωδίες της, τις αλληλοϋπονομεύσεις υπουργών και τις ανταρσίες βουλευτών της, κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνει τον πυλώνα της «υπευθυνότητος», που η ίδια διεκδικεί. Ταυτόχρονα το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αδυνατεί να διαμορφώσει και να προτείνει εναλλακτική λύση, που απορρίπτει κάθε κυβερνητικό μέτρο, προτάσσοντας την «ανάγκη» άμεσων εκλογών, πιστοποιεί κάθε μέρα και περισσότερο τον ρόλο της «ανευθυνότητος», που του αποδίδει η κυβέρνηση.

Ωστόσο, αυτή η… ισοτιμία της αναξιοπιστίας διέπεται και από κάποιους κανόνες. Αίφνης η Ν.Δ. έχει την εντολή να κυβερνήσει τον τόπο για άλλους 28 μήνες. Η κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να καταθέσει την εντολή, λόγω «αποτυχίας ή ανικανότητος», όπως θα ’θελε το ΠΑΣΟΚ. Αν δεν ανατραπεί εκ των έσω η σημερινή κυβέρνηση, ο κ. Γ. Παπανδρέου δεν διαθέτει τρόπο να προκαλέσει άμεσες εκλογές. Μπορεί, φυσικά, να εμμείνει στην άρνηση, στην απόρριψη και στην υπονόμευση κάθε κυβερνητικού μέτρου για την αντιμετώπιση της κρίσεως, με στόχο να συντομεύσει τον βίο του φορέα της εξουσίας.

Οψέποτε, όμως, γίνουν οι εκλογές, η στάση του αυτή θα «συνεκτιμηθεί», με την… εμπράκτως επιδιωχθείσα, από την αξιωματική αντιπολίτευση, αναποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής. Φυσικά, δε, η εκλογική ετυμηγορία θα είναι ανάλογη της επιδεινώσεως της κρίσεως και των επιπτώσεών της στον ελληνικό λαό. Δηλαδή, κατά κύριο λόγο θα καταλογίζει ευθύνες, απορρίπτοντας την ύπαρξη και την αναγνώριση ελαφρυντικών.

Υπάρχουν, συνεπώς, υπαρκτοί και βάσιμοι λόγοι, για τους οποίους η πλειονότητα των ψηφοφόρων απαιτεί να αποφευχθούν οι πρόωρες εκλογές. Η στάση της αυτή δεν υπαγορεύεται μόνον από την αρχή ότι όσο διαρκεί μια κρίσιμη και αμφίρροπη μάχη δεν αλλάζεις τον στρατηγό. Από τη μέχρι σήμερα στάση των δύο μεγάλων κομμάτων έχει πειστεί ότι μια εκλογική αναμέτρηση, με κορυφούμενη την οικονομική κρίση, θα εκτρεπόταν σε πλειοδοσία παροχών, αφού οι αντίπαλοι προτάσσουν ως «ζωτικό» διακύβευμα την κατοχή και τη νομή της εξουσίας. Μια τέτοια, δε, πλειοδοσία είναι βέβαιον ότι θα οδηγούσε τη χώρα σε ολοσχερή χρεοκοπία, με πρωταρχικό θύμα τον ελληνικό λαό.

  • Tου Σταμου Ζουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η «επίθεση φιλίας» του ΠΑΣΟΚ προς τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ

Posted on Φεβρουαρίου 3, 2009. Filed under: Κόμματα, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, Πολιτική | Ετικέτες: |

Τα 2,99 εκατ. των Ελλήνων πολιτών, που ψήφισαν τη Ν.Δ., πρέπει από την περασμένη Κυριακή να έχουν αποβάλει κάθε στοιχείο ενοχής και καταισχύνης. Ταυτόχρονα μπορούν να νιώθουν ισότιμοι των 2,72 εκατ. συμπολιτών τους που ψήφισαν το ΠΑΣΟΚ. Και τούτο οι ψηφοφόροι της Ν.Δ. το οφείλουν στον κ. Γιάννη Ραγκούση, ο οποίος δήλωσε σε συνέντευξή του ότι «η πλειοψηφία τους είναι έντιμοι Ελληνες». Προφανώς, αυτή η δημόσια αναγνώριση δεν προκαλεί μόνο συγκίνηση στους ψηφοφόρους της Ν.Δ. αλλά και μια τάση ανταποδόσεως της μεγαθυμίας του γραμματέως του ΠΑΣΟΚ. Τουλάχιστον αυτό φαίνεται να πιστεύουν οι «στρατηγικοί εγκέφαλοι» της Χαρ. Τρικούπη, οι οποίοι «είναι διατεθειμένοι» να ανοίξουν την πόρτα του ΠΑΣΟΚ και να δεχθούν κάθε «έντιμο» –έστω– ειλικρινώς μεταμεληθέντα ψηφοφόρο της Ν.Δ. Φυσικά, η στήλη αυτή δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με τον κ. Ραγκούση, αν μια τόσο ανόητη και φαυλεπίφαυλη θέση δεν εξέφραζε τη «νέα» στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, εν όψει των προσεχών εκλογών. Πρόκειται για «την αμφίπλευρη επίθεση φιλίας του ΠΑΣΟΚ» προς τους ψηφοφόρους της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε το κόμμα αυτό «να συγκροτήσει την αναγκαία πλατιά κοινωνική συμμαχία, που θα μετατρέψει το σημερινό του προβάδισμα σε κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα για την αυτοδυναμία». Στο πλαίσιο της «νέας» στρατηγικής, θα ενταθούν οι αναφορές, που θα διαχωρίζουν τους «έντιμους» ψηφοφόρους της Ν.Δ. από τα στελέχη εκείνα «που ντρόπιασαν» την παράταξη, με στόχο να επιταχυνθούν και να διευρυνθούν οι διαρροές του κυβερνώντος κόμματος προς το ΠΑΣΟΚ. Ως επιβεβαίωση, δε, της στρατηγικής αυτής αναφέρεται η «εναρκτήρια» δήλωση του κ. Ραγκούση, καθώς και η συνάντηση του κ. Γ. Παπανδρέου με τον πρόεδρο του ΣΥΝ κ. Αλέκο Αλαβάνο, που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, με πρωτοβουλία του πρώτου. Είναι προφανές ότι με την κίνησή του αυτή ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε –και μάλλον κατά τρόπο άγαρμπο– να επηρεάσει τις διεργασίες που συντελούνται στις «συνιστώσες της συμμαχίας», ως προς το ενδεχόμενο συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ.

