Η αυτοπαγίδευση της φαυλοκρατίας

Posted on 15 Φεβρουαρίου, 2009. Filed under: Φαυλοκρατία | Ετικέτες: |

Θέλω να συστήσω στους αναγνώστες της επιφυλλίδας ένα βιβλίο. Που αν είχα τα χρήματα θα το χάριζα σε κάθε μαθητή της Τρίτης Λυκείου σε όλη τη χώρα. Ενα ευσύνοπτο, συναρπαστικό εγχειρίδιο Πολιτικής Αγωγής. Καίρια επιτομή της πολιτικής ιστορίας του ελλαδικού κρατιδίου, από την ίδρυσή του ώς σήμερα. Σοφή ανατομία των αιτίων της νεοελληνικής παρακμής, της αποσύνθεσης του πολιτικού και κοινωνικού μας βίου.

  • Τίτλος του βιβλίου: «Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία». Συγγραφέας, ο Ευάγγελος Κοροβίνης. Εκδότης, ο «Αρμός». Προλογίζει και επιλέγει ο Θεόδωρος Ζιάκας.

Τι ορίζει ως «φαυλοκρατία» το βιβλίο; Την αλλοτρίωση της πολιτικής λειτουργίας σε κατοχή και νομή του κράτους από ανταγωνιζόμενες φατρίες επαγγελματιών της εξουσίας. Κάθε φατρία διεκδικεί το μονοπώλιο των προνομίων και «λουφέδων» που εξασφαλίζει η διαχείριση των κοινών. Η διαχείριση είναι πάρεργο, κυρίως άσκηση πολιτικής είναι να διαγουμίζει η κυβερνώσα φατρία τον κρατικό κορβανά, την κοινωνική περιουσία.

Πώς και γιατί εμφανίζεται η φαυλοκρατία στο ελλαδικό κράτος από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του; Εμφανίζεται διότι ο θεσμός του νεωτερικού εθνικού κράτους ήταν κάτι ξένο, άγνωστο για την ελληνική εμπειρία: Δεν προέκυψε από τις ανάγκες των Ελλήνων, δεν συνδεόταν με τους ιστορικούς εθισμούς τους. Ηταν δάνειο σχήμα, «κάλπικο δάνειον».

Οι Ελληνες έβγαιναν από μακραίωνη, τελείως διαφορετική πολιτική εμπειρία και παράδοση: αυτήν της αυτοκρατορίας. Μια κεντρική εξουσία να δεσπόζει σε πληθυσμούς πολυεθνικούς και πολυφυλετικούς. Από την εποχή της Παλαιάς Ρώμης ώς και τους Οθωμανούς, η αυτοκρατορία συνέχιζε να αποτελεί διεθνική «Τάξη Πραγμάτων» (Ordo rerum) που ανεχόταν την κοινοτική αυτο-οργάνωση και αυτοδιαχείριση των Ελλήνων, την ιστορική συνέχεια του ελληνικού τρόπου της «πόλεως» και της «πολιτικής».

Στο πλαίσιο των σχέσεων της οθωμανικής εξουσίας, με τις κοινότητες των ραγιάδων διαμορφώθηκε, παράλληλα με την κοινωνική αυτο-οργάνωση, και η «πατρωνία»: μια αμυντική τακτική προστασίας των υποτελών από την αυθαιρεσία των κυριάρχων. Κάποιοι αναλάμβαναν τον ρόλο του μεσάζοντα, μεσολαβούσαν προσφέροντας εκδουλεύσεις μεσιτείας προς τις οθωμανικές αρχές, για να αποσπάσουν ευνοϊκή ή και χαριστική μεταχείριση, να μετριάσουν την τυραννική ασυδοσία των εξουσιαστών.

Εξω από την κοινότητα (που παρέμενε απήχημα της «πόλεως» και του «κράτους του δήμου») την εξουσία τη γνώριζαν οι Ελληνες, με εθισμούς αιώνων, μόνον σαν ξένο επικυρίαρχο, τη σχέση του λαού με τον επικυρίαρχο μόνο σαν τακτική «πατρωνίας». Τέτοιο είδος εξωκοινοτικής επικυριαρχίας ήταν για την ελληνική εμπειρία και το κράτος που έστησαν για τους Ελληνες οι Βαυαροί, τα θεσμικά όργανα αυτού του κράτους (Βουλή, κυβέρνηση, δημοσιοϋπαλληλία). «Εφυγεν ο Τούρκος και ήρθεν ο δημόσιος υπάλληλος».

Δεν επρόκειτο απλώς για την εικόνα που πρόβαλλε ο λαός στην κρατική εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και για τον τρόπο που η κρατική εξουσία καταλάβαινε και ασκούσε τον ρόλο της. Βουλή, κυβέρνηση και δημοσιοϋπαλληλία λειτουργούσαν ως θεσμοί άσχετοι με τη βούληση και τις ανάγκες της ευρύτερης κοινότητας – κοινωνίας των Ελλήνων, ανεξέλεγκτοι από το λαϊκό σώμα. Ετσι, το καινούργιο σχήμα του «εθνικού κράτους» ταυτιζόταν στις συνειδήσεις περισσότερο με την εξουσία του τούρκου αγά και καθόλου με τους εθισμούς του Ελληνα από την αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα.

Ο λαός, που με την ψήφο του απλώς «μετήλλασεν τυράννους» (Παπαδιαμάντης), κατέφευγε ταυτόχρονα στους δοκιμασμένους μηχανισμούς της «πατρωνίας» για να μπορεί να μετέχει ισχνά στην καταλήστευση του δημόσιου κορβανά από την εκάστοτε κυβερνώσα φατρία. Το κράτος στην Ελλάδα αναδείχθηκε ο κυριότερος εργοδότης της χώρας και «μήλον της έριδος», μεταξύ των αλληλοσπαρασσόμενων κομματικών πατρώνων.