Το πρώτο ερώτημα, που ανακύπτει στους παλαιότερους εξ ημών και στους γνώστες της νεότερης ιστορίας μας, είναι σε τι διαφέρει η «αμφίπλευρη επίθεση φιλίας» του ΠΑΣΟΚ, με «τον διμέτωπο αγώνα», τον οποίο είχε κηρύξει προ 45ετίας ο Γεώργιος Παπανδρέου, παππούς και συνονόματος του σημερινού προέδρου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως. Και οι δύο «πολεμικές επιχειρήσεις» έχουν, ακριβώς, το ίδιο περιεχόμενο και στόχο. Χρησιμοποιούν ως βασικό πεδίο της πολιτικής αντιπαραθέσεως τις υφιστάμενες ή μη ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις, αναμοχλεύοντας πάθη και προκαταλήψεις, με στόχο τη διεύρυνση της εκλογικής βάσεως της προ 45ετίας Ενώσεως Κέντρου και του σημερινού ΠΑΣΟΚ, προς τα δεξιά και προς αριστερά. Στη 10ετία του 1960, με νωπές ακόμη τις μνήμες του Εμφυλίου και έντονες τις ιδεολογικοπολιτικές διαφορές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, η «επιχείρηση» ονομάσθηκε «διμέτωπος αγώνας», με τη έννοια ότι το Κέντρο δεχόταν αμφίπλευρη απειλή και ότι όφειλε να αντεπιτεθεί ταυτόχρονα προς τους δύο αντιπάλους του. Σήμερα, που το προ 45ετίας περιεχόμενο της πολιτικής αντιπαραθέσεως έχει παντελώς εκλείψει, το ΠΑΣΟΚ ονομάζει την επεκτατική του στρατηγική «αμφίπλευρη επίθεση φιλίας», προσφέροντας απλώς και μόνον ένα συγχωροχάρτι (!) προς τους αλλόδοξους ψηφοφόρους. Οι οποίοι, ως «έντιμοι δεξιοί» και ως «προβληματιζόμενοι αριστεροί», όπως π.χ. ο κ. Φώτης Κουβέλης, δεν έχουν άλλη επιλογή, παρά να συστρατευθούν (εν τιμή και δόξη) με το ΠΑΣΟΚ…

Αδιαμφισβήτητα τα δύο μεγάλα και «πολυσυλλεκτικά» κόμματα είχαν πάντοτε ως στόχο την πανταχόθεν διεύρυνση της εκλογικής τους βάσεως. Η κίνηση, όμως, αυτή γινόταν με συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά «ανοίγματα» προς τους ετερόδοξους ψηφοφόρους ή ακόμη και με τη μεταπήδηση μεμονωμένων, είτε ομάδος πολιτικών από το ένα κόμμα στο άλλο. Και τούτο σε εποχές, που οι παραπάνω «στρατηγικές» μπορούσαν να βασισθούν σε κάποια αξιόπιστα πολιτικά επιχειρήματα. Δεν υπάρχει, όμως, πολιτικό προηγούμενο, κατά το οποίο ένα μεγάλο κόμμα να επιχείρησε να διαχωρίσει τους ψηφοφόρους του άλλου, σε «έντιμους και ανέντιμους»· σε «συνυπεύθυνους και ανεύθυνους» για τα κυβερνητικά πεπραγμένα!! Εξίσου πρωτοφανές είναι να προβάλλεται ως κίνητρο μεταπηδήσεως ψηφοφόρων της Ν.Δ. στο ΠΑΣΟΚ, η «οργή» των «εντίμων» οπαδών της έναντι των κυβερνητικών στελεχών «που ντρόπιασαν» την παράταξή τους.

Πέραν όλων αυτών, εκείνο που προκαλεί ιλαροτραγική εντύπωση και καθολική απογοήτευση είναι η συνάρτηση της «νέας» στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ με το ενδεχόμενο προώρων εκλογών, μεσούσης –αν όχι κορυφούμενης– της κρίσεως που αντιμετωπίζει (και) η χώρα μας. Σε μια στιγμή· που απαιτείται από τα πολιτικά μας κόμματα να «πουν όλη την αλήθεια στον ελληνικό λαό» για την έκταση, τη διάρκεια και τις επιπτώσεις της κρίσεως· που επιβάλλεται ειλικρίνεια, σύνεση και πολιτική συναίνεση απ’ όλους τους πολιτικούς μας φορείς· που θεωρείται αυτονόητο το χρέος και η συνυπευθυνότητα όλων για τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπισθεί η κατάσταση· τη στιγμή αυτή τι πράττει ο «επικρατέστερος» μνηστήρας της εξουσίας; Στερούμενος οποιουδήποτε σχεδίου και προτάσεως για την έξοδο της χώρας από την κρίση, επιχειρεί, με πρωτάκουστο σε φαυλότητα τρόπο, να εξαπατήσει το εκλογικό σώμα, απευθυνόμενος στους «έντιμους» και «προβληματιζόμενους» ψηφοφόρους. Και φυσικά προσβάλλει όχι μόνον τη νοημοσύνη, αλλά και τη στοιχειώδη κρίση των πολιτών, όταν ζητεί την ψήφο τους, επικαλούμενος, ως μόνο προτέρημα ή ελαφρυντικό, την αναγνώριση «του προτέρου εντίμου βίου του»…

Κατά τ’ άλλα στον παπατζίδικο τρόπο, με τον οποίο εξακολουθεί να παίζει το χαρτί των εκλογών η σημερινή κυβέρνηση, αναφερθήκαμε την περασμένη Κυριακή. Οπως ανάλογα σχολιάσθηκε από τις στήλες της «Κ» και η «αφετηρία» της μηδενικής βάσεως, με την οποία ζητείται η παράταση της λαϊκής ανοχής, για μια κυβερνητική πορεία, που έχει ήδη συμπληρώσει 5ετία. Είναι κάπως δύσκολο να ισχύσει η μηδενική βάση ως προς τη μνήμη και την εμπειρία των ψηφοφόρων της Ν.Δ. Ομως, ακόμη δυσκολότερο είναι να καταληφθεί το εκλογικό σώμα από πλήρη αμνησία, αναφορικά με το βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ και να του εμπιστευθεί εν λευκώ την εξουσία. Δηλαδή αν, τελικά, το εκλογικό δίλημμα τεθεί μεταξύ αναξιοπιστίας και ανυποληψίας των δύο αντιπάλων, φυσικά δεν θα ευθύνονται οι ψηφοφόροι. Ούτε η επιλογή τους…

  • Tου Σταμου Ζουλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Σε πυξίδα πολιτικής έχουν αναχθεί οι δημοσκοπήσεις

Posted on Ιανουαρίου 18, 2009. Filed under: Uncategorized | Ετικέτες: |

Tου Σταμου Ζουλα, Η Καθημερινή, 18/01/2009. Η πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας διαφεντεύεται πλέον από τις δημοσκοπήσεις, τείνοντας να εκφυλισθεί σε διαμάχη εντυπώσεων και επικοινωνιακών τεχνασμάτων, ενώ την ίδια στιγμή τα πραγματικά προβλήματα επιδεινώνονται και προσλαμβάνουν εκρηκτικές διαστάσεις. Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητος της χώρας και οι δραματικές επιπτώσεις που επιφυλάσσει το γεγονός αυτό για την οικονομία μας, πέρασε στις υποσημειώσεις της πολιτικής ατζέντας των κομμάτων μας. Με ανάλογη αδιαφορία αντιμετωπίσθηκε την εβδομάδα αυτή και η επίσημη επιβεβαίωση, μέσω πολυσέλιδης προκηρύξεως, ότι ο «Επαναστατικός Αγώνας», έχει ήδη συγκροτηθεί και δρα ως νέα τρομοκρατική οργάνωση, επιχειρώντας να καλύψει το «κενό», που άφησε η εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη». Ως προς τη σημασία και την επικινδυνότητα των δύο παραπάνω προβλημάτων, ας επισημάνουμε επιγραμματικά μόνον τα εξής: Η οικονομία μας εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από τον εξωτερικό δανεισμό, η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας είναι ήδη η χαμηλότερη, μεταξύ των 12 παλαιοτέρων μελών της Ε.Ε., η χρέωσή μας γίνεται συνεχώς και επαχθέστερη και οι εταίροι μας επισημαίνουν ότι απαιτούνται άμεσες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα υγείας, στην ασφάλιση, κλπ. Ζητούν, δηλαδή, από τους πολιτικούς μας ταγούς να προχωρήσουν, εν μέσω οικονομικής και κοινωνικής κρίσεως, σε μέτρα που δεν τόλμησαν να λάβουν υπό ομαλότερες συνθήκες. Ταυτόχρονα, η επανεμφάνιση της τρομοκρατίας, συνεπικουρούμενη και από το αίσθημα ανασφάλειας, που προκαλεί η «αναβάθμιση» του κοινού εγκλήματος, είναι ικανή να απειλήσει την πολιτική σταθερότητα, να δυναμιτίσει κάθε προσπάθεια συναίνεσης και να ματαιώσει την απαιτούμενη κοινωνική συνοχή.

Με τα δεδομένα αυτά η διαμάχη των εντυπώσεων, στην οποία έχει εκτραπεί η πολιτική αντιπαράθεση των πολιτικών μας κομμάτων, δεν συνιστά μόνον ανεπίτρεπτο στρουθοκαμηλισμό, αλλά προφανώς είναι άκρως επικίνδυνη για την εξέλιξη των πραγματικών προβλημάτων της χώρας. Οπως δε προαναφέραμε το «περιεχόμενο» της διαμάχης αυτής υπαγορεύεται μόνον από τις δημοσκοπήσεις. Η Ν.Δ. φαίνεται να «κέρδισε», με τον ανασχηματισμό, δύο ποσοστιαίες μονάδες. Το μόνο απτό πολιτικό στοιχείο του ανασχηματισμού, ήταν η μη συμμετοχή στη νέα κυβέρνηση των πέντε υπουργών, οι οποίοι είχαν «εμπλακεί» στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Τούτο υποδηλώνει σαφώς ότι το κυβερνών κόμμα ανέλαβε τις πολιτικές του ευθύνες στην συγκεκριμένη υπόθεση, προφανώς δε η απόφαση αυτή του πρωθυπουργού, έστω και καθυστερημένη, συνέβαλε καθοριστικά στη «δημοσκοπική αναπνοή» της Ν.Δ. και στα «χαμόγελα της Ρηγίλλης». Κατά τ’ άλλα η αντικατάσταση του κ. Αλογοσκούφη, όπως και οι λοιπές αλλαγές προσώπων στην κυβέρνηση και στον κρατικό μηχανισμό, παραμένουν ακόμη (δικαιολογημένα έστω) στο πεδίο του εντυπωσιασμού, αφού οι επιλογές αυτές δεν έχουν δοκιμαστεί στην πράξη.

Την ίδια στιγμή οι δύο παραπάνω ποσοστιαίες μονάδες, ενδεχομένως περιστασιακές, αλλά και ευρισκόμενες στο όριο του στατιστικού λάθους, προκάλεσαν σχεδόν πανικό στην Χαριλάου Τρικούπη. Ετσι, η αντεπίθεση του ΠΑΣΟΚ εξαπολύθηκε για την ανάκτηση του «χαμένου εδάφους» στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Με ειλημμένη την απόφαση της Ν.Δ. να μην μετάσχει στη διαδικασία και να την ακυρώσει, το ΠΑΣΟΚ επανακατέθεσε την πρόταση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής, αποβλέποντας μόνον στις εντυπώσεις για «τη νέα φυγομαχία» της κυβερνήσεως και «για απόπειρα συγκαλύψεως» τυχόν ποινικών ευθυνών των «εγκαλουμένων». Ευθύνες, οι οποίες ουδόλως προέκυψαν από τη δικαστική διερεύνηση της υποθέσεως και που αν ακόμη υπάρχουν, ήταν αδύνατον να εντοπισθούν και να στοιχειοθετηθούν από μια προανακριτική επιτροπή της Βουλής. Ας προστεθεί δε και το εξής τραγελαφικό: Οι εμπνευστές της «αντεπιθέσεως» δεν φρόντισαν καν να συγκαλύψουν τις προθέσεις τους για τη δημιουργία αποκλειστικώς και μόνον εντυπώσεων. Θα μπορούσαν, δηλαδή, να συμπεριλάβουν στους «εγκαλουμένους» και τους τέως υπουργούς του ΠΑΣΟΚ κ. Φωτιάδη και Δρυ, οι οποίοι αποδεδειγμένα είναι συνεμπλεκόμενοι και μάλιστα στην πρωτογενή φάση του σκανδάλου. Ή έστω να προβούν σε μια κίνηση αναλήψεως των πολιτικών τους ευθυνών, όπως έπραξε η Ν.Δ.