Το βιβλίο δείχνει πειστικά πως η αυτονόητη και κυρίαρχη φαυλοκρατία αποδυναμώνει, ταπεινώνει και εξευτελίζει το ελλαδικό κράτος σε ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή, ώς σήμερα. Υπήρχαν και υπάρχουν πάντοτε οι εξαιρέσεις, οι αντιδράσεις, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του κράτους – «οι φαύλοι και οι εκσυγχρονιστές συνυπάρχουν πάντοτε σε κάθε κόμμα». Οι σοβαρότερες απόπειρες εκσυγχρονισμού, κατά το βιβλίο, έγιναν στην πρώτη πρωθυπουργία Τρικούπη (1882 – 1885), στην πρώτη διετία της πρωθυπουργίας Βενιζέλου (1910 – 1912), από το 1952 – 1958 με τον Παπάγο και τον Καραμανλή, όπως και με κάποια προσπάθεια από το 1996 – 2000, με την κυβέρνηση Σημίτη. Αφήνοντας πάντοτε άθικτο τον «πυρήνα του συστήματος διαφθοράς».

Οι κατά καιρούς εκσυγχρονιστές επιχειρούσαν να «βελτιώσουν» τη μεταπρατική λειτουργία του δάνειου κρατικού σχήματος, αλλά δεν διανοήθηκαν ποτέ τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα έβαζαν τέλος στον μιμητικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και θα το προσάρμοζαν στις ιδιαίτερες ανάγκες, στην ιδιοσυγκρασία και στους ιστορικούς εθισμούς του Ελληνα. Και επειδή παρέκαμπταν πάντοτε αυτόν τον εκ καταγωγής του κράτους θεμελιώδη παράγοντα της κακοδαιμονίας και της καθυστέρησης, άφηναν άθικτες και τις πιο τυπικές τους συνέπειες: την πατρωνία, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαπλοκή, τη διαφθορά.

Το βιβλίο καταδείχνει τεκμηριωμένα ότι η φαυλοκρατία στην Ελλάδα έφτασε στο απόγειο, στην ολοκλήρωση και κορύφωσή της, με το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Θα πρόσθετα: και με τις Νεοδημοκρατικές του απομιμήσεις του 1990 – 1993 και 2004 – 2009. Αλλά αυτή η κορύφωση μοιάζει να οδήγησε σε μιαν αυτονόμηση των μηχανισμών της φαυλότητας ανεξέλεγκτη πια από την κομματική πατρωνία: Η καταγραφόμενη ως «κρίση του δικομματισμού» είναι η κατάσταση ομηρείας στην οποία έχουν περιέλθει οι επαγγελματίες της εξουσίας. Το διαγούμισμα του κράτους οδήγησε σε έναν ξέφρενο δανεισμό που έχει καταλήξει σε εκποίηση του κράτους στους δανειστές του και αδυναμία των φαυλοκρατών να εξαγοράζουν ψήφους με ληστεία του κρατικού κορβανά. Οι παροχές της Ε.Ε., που υποκατέστησαν ως αντικείμενο καταλήστευσης το κοινωνικό χρήμα, μοιάζει να τελειώνουν. Και για το ξεπούλημα κοινωνικής περιουσίας το ανυπόληπτο κράτος δεν βρίσκει πια αγοραστές (βλ. περίπτωση «Ολυμπιακής») ή βρίσκει μπροστά του τον εισαγγελέα (βλ. τη συμπαιγνία της εξουσίας με τους βατοπεδινούς αερονύχηδες). Ταυτόχρονα, οι κυβερνώντες είναι όμηροι και της συνδικαλισμένης αδηφαγίας των χορτασμένων, που απαιτούν συνεχώς περισσότερες επιδοτήσεις, συνεχώς αυξανόμενες παροχές.

Μακάρι να διαβαστεί το πολύτιμο βιβλίο, να κριθεί, να συζητηθεί.

  • Tου Xρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Κάποιοι βουλευτές να στασιάσουν

Posted on 3 Φεβρουαρίου, 2009. Filed under: Βουλή, Βουλευτές, Γιανναράς Χρήστος, Διαφθορά, Ελλάδα, Ηγέτες, Ηθική, Θεσμοί | Ετικέτες: |

Η μεστή σε νοήματα προσευχή του πάστορα πριν από την ορκωμοσία του καινούργιου προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Οι θρησκευτικοί ύμνοι. Ο όρκος πάνω στη χριστιανική Βίβλο και τα λόγια του όρκου. Η καταληκτήρια στον προεδρικό λόγο επίκληση της ευλογίας του Θεού. Τίποτε από αυτά δεν έδινε την εντύπωση συμβατικής θρησκευτικής τελετουργίας. Τόσο οι αρχές και εξουσίες όσο και το πλήθος έδειχναν συνειδητή συμμετοχή στα τελούμενα, αυτοσυγκέντρωση, ενεργό κατάφαση. Αυτή η κοινωνία της μεταναστευτικής πανσπερμίας, της αποθέωσης στην πράξη του Ιστορικού Υλισμού, σώζει «σέβας θεών»: Τη συνείδηση ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει έστω και η ανάπηρη αντιπροσωπευτική δημοκρατία δίχως μεταφυσικό άξονα αναφοράς της ανθρώπινης ευθύνης.

Στην ελλαδική του παρόντος κοινωνία οι θρησκευτικές τελετουργίες που συνοδεύουν την πολιτική εθιμοτυπία κραυγάζουν τη νέκρα συμβατικών στερεοτύπων. Συνεχίζουν να υπάρχουν με την υποκριτική τάχα και συναίνεση των «συντηρητικών» και σε πείσμα της κεχηνώδους χλεύης των «προοδευτικών». Η διολίσθηση της ελλαδικής κοινωνίας σε παλιμβαρβαρικό μηδενισμό έχει εξαλείψει από τον δημόσιο βίο κάθε ρεαλιστική αίσθηση του «ιερού»: των δεδομένων της ζωής που μας υπερβαίνουν. Υπερβαίνουν τις πιστοποιήσεις μας, χειραγωγούν στην αναζήτηση «νοήματος» των υπαρκτών και της ύπαρξης. Ο μηδενισμός μηδενίζει τον σεβασμό των αινιγμάτων που η πάλη για την αποσφράγισή τους γεννάει τον πολιτισμό, μαζί και τη λογοδοσία ευθύνης του ανθρώπου για τους λόγους και τις πράξεις του.