Τα δημοσκοπικά σκαμπανεβάσματα αποτελούν τον βασικό γνώμονα για τη χάραξη ή τον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής και των μικροτέρων κομμάτων· με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον ΣΥΡΙΖΑ. Ετσι, διαπιστώνουμε όλοι μας τις τελευταίες ημέρες ότι οι κ. Αλέκος Αλαβάνος και Αλέξης Τσίπρας, τιθασσεύουν τον επαναστατικό τους οίστρο και με διάθεση μιας σιωπηρής αυτοκριτικής, «επανατοποθετούνται» έναντι των «κουκουλοφόρων», του «πανεπιστημιακού ασύλου» και της «πεζοδρομιακής αντίστασης». Φυσικά το γεγονός αυτό ουδείς μπορεί να το αποσυνδέσει από τη «δημοσκοπική κατάρρευση» του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από το προ 8μήνου 17%, έχει συρρικνωθεί στα «φυσιολογικά» του ποσοστά, διαγκωνιζόμενος με τη σταθερή, αλλά μονοψήφια, εκλογική δύναμη του ΚΚΕ. Αντίθετα, ο Περισσός, με καθυστερημένα -όπως συνήθως- αντανακλαστικά, φαίνεται να θαυμάζει εκ των υστέρων τα δημοσκοπικά και παρωχημένα κλέη του ΣΥΝ, αναβαθμίζοντας το ταξικό του μένος εναντίον της «πλουτοκρατίας». Ο «Ριζοσπάστης», σχολιάζοντας τον εύλογο φόβο, που προκάλεσε στους Ελληνες επιχειρηματίες η εγκληματική πράξη της απαγωγής του κ. Π. Παναγόπουλου και τη μέριμνα ενισχύσεως της προσωπικής τους ασφαλείας, «διερωτήθηκε»: «Μήπως έχουν κάνει κάτι και φοβούνται»; Δηλαδή, η συμπεριφορά κάθε Ελληνα επιχειρηματία τίθεται υπό την κρίση και των κοινών εγκληματιών, έστω και αν αυτοί έχουν ως μοναδικό κίνητρο την απόσπαση ληστρικών και υπέρογκων λύτρων (!). Τέλος την ίδια δημοσκοπική τακτική ακολουθεί και ο ΛΑΟΣ. Οσάκις διαπιστώνει ότι η Ν.Δ. βρίσκεται σε κάμψη, επιδίδεται σε ανανταπόδοτους εναγκαλισμούς και προσφορές κοινοβουλευτικής βοήθειας. Οταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ισχυρό το κυβερνών κόμμα, εντείνει τις αντιπολιτευτικές του επιθέσεις, προκειμένου η Ν.Δ. να καταστεί ξανά «χρήζον βοηθείας» κόμμα…

Με άλλους λόγους οι δημοσκοπήσεις, από «απλά εργαλεία προβληματισμού και μελέτης», όπως τις χαρακτήριζαν μέχρι πρότινος τα κόμματά μας, έχουν αναβαθμισθεί σε γνώμονα για τη χάραξη και τη συνεχή αναπροσαρμογή της πολιτικής τους. Φαίνεται ότι οι πολυπράγμονες θαμώνες του «πρωινού καφέ» στα «ηγετικά στέκια» των κομμάτων μας, τείνουν πλέον να επιβάλουν την άποψη, πως το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών θα διαμορφωθεί από κάποια «πανελλαδική δημοσκόπηση», η οποία θα επικαλύπτει την κρίση και τη βούληση του Ελληνα πολίτη. Η αντίληψη αυτή θα ήταν απλώς κωμική, αν δεν υπερτερούσε το τραγικό στοιχείο, ως προς την ποιότητα της πολιτικής μας ζωής και την πορεία του τόπου.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η «νεοτρομοκρατία», πρώτο μέλημα της κυβερνήσεως

Posted on Ιανουαρίου 11, 2009. Filed under: Ανασχηματισμός, Πολιτική, ΣΥΡΙΖΑ, Τρομοκρατία, Ταραχές | Ετικέτες: |

Tου Σταμου Ζουλα, Η Καθημερινή, 11/01/2009

Ο ανασχηματισμός της κυβερνήσεως, όπως προδικάζαμε από τη θέση αυτή την περασμένη Κυριακή, δεν προκάλεσε ούτε ενθουσιασμό ούτε εντυπωσιασμό ούτε απογοήτευση. (Με εξαίρεση τους νεοεισελθόντες και τους απελθόντες υπουργούς και την προαποφασισμένη, όπως συμβαίνει παγίως, αποδοκιμασία του από την αντιπολίτευση.) Οι αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα θα κριθούν στην πράξη κατά τους αμέσως επόμενους μήνες και κυρίως σε δύο πεδία: την αντιμετώπιση της νεόκοπης τρομοκρατίας και του οικονομικού προβλήματος. Προτάσσουμε το θέμα της τρομοκρατίας, διότι αποτελεί μια νέα απειλή, με άγνωστο, ακόμη, το μέγεθος και τις επιπτώσεις της. Αλλωστε, οποιαδήποτε προσπάθεια περιστολής της οικονομικής κρίσεως προϋποθέτει κοινωνική συνοχή και ηρεμία· απαιτεί στοιχειώδη, έστω, πολιτική συναίνεση και επιβάλλει αίσθημα αυξημένης ευθύνης εκ μέρους όλων των παραγόντων ή εταίρων της δημόσιας ζωής του τόπου. Ακριβώς, εναντίον των προϋποθέσεων αυτών στρέφεται το νέο κύμα τρομοκρατίας, επιδιώκοντας να τις δυναμιτίσει και να τις ακυρώσει.

Εχει κάθε λόγο, λοιπόν, η «νέα» κυβέρνηση να δώσει άμεση προτεραιότητα στην εξάρθρωση του νέου κύματος τρομοκρατίας, προτού αυτό οργανωθεί και δράσει, με τα πρότυπα της «17 Νοέμβρη», η οποία ταλάνισε τη χώρα επί περίπου 30 χρόνια. Με την πρόσθετη επισήμανση ότι η παραπάνω οργάνωση, στην περίοδο που έδρασε, ουδέποτε προσέλαβε τις διαστάσεις άμεσης απειλής για την πολιτική αποσταθεροποίηση της χώρας, την κατάρρευση της οικονομίας και την πρόκληση κοινωνικού χάους. Οχι διότι δεν το επεδίωκε, αλλά γιατί οι συνθήκες δεν την ευνοούσαν, όπως συμβαίνει σήμερα με τους «άπειρους και ανοργάνωτους» νεοτρομοκράτες. Ταυτόχρονα, η επίδειξη τόλμης και αποφασιστικότητος εκ μέρους της «νέας» κυβερνήσεως στο ζήτημα αυτό, θα υποχρεώσει και τα άλλα κόμματα, εκτός των θεωρητικών και κατά περίπτωση καταγγελιών τους «κατά της βίας», να λάβουν σαφή θέση, ως προς τον τρόπο και τα μέτρα που απαιτούνται για την αντιμετώπισή της. (Εβλεπα, π.χ. τον κ. Αλέξη Τσίπρα και τον κ. Αλέκο Αλαβάνο «να καταδικάζουν» την δολοφονική επίθεση κατά του 20χρονου αστυνομικού και η έκφρασή τους μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια. Οταν η μάνα μου με ανάγκαζε να πιω ένα κουταλάκι της κατάπικρης, τότε, σκόνης κινίνου ή εκείνο το εμετικό μουρουνέλαιο.)