Η τελετή ορκωμοσίας του αμερικανού προέδρου προκαλεί σε συγκρίσεις: Ενα «χθεσινόν έθνος», καθώς έλεγε ο Μακρυγιάννης, και να σώζει περισσότερα στοιχεία πιστότητας στο αρχαιοελληνικό «σέβας θεών» της δημοκρατίας από τους θλιβερούς Ελλαδίτες του βαλκανικού νότου. Γέννημα οργανικό ο λαϊκισμός του κυρίαρχου στην ελλαδική πολιτική μηδενισμού έχει απαξιώσει κάθε εθιμική έκφραση αρχοντιάς στη συμπεριφορά των μπροστάρηδων, κάθε κώδικα αποθησαυρισμένου πλούτου σημαινόντων ευπρέπειας, ιερότητας του πολιτικού υπουργήματος. Αγραβάτωτη αναίδεια ακκίζεται προκλητικά και χυδαιολογεί από το βήμα του Κοινοβουλίου, επαίρεται για την παραίτηση από το «κυρίως ανθρώπινον»: την ελευθερία των σχέσεων κοινωνίας, ελευθερία από την αυθαιρεσία της καταναλωτικής βουλιμίας.

Σίγουρα και στον θώκο του προέδρου των ΗΠΑ έχουν αναρριχηθεί πρόσωπα προκλητικού αμοραλισμού, βιαστές της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας ολόκληρων λαών, όπως και πρόσωπα μικρονοϊκής, άκομψης συμπεριφοράς. Ομως, οι παραχαράκτες του υπουργήματος δεν παγίωσαν σαν πολιτικό αυτονόητο την ύβρι, το σύστημα εξουσίας δεν εκφασίστηκε οριστικά, δεν αποκλείει την έκπληξη, την ξεχωριστή ποιότητα. Ετσι, όχι μόνο φτάνει ένας έγχρωμος στο προεδρικό αξίωμα, αλλά, το σημαντικότερο, φτάνει εκεί άνθρωπος που μοιάζει προικισμένος με εξαιρετική καλλιέργεια και ευαισθησία, χάρη, φινέτσα, πρόσωπο που φωτίζεται ολόκληρο από το παιδικό του χαμόγελο. Και είναι μάλλον η πρώτη φορά στον διεθνή πολιτικό στίβο, που βλέπουμε ηγέτη με τέτοια δημόσια συμπεριφορά προς τη γυναίκα του: Με αβρότητα και πηγαία γενναιοδωρία να της δίνει παντού προτεραιότητα, να την τιμά με κομψή διακριτικότητα στοργής και με το φωτεινό του χαμόγελο.

Συγκρίνουμε με την εικόνα του ελλαδικού παλκοσένικου της εξουσίας: Τον αέρα άξεστων, αγροίκων αποκυημάτων του συνδικαλιστικού γκανγκεστερισμού και του τραμπουκισμού των κομματικών νεολαιών, την καχεκτική μετριότητα των εκγόνων της οικογενειοκρατίας, την κωμικά επηρμένη ασχετοσύνη των ευνοημένων της δημοσιότητας (ηθοποιών, καλαθοσφαιριστών, προπονητών, εκφωνητών ραδιοφώνου και παρουσιαστών της τηλεόρασης) που έχουν κατακλύσει βουλευτικά έδρανα και υπουργικούς θώκους. Αυτή η ανθρώπινη ποιότητα έχει παγιώσει στην Ελλάδα επίπεδο «πολιτικών» αντιπαραθέσεων ποδοσφαιρικού κρετινισμού, διαβρωτικού πρωτογονισμού, μικρόνοιας και ευτέλειας. Είναι ανίκανοι αυτοί οι άνθρωποι να συζητήσουν, να πειθαρχήσουν σε απαιτήσεις λογικής συνέπειας, σε κανόνες κριτικού ορθολογισμού. Το μόνο που προσπαθούν είναι να μην αφήσουν τον συνομιλητή τους να μιλήσει, να του αντιτάσσουν τη δική τους προπαγανδιστική λογοδιάρροια. Συμπεριφορά, νοοτροπία και αντανακλαστικά αγροίκων φασιστοειδών.

Η ελλαδική κοινωνία δεν μπορεί να δώσει στον εαυτό της καλύτερη, αποδοτικότερη, αξιοπρεπέστερη ηγεσία. Είναι πια ανίκανη για ποιοτικές επιλογές. Οι φωνές που προειδοποιούσαν γι’ αυτή τη συλλογική αναπηρία, δεν εισακούστηκαν. Οι καταβολές του μεθοδευμένου και μεθοδικού ευνουχισμού μπορούν να ανιχνευθούν στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της μεταδικτατορικής περιόδου: στην εν ψυχρώ κατάλυση των θεμελιωδών προϋποθέσεων λειτουργίας σχολικής εκπαίδευσης και πανεπιστημιακών σπουδών.

Ηρθε η ώρα να πληρώσουμε τα επίχειρα των πολιτικών μας επιλογών. Να καταλύεται η έννομη τάξη από το παραμικρό συνδικάτο οργανωμένων βουλιμικών απαιτήσεων, να παραλύουν οι πόλεις, πολίτες και περιουσίες να είναι έρμαια της παρανοϊκής βίας, να μαίνεται το έγκλημα ανεμπόδιστο. Οι μπουκωμένοι με αμύθητες επί χρόνια επιδοτήσεις αγρότες να νεκρώνουν το οδικό δίκτυο της χώρας, σαν στρατός κατοχής, με αναρίθμητα, υπερσύγχρονης τεχνολογίας, πανάκριβα τρακτέρ, εκβιάζοντας να συνεχίζεται επ’ άπειρον το τρελό φαγοπότι των χαράμι επιδοτήσεων.

Είναι πολλά τα σημάδια ότι, ώς τον Απρίλη που έρχεται, εξαντλείται η δυνατότητα του κράτους να πληρώνει μισθούς υπαλλήλων και συντάξεις. Και η κυβέρνηση θα καταφύγει σε εκλογές, για να μεταβιβάσει στους αντιπάλους της τον εφιάλτη διαχείρισης της χρεοκοπίας. Δηλαδή: οι παταγωδώς ανίκανοι και ντροπιαστικά διεφθαρμένοι θα παραδώσουν το κράτος στους αετονύχηδες πρώτους διδάξαντες τον μηδενιστικό αμοραλισμό, αυτούς που ξεθεμέλιωσαν κάθε έρεισμα κοινωνικής συνοχής, κάθε σέβας του «ιερού» στην Ελλάδα.

Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, η πλειονότητα των ψηφοφόρων εξακολουθεί, βοσκηματωδώς, να εξαρτά την ηγετική ικανότητα των κομματικών αρχηγών από το φετίχ του οικογενειακού τους ονόματος. Είπαμε: αυτό το επίπεδο ορθολογισμού και κριτικής σκέψης παρήγαγαν και παράγουν τα σχολειά μας. Οπαδοί (και αρκετοί βουλευτές) της αξιωματικής αντιπολίτευσης αρνούνται την εξόφθαλμη δραματική ανικανότητα του αρχηγού τους με το επιχείρημα: «αποκλείεται να βγήκε σκάρτο το σπέρμα του Ανδρέα»! Η αντίστοιχης οξύνοιας προστακτική που συνάγουν οπαδοί και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος από την ταπεινωτική αποτυχία του καραμανλικού εκγόνου, είναι να στραφούν στο μητσοτατικό έκγονο: να προκύψει «αχτύπητο» δίδυμο, με το ανδρεϊκό σπέρμα, πολιτικής ανεπιτηδειότητας.

Αν υπάρχουν βουλευτές στα δύο «κόμματα εξουσίας» με απερίτμητη νοημοσύνη και ανιδιοτελή πατριωτισμό, οφείλουν να στασιάσουν. Να ανατρέψουν το σημερινό, αποδεδειγμένα άγονο πολιτικό σκηνικό, να υποχρεώσουν σε ριζικές ανακατατάξεις. Το οφείλουν στην προσωπική τους αξιοπρέπεια, στην ποιότητα ζωής των παιδιών τους, στον σεβασμό της «ιερότητας» του κοινωνικού αθλήματος, δηλαδή της ανθρωπιάς μας.

  • Tου Xρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/02/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Πού είναι οι «πνευματικοί άνθρωποι»;

Posted on 11 Ιανουαρίου, 2009. Filed under: Διανοούμενοι, Πολιτικό σύστημα | Ετικέτες: |

Tου Xρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 11/01/2009

Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα σήμερα είναι εξόφθαλμη: Τα υπάρχοντα κόμματα αδυνατούν να δώσουν λύσεις (ή να τις υποδείξουν με ρεαλισμό) σε βασικά και στοιχειώδη προβλήματα του κράτους και της κοινωνίας.

Αδύνατο να πετύχουν και το ελάχιστο της συναίνεσης προκειμένου να αντιμετωπιστούν εφιαλτικά συμπτώματα κοινωνικής διάλυσης – η αλογία και βία της οχλοκρατίας, η εγκληματική καπηλεία του πανεπιστημιακού ασύλου, η επιμονή της κομματικής ιδιοτέλειας να ασελγεί στον ψυχισμό της νεολαίας.

Η αδυναμία συναίνεσης στα στοιχειώδη συνοδεύεται (ή και προκαλείται) από την κραυγαλέα ανικανότητα και ολιγότητα των κομματικών αρχηγών, τα σπιθαμιαία τους (ως προς τις απαιτήσεις των καιρών και το παρελθόν πολιτισμού της χώρας) αναστήματα. Πανικοβάλλει τον πολίτη η τέλεια ανυπαρξία κριτικών διεργασιών στο εσωτερικό των κομμάτων: η δειλία των στελεχών και των μελών να κρίνουν τον αρχηγό, νηφάλια και υπεύθυνα να τον αμφισβητήσουν, όταν αποδείχνεται ανίκανος. Απελπίζει – το γεγονός ότι οι κομματικοί αρχηγοί εκλέγονται με κριτήριο, κυρίως ή και αποκλειστικά, τον εντυπωσιασμό των ολιγοφρενών: Για το οικογενειακό τους όνομα ή για το νεαρό της ηλικίας τους και το «κοκοράκι» των μαλλιών τους ή για τον τσαμπουκά μιας «αριστεροσύνης» που χυδαΐζει στο κοινοβούλιο με λόγο και εμφάνιση.

Εχοντας δεδομένη (και στατιστικά) την απαξίωση των κομμάτων κάποιοι πολίτες στρέφονται απεγνωσμένα, σαν σε σανίδα σωτηρίας, στους «πνευματικούς ανθρώπους». Τους ζητούν να βγουν μπροστά, να εκφράσουν τη λαϊκή αγανάκτηση, την οργή, τις απαιτήσεις της κοινωνίας των πολιτών, αυτοί να ηγηθούν καινούργιων πολιτικών σχηματισμών ενάντια στον φασισμό της συνδικαλισμένης ιδιοτέλειας, της ψηφοθηρίας που κολακεύει την κτηνωδία και την παράνοια. Τέτοιες προσδοκίες από τους «πνευματικούς ανθρώπους» ίσως υποδηλώνουν νοσταλγικές αναγωγές σε αγλαϊσμένα συμβάντα του παρελθόντος: Στη δήλωση του Σεφέρη ενάντια στη δικτατορία ή, προγενέστερα, στην πολιτική επιφυλλιδογραφία του Γιώργου Θεοτοκά, πιθανόν και στο εξοχότερο πολιτικό κείμενο της σύγχρονης Ελλάδας: «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» του Οδυσσέα Ελύτη.

Ξεχνούν όσοι προσβλέπουν στους «πνευματικούς ανθρώπους» ότι και τα τρία αυτά συγκινητικά παραδείγματα πολιτικής παρέμβασης έμειναν παντελώς ατελέσφορα – καμιά εξουσία δεν υπολογίζει κρίσεις, προτάσεις, υπογραφές διανοουμένων. Ακόμα και η καθολική θεωρητική καταδίκη του μαρξιστικού – λενινιστικού – σταλινικού ολοκληρωτισμού και των φρικωδών εγκλημάτων του δεν εμποδίζει να υπάρχουν ακόμα κόμματα που ευαγγελίζονται αυτή τη φρίκη ως οδό σωτηρίας και να ψηφίζονται σταθερά από το 10% περίπου των Ελλαδιτών.