Συνεπώς, δεν αρκούν οι μεμονωμένες φωνές του ΣΥΡΙΖΑ, όπως π.χ. η σαφής καταδίκη της τρομοκρατίας από τον κ. Φώτη Κουβέλη και η διαβεβαίωσή του ότι «και άλλα μέλη του ΣΥΝ, έχουν την ίδια θέση». Σημασία έχει το τι δηλώνει και πώς ενεργεί, διαχρονικά, η ηγεσία του. Αίφνης την ίδια στιγμή, που ο κ. Κουβέλης, προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα στο κόμμα του, κυκλοφορούσε το ημερολόγιο της «Αυγής» με 70 φωτογραφίες, προβάλλοντας τη δράση των κουκουλοφόρων· δηλαδή την καταστροφή και τη διαρπαγή καταστημάτων, φλεγόμενους αστυφύλακες, το κάψιμο και το χάος της Αθήνας. Αν αυτό δεν σημαίνει στήριξη και ενθάρρυνση των «ταραξιών», οι οποίοι –κατά την ευμενέστερη εκδοχή– βρίσκονται ακόμη σήμερα στον προθάλαμο της νεοτρομοκρατίας, η ενέργεια αυτή πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί; Αν μη τι άλλο, ένα ημερολόγιο τοίχου, με την 12μηνη ανάρτησή σε κάποιο σπίτι, αποβλέπει στο να εκπέμψει την ελπίδα και την αισιοδοξία. Οχι να μεταδώσει το έρεβος και την αποκαρδίωση ή –ακόμη πιο γελοίο– να λειτουργήσει ως μανιφέστο μιας απροσδιορίστων στόχων, ακαθοδήγητης και άναρχης «επανάστασης». (Αλλά με τα ίδια μυαλά οι εμπνευστές του ημερολογίου πάλι καλά που δεν ζήτησαν από το αρμόδιο υπουργείο να το εντάξει στην διαφημιστική εκστρατεία του τουρισμού μας στο εξωτερικό…)

Σε μικρότερη κλίμακα, αλλά με βαρύτερη πολιτική σημασία, εκδηλώθηκε, με αφορμή την δολοφονική επίθεση εναντίον του νεαρού αστυνομικού, ανάλογη διχοστασία και στο ΠΑΣΟΚ. Αυτό προκύπτει από τις εσωκομματικές αντιδράσεις, που προκάλεσε η δήλωση του αρμοδίου για θέματα δημοσίας τάξεως κ. Χάρη Καστανίδη, οποίος θεώρησε «ενδεχόμενο» η επίθεση «να συνδέεται με το παρακράτος». Οπως μέγα δίλημμα προκάλεσε στην Χαριλάου Τρικούπη το αν ο κ. Παπανδρέου όφειλε να επισκεφθεί τον χαροπαλαίοντα αστυφύλακα την ίδια μέρα, όπως έπραξε ο πρωθυπουργός, ή την επομένη, ώστε να μετριασθούν οι εντυπώσεις, «λόγω του κλίματος που επικρατεί στη νεολαία» (!). Τέτοιου είδους «διλήμματα εντυπώσεων», από ένα κόμμα, που αδημονεί να επανέλθει στην εξουσία και πιθανώς να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο κάποιο νέο κύμα τρομοκρατίας, όπως υποχρεώθηκε να πράξει επί περίπου μια 20ετία με την «17 Νοέμβρη», δεν είναι απλώς απαράδεκτα –αλλά πρωτίστως– εξαιρετικά δυσοίωνα. Επιπλέον, όταν η ατολμία, η αμφισημία ή –ακόμη χειρότερα– η νοοτροπία του κομματικού ωφελιμισμού σε ένα τέτοιο ζήτημα εκδηλώνονται από τον μνηστήρα της εξουσίας, κατά ποία λογική μπορούμε να απαιτήσουμε από συνδικαλιστές, καθηγητές, φοιτητές, επαγγελματικές ή επιστημονικές οργανώσεις, κ.λπ., να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν και «να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων»;

Για όλους αυτούς τους λόγους, η «νέα» κυβέρνηση οφείλει πρώτη, αμέσως και αποφασιστικά, να θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Αρχίζοντας από το «πανεπιστημιακό άσυλο». Το οποίο, από χώρος «ελεύθερης διακίνησης των ιδεών» –που παρεμπιπτόντως– δεν απειλείται ούτε πλέον «προστατεύεται» πουθενά στις δημοκρατικές χώρες, έχει μεταβληθεί (κατά την μετριοπαθέστερη εκδοχή) σε άντρο χρήσεως και διακινήσεως ναρκωτικών. Αυτό, όμως, θα ήταν ένα απλό και, ίσως, συγχωρητέο πταίσμα, χάριν της διατηρήσεως του «αγαθού» του ασύλου. Αμφισβητεί, όμως, κανείς ότι η πρόσφατη επίθεση εναντίον λεωφορείου της Αστυνομίας διενεργήθηκε με καλάσνικοφ (!) μέσα από τον χώρο της Πανεπιστημιουπόλεως; Αγνοεί κανείς το γεγονός ότι πολλοί πανεπιστημιακοί χώροι τελούν επί χρόνια «υπό κατάληψη» από «άγνωστα» άτομα, χρησιμοποιούμενοι ως γιάφκες, για την κατασκευή εμπρηστικών όπλων· ότι λειτουργούν ως ορμητήρια και καταφύγια των «κουκουλοφόρων»; Μπορεί να εθελοτυφλεί κανείς στο αυταπόδεικτο ότι «οι μειοψηφίες» αυτές έχουν επιβάλει, βιαίως και καταναγκαστικώς, την δεσποτεία τους στην πλειοψηφία της σπουδάζουσας νεολαίας; Οτι πρωτοστατούν όχι μόνον για την πλήρη υποταγή, αλλά και στον κατευτελισμό των πανεπιστημιακών δασκάλων; Οτι, τέλος, απεργάζονται την πλήρη απαξίωση και την διάλυση της Παιδείας;