Επίσης καθολικά, από στοχαστές και ιστορικούς, έχει καταδικαστεί το ένοπλο πραξικόπημα, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ελλάδα – απέβλεπε να ενσωματώσει στανικά τη χώρα στον εφιάλτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και προκάλεσε πολυαίμακτο εμφύλιο πόλεμο. Κι όμως, η πάγκοινη θεωρητική καταδίκη δεν εμποδίζει τους ηττημένους του πραξικοπήματος (που εκ των υστέρων και οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι «ευτυχώς νικηθήκαμε») να είναι, τριάντα χρόνια τώρα, οι νικητές στο ιδεολογικό πεδίο. Εμπρακτα νικητές, δηλαδή αφέντες και κυρίαρχοι στα πανεπιστήμια, στα σχολειά, σε κάθε χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας, στα μέσα ενημέρωσης, στον έλεγχο των προϋποθέσεων δημόσιας προβολής οποιουδήποτε. Και μιλάμε όχι για τους κάποτε ανιδιοτελείς της Αριστεράς, αλλά για τους συμφεροντολόγους καριερίστες επιγόνους.

Φτάσαμε στο σημείο, ακόμα και της Ακαδημίας Αθηνών τα λογοτεχνικά βραβεία να δίνονται στα απονέρια της μαρξιστικής φενάκης και μάλιστα οι βραβευμένοι να απολογούνται δημόσια σαν υπόλογοι, επειδή δέχθηκαν να βραβευθούν από θεσμό – σύμβολο της «συντήρησης»! Σε ποια μετερίζια λοιπόν να αναζητήσουν οι πολίτες τους «πνευματικούς ανθρώπους» που με την ανιδιοτέλεια, την οξυδέρκεια, το κύρος ενός Σεφέρη, Ελύτη, Θεοτοκά θα μπορούσαν σήμερα να υποδείξουν ή να σαρκώσουν λύσεις εξόδου από το αδιέξοδο της κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος;

Θέλει τόλμη για να ισχυριστεί κανείς ότι τον ρόλο που οι πολίτες προσδοκούν από τους «πνευματικούς ανθρώπους» τον αναλαμβάνουν σήμερα, σποράδην και χωρίς τυμπανοκρουσίες, κάποιες γραφίδες επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Θέλει τόλμη ο ισχυρισμός γιατί σαν δημοσιογραφία φτάσαμε να λογαριάζουμε την κυρίαρχη στη δημοσιότητα εκδοχή του αδίστακτου κιτρινισμού, την πλημμυρίδα της ευτέλειας, το πρακτοριλίκι συμφερόντων, ντόπιων και ξένων. Γιατί κατεξοχήν η δημοσιογραφία, μαζί με τα πανεπιστήμια και τα σχολειά, δυναστεύεται από τις συντεχνίες και την τρομοκρατία της δήθεν Αριστεράς.

Ομως δημοσιογραφικός λόγος απροκατάληπτος, κριτικής τόλμης και θετικών ρεαλιστικών προτάσεων αρθρώνεται και κατατίθεται. Και είναι χρέος ελπίδας να τον εντοπίζουμε, να τον ξεχωρίζουμε, να τον τιμάμε. Είμαι έτοιμος να δεχθώ επίμεμψη για περιορισμένη οπτική, ίσως και για μεροληπτική προκατάληψη, αλλά καταθέτω όσα ο ίδιος πιστοποίησα – άλλοι ας διευρύνουν την πιστοποίηση. Θέλω λοιπόν να πω στον αναγνώστη μου ότι μέσα στον εφιάλτη της βίας, της παράνοιας, του αδίστακτου σε εγκλήματα φασισμού όπου βυθίστηκε η Ελλάδα από τη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου, αυτή εδώ η εφημερίδα που κρατάει στα χέρια του, η «Καθημερινή», κρίνω ότι λειτούργησε, πραγματικά, όπως οι πολίτες περιμένουν να λειτουργήσει η συνείδηση ευθύνης των «πνευματικών ανθρώπων».

Τα ανώνυμα κύρια άρθρα της εφημερίδας στις 9/12 (για την ανάγκη οικουμενικής κυβέρνησης), στις 11/12 (για το αδιανόητο να λειτουργήσει δημοκρατία χωρίς αστυνομία), στις 13/12 (για τη νομιμοποίηση της βίας από τον λαϊκισμό «προοδευτικών» καναλιών και ραδιοφώνων), στις 14/12 (με έκκληση στον πρωθυπουργό επιτέλους να τολμήσει), στις 16/12 (με έκκληση στους ψοφοδεείς πρυτάνεις να περιφρουρήσουν την ακαδημαϊκή ελευθερία), στις 21/12 (για την παρανοϊκή καπηλεία του ακαδημαϊκού ασύλου), στις 24/12 (για την υστερική δαιμονοποίηση της αστυνομίας), στις 30/12 (για την ανάγκη να δημοσιοποιηθούν τα οικονομικά μεγέθη της καταστροφής που επέφερε σε πανεπιστημιακά κτήρια η τάχα «οργισμένη» νεολαία). Κείμενα κορυφαίας πολιτικής εντιμότητας, σπάνιας ποιότητας δημοσιογραφικού λόγου. Τα άρθρα του Αντώνη Καρκαγιάννη, στις 7/12 (για τα νεοσοβιετικά οράματα που με στυλ φρικιού εξαγγέλλει ο Αλ. Αλαβάνος), στις 9/12 (για τις χιτλερικές «Νύχτες των Κρυστάλλων» που αναβίωσαν στην Αθήνα), στις 11/12 (για τη δημόσια ασφάλεια ως το πρώτο δικαίωμα που αφαιρούν από τον λαό οι δικτατορίες), στις 13/12 (για την τυμβωρυχία που αποτολμά ο κ. Αλ. Αλαβάνος), στις 14/12 (για τον φασισμό που κυοφορήθηκε με την, επί χρόνια τώρα, καταστροφή του σχολείου, της αυτοπειθαρχίας, του ασκητισμού της γνώσης), στις 18/12 (για το πελώριο ψέμα του «πανεπιστημιακού ασύλου» θεσμού βίας και τραμπουκισμού), στις 20/12 (για τις καταλήψεις ως προσχήματα κοπάνας και μόνο), στις 23/12 (για το φαινόμενο που λέγεται Τσίπρας). Συγκλονιστικές καταθέσεις, μνημεία τόλμης.

Τα κείμενα του Αλέξη Παπαχελά, στις 14/12 (για τους ανίκανους πολιτικούς, φιγούρες σε επιθεώρηση), στις 21/12 (για τον μηδενισμό της μεταπολίτευσης που φτάνει να χαρίζει τη νεολαία στους τρομοκράτες), στις 24/12 (για τη σήψη που συνεπιφέρει η απονομιμοποίηση της αστυνομίας και του κράτους). Κριτική οξυδέρκεια και αμείλικτη διαστολή της παράνοιας από την πολιτική διαμαρτυρία.

Ενδεικτικές παραπομπές. Υπάρχει δημοσιογραφία που λειτουργεί με τη συνείδηση της ευθύνης των «πνευματικών ανθρώπων». Να την τιμούμε.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Η παράνοια φίμωσε τη Γιορτή

Posted on 29 Δεκεμβρίου, 2008. Filed under: Αστυνομική βία, Δημοκρατία, Διαδηλώσεις, Διαμαρτυρία, Διανοούμενοι, Καταλήψεις, Κουκουλοφόροι, Κοινωνία, Νεολαία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Tου Xρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» πνίγηκε φέτος στον απόηχο της λυσσαλέας κραυγής «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Και η «επί γης ειρήνη», η άλλη εκείνη ειρήνη που δεν παραπέμπει στο αμεριμνομέριμνον της καταναλωτικής αποχαύνωσης, αλλά σε ελπίδα νίκης καταπάνω στον θάνατο, απόμεινε λόγος περιθωριακός, διακοσμητικός αισθημάτων. Σαν κάποιες φιοριτούρες της εμπορικής καπηλείας των Χριστουγέννων που απόμειναν στις θρυμματισμένες και καμένες βιτρίνες θυμητάρια βανδαλισμού, καθόλου ίχνη Γιορτής.

Ολοφάνερα πια, άξονας συνοχής της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι η κοινωνούμενη εμπειρική αναζήτηση αλήθειας, δηλαδή «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Δεν είναι η ποιότητα ζωής, δηλαδή η χαρά των σχέσεων κοινωνίας, ούτε ο πολιτισμός που τον χτίζει πάντοτε η ανιδιοτέλεια της αναζήτησης και της σχέσης. Μια αντικοινωνική, απάνθρωπη βία ντύνεται τη λεοντή της δήθεν εξέγερσης για περισσότερη δημοκρατία και μαζί με την παθητικότητα των πολλών μπροστά στην απάτη, στην ανομία, στο έγκλημα, με τραγική την ιδιοτέλεια των μπροστάριδων, δεν αφήνει περιθώρια να ξεμυτίσει έστω υπόμνηση Γιορτής.

Ο λόγος για τα Χριστούγεννα απόμεινε ψίθυρος εντελώς ανίκανος να αναμετρηθεί με τη βροντώδη και ανεξέλεγκτη παράνοια. Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για τα χειροπιαστά της καθημερινότητας, να ξεχωρίσουμε τη δημοκρατία από την οχλοκρατία και ανομία, πώς λοιπόν να μιλήσουμε για κοινωνούμενη ψηλάφηση ελπίδας που γεννάει πανηγύρι Γιορτής; Πραγματικά, ο πανικός δεν είναι τόσο από την τυφλή βία, είναι από τον κυρίαρχο στον δημόσιο λόγο (τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες) παραλογισμό, την απροσμέτρητη σύγχυση.

Εξωραΐζουν και ηρωοποιούν σαν «εξέγερση» της νεολαίας τις πολιορκίες αστυνομικών τμημάτων από δεκάχρονα και δεκαπεντάχρονα παιδιά, που μόνο συναισθηματικά (ή με το αφιόνι έντεχνης προπαγάνδας) μπορούν να συνεπαρθούν για κάτι διαφορετικό από τον χαβαλέ. Και με τον ξεσηκωμό των παιδιών θέλουν να καμουφλάρουν τις συντονισμένες (εκ προμελέτης και κατά συρροήν) απόπειρες δολοφονίας αστυνομικών υπαλλήλων από ενήλικες κουκουλοφόρους με λοστούς, τσεκούρια και βόμβες μολότωφ. Ούτε καν απόφαση της θεσμικής δικαιοσύνης δεν ξεμύτισε ποτέ να οριοθετήσει το έγκλημα: οι εξόφθαλμες απόπειρες δολοφονίας εκ προθέσεως προσάγονται στον εισαγγελέα και απαλλάσσονται – οι θεσμοί υποτάσσονται στην απειλή της βίας.

Να δεχθούμε ότι η αφορμή οργής είναι δικαιολογημένη. Οτι υπάρχουν αστυνομικοί που αυθαιρετούν, φτάνουν σε αδικοπραγίες, κάποιοι και σε φόνο. Οτι οι προφανώς ένοχοι δικάζονται μεροληπτικά, τους επιβάλλονται μικρές ή καθόλου ποινές. Ομως γιατρεύεται το κακό με το να προπηλακίζουμε χυδαία όλους ανεξαίρετα όσους βγάζουν το ψωμί τους σαν αστυνομικοί υπάλληλοι; Να προσπαθούμε να τους κάψουμε ζωντανούς, να τους λυώσουμε με λοστούς και τσεκούρια μόνο επειδή φοράνε στολή; Οταν βγαίνει αρχηγός κόμματος ή περιώνυμος σατυρικός σχολιαστής και δικαιώνουν εξυμνητικά τις ωμές απόπειρες δολοφονίας αστυνομικών, ποιος θεσμός μπορεί να συμμαζέψει την παράνοια;