Ιδού, λοιπόν, το πρώτο βήμα, το οποίο οφείλει να κάνει η ανασχηματισθείσα κυβέρνηση. Να καλέσει, αύριο κιόλας, τις ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων, προκειμένου, με δική της εισήγηση, να συναποφασισθεί η αντιμετώπιση του προβλήματος του «πανεπιστημιακού ασύλου». Η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών έχει προ πολλού αντιληφθεί την ουσία, τη σημασία και την κρισιμότητα του «προβλήματος». Η ευθύνη για το «διά ταύτα» εναπόκειται στα κόμματα και σε όλους τους «συναρμόδιους» φορείς…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Υπάρχει και χρειαζόμαστε ένα χαρμόσυνο μήνυμα…

Posted on Δεκέμβριος 29, 2008. Filed under: Δημοκρατία, Εκλογές, Ελλάδα, Κόμματα, Κοινωνία, Νεολαία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Σταμου Ζουλα, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Οπως όλοι μας τις χρονιάρες τούτες μέρες, αγαπητοί αναγνώστες, έτσι και ο υπογράφων, αισθάνεται την ανάγκη να ξεφύγει από τα μαύρα κι άραχλα των ημερών, που ζούμε, να μετριάσει τις απειλές που ζώνουν τη χώρα, να αναζητήσει μια ελπίδα εξόδου από τη δεινή κρίση, οποία ήδη έχει μπει στη ζωή μας. Δεν θα επικαλεσθώ τη φράση του Παύλου Μπακογιάννη ότι «στην πολιτική δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Διότι δεν την θεωρώ ευοίωνη ή αρκούντως εφησυχαστική, αφού βασίζεται στον «πατριωτισμό» των κομματικών ηγεσιών (μέχρι στιγμής ανεκδήλωτο) και όχι στη φιλοπατρία των πολιτών. Θα αναφερθώ στην πρώτη ομιλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1974 και ενώ αναλάμβανε το τεράστιο έργο να βγάλει τη χώρα από το έρεβος της εφταετούς δικτατορίας. Απευθυνόμενος, απευθείας στον ελληνικό λαό, είπε τότε ο Κ.Κ.: «Στη ζωή όλων των εθνών υπάρχουν στιγμές που επιβάλλουν έξαρση ηθική και εθνική. Είναι οι στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός, απογοητευμένος από το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, αναζητεί με αγωνία τον δρόμο του. Και τις στιγμές αυτές ακριβώς ζει σήμερα η χώρα μας». Η πίστη του μεγάλου πολιτικού ηγέτη προς τον ελληνικό λαό δικαιώθηκε. Διότι χωρίς την «ηθική και εθνική έξαρση» των πολιτών δεν θα ’ταν τότε εφικτή η αποκατάσταση της ομαλότητος, η εδραίωση της Δημοκρατίας και η επάνοδος της χώρας στον δρόμο της προόδου και της ευημερίας.

Κάτι ανάλογο διαφαίνεται τις τελευταίες εβδομάδες στη χώρα μας, αφού η ωριμότητα και η σύνεση των πολιτών, φαίνεται ότι αρχίζει όχι μόνον να υπερτερεί του αισθήματος ευθύνης των πολιτικών μας κομμάτων, αλλά και να υπαγορεύει συμπεριφορές και λύσεις. Κατά πρώτο λόγο η μέχρι σήμερα απαξιωτική αντίληψη ότι «όλοι, (δηλαδή κόμματα και πολιτικοί) είναι ίδιοι», άρχισε να υποχωρεί. Παράλληλα δημιουργείται η πεποίθηση ότι στα πολιτικά μας κόμματα –και ιδίως στα δύο μεγαλύτερα– υπάρχουν πολιτικοί, οι οποίοι δεν ταυτίζουν το συμφέρον του κόμματός τους και τη βουλευτική τους οντότητα, με το όφελος του τόπου. Πολιτικοί, που δεν δέχονται ότι η διαφθορά είναι «ενδημική, γενικευμένη και αναπότρεπτη», που αρνούνται να ταυτίζονται με επίορκους ή υπόλογους συναδέλφους τους, που αγανακτούν από τον συναγελασμό τους με αιφνιδίως και υπόπτως πλουτήσαντες «ομογάλακτούς τους· πολιτικοί, τέλος, πού θεωρούν την εσωκομματική κάθαρση και εξυγίανση, ως προϋπόθεση για την αναβάθμιση της πολιτικής μας ζωής. Αυτή η ανάγκη να διαχωρισθεί η ήρα από το σιτάρι, δεν ανέκυψε αιφνίδια και απρόοπτα. Προηγήθηκε η γενική αποδοκιμασία των πολιτών και η ταυτόσημη απαξίωση των κομμάτων εξουσίας, που καταγράφηκε από τις δημοσκοπήσεις, ως απαρχή καταρρεύσεως του διπολισμού.

Οσοι, για επαγγελματικούς λόγους, παρακολουθούμε τις διενεργούμενες συνεχώς δημοσκοπήσεις, δεν εντυπωσιαζόμαστε τόσο από τις αλλαγές του συσχετισμού των δυνάμεων μεταξύ των πολιτικών μας κομμάτων, οι οποίες συχνά είναι περιπτωσιακές, ευμετάβολες και –όχι σπάνια– ανατρέψιμες. Αντίθετα εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας σε ορισμένα καινοφανή ευρήματα, τα οποία υποδηλώνουν βαθύτερες, σημαντικότερες και γι’ αυτό, ίσως, περισσότερο σταθερές μεταβολές στο εκλογικό σώμα. Με το πνεύμα αυτό θα μπορούσαμε να επισημάνομε ότι για πρώτη φορά κατά την 34ετή περίοδο της μεταπολιτεύσεως, διαμορφώνεται –και μάλιστα διογκούμενη συνεχώς– μια πλειοψηφία πολιτών, που προτάσσει τη συνυπευθυνότητα και τη συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων στη διακυβέρνηση της χώρας. Συγκεκριμένα στην τελευταία δημοσκόπηση της GPO, που έγινε για λογαριασμό του MEGA, υποβλήθηκε το ερώτημα «ποια κυβέρνηση μπορεί καλύτερα να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση». Το 29,1% ετάχθη υπέρ μιας κυβερνήσεως συνεργασίας Ν.Δ.- ΠΑΣΟΚ.

Το 22,6% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση της Ν.Δ., το 22% θέλει συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ και το 17,2% επιλέγει αυτοδύναμη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Αδιαμφισβήτητα τα παραπάνω ευρήματα ανατρέπουν πάγιες, έως τώρα, αντιλήψεις περί «ισχυρών» μονοκομματικών κυβερνήσεων, περί «συγγενών» κομμάτων και περί «φυσικών» συμμαχιών. (Οπως, π.χ., στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας, τη δημιουργία ενός κεντροαριστερού σχήματος από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ ή μιας κεντροδεξιάς κυβερνήσεως από τη Ν.Δ. και τον ΛΑΟΣ). Επιπλέον, τα ευρήματα αυτά είναι σαφώς ασύμβατα με το δημοσκοπικό προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ και την αισιοδοξία του ότι άρχισε να προσεγγίζει την αυτοδυναμία, όπως αντιβαίνει και στην εμμονή της Ν.Δ. για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Ωστόσο η διακηρυσσόμενη βούληση της πλειοψηφίας των εκλογέων εξακολουθεί να απορρίπτεται από τις κομματικές μας ηγεσίες, που επιμένουν σε στερεότυπα και σε προκαταλήψεις του παρελθόντος. Το ευοίωνο όμως είναι, όπως σημειώσαμε την περασμένη Κυριακή, ότι πληθαίνουν συνεχώς, οι εξωπολιτικές εκκλήσεις για προσέγγιση των δύο μεγάλων κομμάτων, στις οποίες έχει αρχίσει να ανταποκρίνεται και ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών τους. Δεν είναι δε διόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι φωνές αυτές προέρχονται από βουλευτές, των οποίων το κύρος και οι αξιοπιστία δεν έχουν τρωθεί ούτε από σκάνδαλα ούτε από υποψίες διαφθοράς, ούτε έχουν διαβληθεί από κενόδοξες ηγετικές φιλοδοξίες.

Από τις διαπιστώσεις αυτές, αγαπητοί αναγνώστες, ο υπογράφων αντλεί και προσπαθεί να μεταδώσει – συνεπικουρούμενος και από το χαρμόσυνο κλίμα των ημερών– κάποιο πνεύμα αισιοδοξίας, στη δυσχερή περίοδο που διανύουμε. Μια αισιοδοξία, που βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην αφύπνιση και στην ενεργό παρέμβαση των πολιτών. Δηλαδή στην «ηθική και εθνική έξαρση» όλων μας, στην οποία είχε στηριχθεί και προ 34ετίας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Μόνο σε ένα «Μάξιμο θαύμα» μπορεί πλέον να ελπίζει η Ν.Δ.

Posted on Δεκέμβριος 14, 2008. Filed under: Αστυνομική βία, ΑΛΕΞΗΣ, Εκπαίδευση, Εκλογές, Εξεταστική επιτροπή, Καραμανλής Κώστας, Κοινωνία, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, Παιδεία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Σταμου Ζουλα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Σε κάθε επικείμενη αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας, υπάρχουν δύο κατηγορίες πολιτών, με διαφορετικά αισθήματα. (Αναφέρομαι αποκλειστικά στους περίπου 500.000 ψηφοφόρους, οι οποίοι, όπως έγραφα στη θέση αυτή προ διμήνου, μετακινούνται τα τελευταία χρόνια εναλλάξ μεταξύ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, αναδεικνύοντας την εκάστοτε κυβέρνηση.) Τα αισθήματα των ψηφοφόρων αυτών έχουν ιδιαίτερη σημασία όχι μόνον διότι θα κρίνουν το επόμενο εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά κυρίως διότι διαμορφώνουν το πολιτικό κλίμα, μέσα στο οποίο θα πορευθεί η χώρα σε συνθήκες δεινής οικονομικής και κοινωνικής κρίσεως. Αδιαμφισβήτητα, όσοι από την κατηγορία αυτή των πολιτών ψήφισαν στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις τη Ν.Δ., αισθάνονται σήμερα μια βαθύτατη απογοήτευση, η οποία, αν δεν συμβεί κάποιο «Μάξιμο θαύμα» στις αμέσως προσεχείς εβδομάδες, το πιθανότερο είναι να μεταβληθεί σε οργή. Και τούτο διότι οι πολίτες αυτοί, επιλέγοντας με απολύτως ανιδιοτελή και «εθνωφελή κριτήρια» το κόμμα που ψηφίζουν, είναι φυσικό να θίγονται «υπέρμετρα», όταν αντιλαμβάνονται ότι οι «νικητές» τους εξαπάτησαν ή- ακόμη χειρότερα- καπηλεύθηκαν την ψήφο τους.

Πέραν, όμως, της σημερινής απογοητεύσεως ή της οργής, η συγκεκριμένη κατηγορία των ψηφοφόρων διακρίνεται από πολιτική ωριμότητα, ο οποία, πιθανότατα, υπερτερεί και έναντι μιας σημαντικής μερίδας «επαγγελματιών» της πολιτικής μας ζωής. Γι’ αυτό η «πρόθεση ψήφου της» -έστω και οργισμένη- δεν είναι εκδικητική, καταστροφική και αδιέξοδη, όπως θα συνέβαινε, π.χ., αν οι ψηφοφόροι αυτοί «συντάσσονταν» σήμερα με τον κ. Αλέκο Αλαβάνο. Συνεπώς, δεν θα επιλέξουν, αλλά θα προσφύγουν στο δεύτερο κόμμα εξουσίας, όχι γιατί ελπίζουν σε κάτι καλλίτερο, αλλά πιστεύοντας ότι έτσι μπορεί να αποφευχθεί το χειρότερο. Με την ίδια λογική και σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ο διπολισμός όχι μόνον αναβιώνει, αλλά το ΠΑΣΟΚ, στερούμενο έως σήμερα εναλλακτικής προτάσεως, αποδυναμωμένο από αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις και με αρχηγό, ο οποίος μέχρι χθες εθεωρείτο, εσωκομματικά, ανεπαρκής και εσαεί «ηττοφόρος», έφθασε στο σημείο να προσβλέπει ακόμη και στην αυτοδυναμία. Τούτο δε αυτονοήτως το οφείλει στους «μετακινούμενους» -μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων- ψηφοφόρους, οι οποίοι, προφανώς, αξιολογούν ως μέγιστο κακό για τον τόπο την κυβερνητική συνεργασία του κ. Παπανδρέου με τον κ. Αλαβάνο. Δηλαδή «καλούνται» να αποτρέψουν την αποσταθεροποίηση, την ακυβερνησία και την παράλυση της χώρας, καθιστώντας «αυτοδύναμο» το έως χθες αδύναμο και χρήζον αριστερής πατερίτσας ΠΑΣΟΚ…