Να δεχθούμε δικαιολογημένη την έκρηξη της συλλογικής οργής. Αλλά, αν αφορμή της οργής είναι συμπεριφορές αστυνομικών που οφείλονται στην κακή τους εκπαίδευση, στην απουσία πειθαρχικού τους ελέγχου, στην κραυγαλέα ανικανότητα της πολιτικής τους ηγεσίας, γιατί να ζητάμε το αποδιοπομπαίο σφάγιο σε μια επαγγελματική τάξη βιοπαλαιστών υπαλλήλων και όχι στους κυρίως υπεύθυνους; Γιατί να εξωραΐζεται ο πρωτογονισμός που καίει καταστήματα, αυτοκίνητα, τράπεζες προκειμένου να εκδικηθεί εγκλήματα αστυνομικών, ναι, απαραδέκτως πολλά, αλλά οπωσδήποτε μεμονωμένα; Για όσους ιατρογενείς θανάτους συμβαίνουν στα νοσοκομεία, είναι λογικό να βγούμε στους δρόμους ουρλιάζοντας «Γιατροί, γουρούνια, δολοφόνοι» και να καίμε την πόλη; Το διανοείται κανείς; Υπάρχει εγκληματικότερος (χιτλερικότερος) ρατσισμός από το μεθοδευμένο συλλογικό μίσος για συγκεκριμένη επαγγελματική τάξη;

Αν φταίει η κυβέρνηση για την εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών και για τις μεθόδους καταστολής της ανομίας, γιατί η οργή των δημοκρατικά ευαίσθητων δεν ξεσπάει σε καταστροφή και πυρπόληση κομματικών γραφείων και κυβερνητικών κτηρίων; Εκφραση ωμής κτηνωδίας θα ήταν και ένα τέτοιο ξέσπασμα, θα είχε όμως κάπως εμφανέστερο λογικό έρεισμα από τη συντριβή, στα τυφλά, του κοινωνικού ιστού της χώρας, το βύθισμά της σε χάος οικονομικό που το πληρώνει πρώτη η φτωχολογιά.

Το σίγουρο είναι ένα: Η κυβέρνηση αποδείχθηκε δραματικά ανίκανη να αναμετρηθεί με το πραξικόπημα της παρανοϊκής βίας. Και η αντιπολίτευση αηδιαστικά ιδιοτελής, με μοναδική έγνοια να ψηφοθηρήσει. Ο πολίτης βρίσκεται παγιδευμένος στο αδιέξοδο ανάμεσα στη φαυλεπίφαυλη ανικανότητα και στον αδίστακτο καιροσκοπικό αμοραλισμό.

Για την ανικανότητα της κυβέρνησης και τη φαυλότητα του δημόσιου βίου την ευθύνη έχει ο πρωθυπουργός. Ομως, το κόμμα του αντιπροσωπεύει τη θεσμική δυνατότητα (δυστυχώς όχι και την πολιτική πραγματικότητα) μοναδικής εναλλακτικής στην άσκηση της εξουσίας αντιπρότασης έναντι του σοσιαλεπώνυμου αμοραλισμού και του συρριζωμένου στη βία μηδενισμού. Αν η ανικανότητα του πρωθυπουργού συμπαρασύρει και το κόμμα του στον πολιτικό καταποντισμό, η ελληνική κοινωνία θα μείνει για άλλα είκοσι χρόνια έρμαιο στον μονόδρομο της αναξιοκρατίας, του συνδικαλιστικού γκανγκστερισμού, της ιδεολογικής τρομοκρατίας, του κράτους, του υποταγμένου στις «κλαδικές».

Δεν μπορεί να μην υπάρχει μέσα στο κυβερνών κόμμα ένας πυρήνας ανθρώπων με συνείδηση της ευθύνης τους για την πατρίδα και επαρκή ανιδιοτέλεια. Ενας τέτοιος πυρήνας οφείλει να θέσει θέμα ηγεσίας και να προκαλέσει την απόσυρση του πρωθυπουργού. Οχι για να ανοίξει ο δρόμος στις φτηνές ορέξεις σπιθαμιαίων έως και κωμικών δελφίνων, άρρενες και θηλυκού γένους. Αλλά για να υποχρεωθεί αυτό το κόμμα, ύστερα από εικοσιεπτά ολόκληρα χρόνια, να αναζητήσει κριτήρια διάκρισης ποιοτήτων, κριτήρια εντοπισμού ηγετικών χαρισμάτων.

Πέντε ολόκληρα χρόνια, το κυβερνών κόμμα απέδειξε ότι δεν διαφέρει σε μεθόδους και σε στόχους από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ιδια αναξιοκρατία, ίδια παθητικότητα απέναντι στον γκανγκστερικό συνδικαλισμό, ίδια αθλιότητα κομματικού κράτους, ίδια ντροπή συνδρόμου κατωτερότητας στην εξωτερική πολιτική. Μοναδική διαφορά το γεγονός ότι ο αμοραλισμός και ο μηδενισμός του κυβερνώντος κόμματος είναι δεύτερο χέρι, απομίμηση συνταγής για δήθεν σίγουρη επανεκλογή, παρακολούθημα φτηνιάρικης εξουσιολαγνείας. Δεν προβλήθηκε σαν ιδεολογική πρωτοπορία και κοινωνική αυταξία. Αν τώρα η αναζήτηση καινούργιου αρχηγού πιθηκίσει και την καταφυγή σε ολίγιστη και κωμική ηγετική επάρκεια για να συνεχίζεται η οικογενειοκρατία στο τεταρτοκοσμικό Ελλαδιστάν, τότε και η προσέλευση του πολίτη στην κάλπη θα είναι πια περιττή.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Πολιτική χρεοκοπία

Posted on 14 Δεκεμβρίου, 2008. Filed under: Αστυνομική βία, ΑΛΕΞΗΣ, Διαδηλώσεις, Εκπαίδευση, Εκλογές, Ελλάδα, Κόμματα, Καραμανλής Κώστας, Κουκουλοφόροι, Κοινωνία, Νέα Δημοκρατία, Νεολαία, Παπανδρέου Γιώργος, Παιδεία | Ετικέτες: |

Παύλος Ελευθεριάδης | Το Βήμα, Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Oσοι παρακολουθήσαμε τους επαίσχυντους βανδαλισμούς και την κατάρρευση του κράτους από τα ξένα μέσα ενημέρωσης είδαμε την Ελλάδα σαν να ήταν άλλη χώρα. Σαν να άλλαξε κάτι μέσα σε δύο μέρες.