Ολα αυτά, αγαπητοί αναγνώστες, διαμορφώνουν σήμερα το πολιτικό κλίμα και κατ’ επέκταση το λαϊκό αίσθημα, εν μέσω της σοβούσης οικονομικής και κοινωνικής κρίσεως, η οποία, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, θα κορυφωθεί στο επόμενο δίμηνο. Αίφνης, όλοι οι Ευρωπαίοι ειδήμονες μας προειδοποιούν για επερχόμενο δανειακό αδιέξοδο, το οποίο μπορεί να απειλήσει τη χώρα ακόμη και με πτώχευση. Μαγικές συνταγές και σωτήριες πολιτικές προτάσεις δυστυχώς δεν υπάρχουν. Η μόνη λύση, για την αποτροπή της οικονομικής καταρρεύσεως, στην οποία θα καταφύγει κάθε κυβέρνηση, είναι η επιβολή εκτεταμένης λιτότητος, σαφώς αυστηρότερης- λόγω συνθηκών- εκείνης που εφήρμοσε το ΠΑΣΟΚ κατά τη διετία 1985 – 1987. Πόσο, όμως, γνωστή και αναμενόμενη είναι η επερχόμενη κατάσταση στον ελληνικό λαό;

Το παραπάνω ερώτημα δεν αναφέρεται στους 500.000 ψηφοφόρους που θα κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτοί γνωρίζουν την πραγματικότητα, ψηφίζοντας, όπως προαναφέραμε, για να αποτρέψουν το χειρότερο και όχι ελπίζοντας στο καλύτερο. Απευθύνεται στα υπόλοιπα… επτά εκατομμύρια των Ελλήνων ψηφοφόρων, οι οποίοι παραμένουν εν πολλοίς πιστοί στα κόμματά τους. Ωστόσο (και υπό τις σημερινές συνθήκες) το πιθανότερο είναι ότι μόνον μια μικρή κατηγορία και των εκλογέων αυτών θα οδηγηθεί στις κάλπες με την πεποίθηση πως το κόμμα τους μπορεί να αποτελέσει ή να συμβάλει στη «σωτήρια λύση». Η πλειονότητα θα δηλώσει κομματική προσήλωση, εξ αιτίας παραπλανήσεώς της ή λόγω παρωχημένων ιδεοληψιών και -ίσως- με τη λογική του ποδοσφαιρικού προπονητή ότι «η ομάδα έχει μεγαλύτερη ανάγκη από τους οπαδούς της, όταν πηγαίνει χάλια στο πρωτάθλημα». Με άλλους λόγους, σε μια περίοδο που στις κάλπες θα ’πρεπε να ενυπάρχει κάποιο αίσθημα ασφάλειας, εμπιστοσύνης και προοπτικής, η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος θα ψηφίσει με ανύπαρκτο ή και καταπτοημένο φρόνημα προσδοκίας και ελπίδας…

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για την κατάσταση αυτή ευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά το κυβερνών κόμμα· με το ΠΑΣΟΚ απλώς να επωφελείται ενός αναπάντεχου σκουντουφλήματος της Ν.Δ. στο επί πενταετία σταθερό της προβάδισμα. «Αναπάντεχου», διότι σπάνια συμβαίνει στα πολιτικά χρονικά να συντελείται, μέσα σ’ έναν χρόνο και με σχεδόν ανύπαρκτη αξιωματική αντιπολίτευση, μια πλήρης ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Επειδή, όμως, πολλοί στη Ρηγίλλης επικαλούνται για το «αναπάντεχο» εξωγενείς υπονομεύσεις και ενδογενείς σκευωρίες, ας προσθέσουμε τα εξής: Ουδείς αμφιβάλλει ότι οι «ρηξικέλευθες» συμφωνίες της χώρας μας με τη Ρωσία, την Κίνα κ.λπ. στον ενεργειακό και τον εμπορικό τομέα έχουν προκαλέσει την έντονη δυσφορία των ΗΠΑ, οι οποίες θα ήθελαν «διακαώς» μια άλλη κυβέρνηση και κυρίως κάποιον περισσότερο «συνεργάσιμο» πρωθυπουργό. Οπως γνωστό είναι και το ρεβανσιστικό μένος που διακατέχει ορισμένους «καναλαρχοεπιχειρηματίες», για την ανατροπή της Ν.Δ. από την εξουσία και την αντικατάσταση του σημερινού αρχηγού της. Ωστόσο, τέτοια επίβουλα σχέδια κατά κανόνα ενεργοποιούνται όταν ο «αντίπαλος» έχει ήδη αρχίσει να αποδυναμώνεται, χάνοντας -για άλλους λόγους- τη λαϊκή εμπιστοσύνη και στήριξη.

Οταν, λοιπόν, ανέφερα στην αρχή ότι μόνον σε ένα «Μάξιμο θαύμα» μπορεί η Ν.Δ. να ελπίζει για την ανάκαμψή της, δεν εννοούσα φυσικά την επίκληση και τη δαιμονοποίηση των έξωθεν ή έσωθεν ραδιουργιών εναντίον της. Αναφερόμουν στο τι μπορεί να πράξει ο κ. Κώστας Καραμανλής για να ανακτήσει το κόμμα του ένα μέρος -έστω- της εμπιστοσύνης που διέθετε έως τώρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι προϋπόθεση μιας τέτοιας προσπάθειας είναι η ειλικρινής αναγνώριση ασυγγνώστων λαθών και απαραδέκτων παραλείψεων. Είναι η απερίφραστη ανάληψη τουλάχιστον των πολιτικών ευθυνών για τα εκνόμως ή αθεμίτως διαπραχθέντα. Είναι, τέλος, και πρωτίστως επιβεβλημένος ο άμεσος και παραδειγματικός κολασμός των πολιτικώς υπευθύνων στελεχών του κυβερνώντος κόμματος. Διότι η ανάληψη ή ο καταλογισμός οποιασδήποτε ευθύνης ταυτίζεται με την κύρωση. Ιδίως όταν η ευθύνη των κάθε είδους υπολόγων διασαλεύει την ομαλή λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος, στιγματίζει μια μεγάλη παράταξη και ταπεινώνει τον κόσμο που την εμπιστεύθηκε.

Προφανώς, λοιπόν, ο κ. Κώστας Καραμανλής οφείλει να λάβει αποφάσεις οι οποίες απαιτούν το μάξιμουμ της πολιτικής του τόλμης, αγγίζοντας, ίσως, και το μέγιστο όριο της προσωπικής και της κομματικής διακινδυνεύσεως…

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...