Καθώς φαίνεται η βία ξέσπασε για δύο λόγους. Πρώτον διότι οι λεγόμενοι «αντιεξουσιαστές» θεώρησαν ότι η δολοφονία του 15χρονου αγοριού ήταν επίθεση εναντίον όλων τους από την αστυνομία και το κράτος. Πώς και έφτασαν να πιστεύουν κάτι τέτοιο; Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι η κυβέρνηση διέταξε την αστυνομία να μην επέμβει στα επεισόδια και άφησε τους κουκουλοφόρους να καταστρέψουν την Αθήνα. Πώς και έφτασε η κυβέρνηση να δίνει τέτοιες απίστευτες σε μιαν ευνομούμενη κοινωνία εντολές;

Η πρώτη ερώτηση είναι και η πιο εύκολη. Η αλήθεια είναι ότι η βία και η εξαπάτηση (που είναι μια άλλη μορφή παραβίασης) έχουν μπει για τα καλά στην πολιτική. Η κυβέρνηση εδώ και καιρό δίνει την εντύπωση ότι έχει πάψει να ασχολείται με το κοινό συμφέρον. Ασχολείται κυρίως με τις δημοσκοπήσεις, τον ανασχηματισμό, τον έλεγχο της Δικαιοσύνης, τη συγκάλυψη του σκανδάλου της Siemens, τη συγκάλυψη του σκανδάλου του κ. Ζαχόπουλου, τον πλουτισμό του κ. Βουλγαράκη, τον πλουτισμό του κ. Ρουσόπουλου, το σκάνδαλο της Μονής Βατοπαιδίου κ.ο.κ. Το κοινό στοιχείο είναι ο ολοφάνερος κυνισμός της κυβέρνησης· κυνισμό που είδε ολόκληρη η Ελλάδα στη συνέντευξη του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ.

Γι΄ αυτό η πεποίθηση των «αντιεξουσιαστών» (αλλά και άλλων κοινωνικών ομάδων) ότι το κράτος βρίσκεται αντιμέτωπό τους δεν είναι παράλογη. Ισως και να είναι σωστή, αν αυτά που βγαίνουν στη δημοσιότητα για τη δολοφονία του 15χρονου είναι αληθινά. Η αστυνομία είναι άλλη μια πολιτική ομάδα της ελληνικής κοινωνίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντά της (χωρίς εκπαίδευση και χωρίς φροντίδα για τον πολίτη), όπως ακριβώς κάνει το κόμμα (ή οι οικογένειες Καραμανλή, Μητσοτάκη, Παπανδρέου κ.λπ.). Το ίδιο και οι δικαστές, ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους. Το ίδιο και οι βενζινοπώλες, οι εργολάβοι και οι ταξιτζήδες. Στην Ελλάδα της Νέας Δημοκρατίας δεν υπάρχει γενικό καλό ή πραγματική πολιτική συζήτηση και διαβούλευση. Υπάρχει μόνο αλισβερίσι για χρήμα και εξουσία. Ετσι επετράπη στη Μονή Βατοπαιδίου να αρπάξει αυτά που άρπαξε από τον έλληνα φορολογούμενο. Τι άλλο άλλωστε έπραξαν οι κουκουλοφόροι λιανικώς στα μαγαζιά της Αθήνας από αυτό που έπραξαν οι ρασοφόροι χονδρικώς στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου;

Η αντιπολίτευση;

«Ως πότε παλικάρια να ζώμεν στα στενά…» έγραφε ο Ρήγας Φεραίος στον Θούριο. Αγνωστο, όπως φαίνεται, κείμενο σε εκείνους που βανδάλισαν το άγαλμά του

Δυστυχώς η ευθύνη της αντιπολίτευσης είναι παρόμοια. Η ευθύνη της αντιπολίτευσης ήταν να υποστηρίξει το κράτος δικαίου της χώρας μας, να καταδικάσει τους ταραξίες και να αναβάλει τις όποιες πορείες ή διαδηλώσεις. Είχε ευθύνη απέναντι στην ασφάλεια των πολιτών και της πόλης. Ο κ. Αλαβάνος δήλωσε ανοιχτά ότι οι καταστροφείς εκφράζουν την «κοινωνική εξέγερση της νεολαίας». Με τον τρόπο όμως αυτό προσβάλλει την αληθινή ελληνική νεολαία, που δεν καταστρέφει αλλά εργάζεται σκληρά για να δημιουργήσει κάτι στο μέλλον, ταυτίζοντάς την με τον υπόκοσμο των τεμπέληδων και άξεστων που καταστρέφουν τα πανεπιστήμια, τις βιβλιοθήκες και τα μαγαζιά, χωρίς να σέβονται τις περιουσίες και τις ζωές των άλλων.

Ο κ. Παπανδρέου ήταν πιο προσεκτικός αλλά το μήνυμα ήταν το ίδιο, αφού είπε ότι η δολοφονία του παιδιού «προκάλεσε την εκπυρσοκρότηση, θα λέγαμε, της ελληνικής κοινωνίας και έχει προξενήσει μεγάλες, βίαιες αντιδράσεις» και συνέχισε λέγοντας ότι «σήμερα υπάρχει αχτίδα φωτός για τη νεολαία, συμμετοχής, επιρροής και δυνατότητάς της να αλλάξει τη ζωή της και την κοινωνία». Με άλλα λόγια οι αλήτες που καίνε την Αθήνα αγανάκτησαν από τη Νέα Δημοκρατία και θέλουν να επιστρέψει το ΠαΣοΚ. Και έτσι κάλεσε την κυβέρνηση να προκηρύξει εκλογές, μέσα στο παρόν κλίμα.

Η χρεοκοπία της πολιτικής
Ο Πρωθυπουργός άφησε τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες να καούν. Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρήστος Κίττας παραιτήθηκε αηδιασμένος. Αυτό είναι για μένα το πιο συμβολικό γεγονός της περασμένης εβδομάδας, και αυτό που δείχνει την ουσία της κρίσης. Το μέλλον της χώρας έχει αφεθεί ανυπεράσπιστο. Δυστυχώς κανείς από τους πολιτικούς μας αρχηγούς δεν βλέπει μακριά. Κανείς τους δεν βάζει το συμφέρον της ελληνικής δημοκρατίας και του ελληνικού λαού πάνω από το στενό προσωπικό και μικροκομματικό συμφέρον. Δεν είναι μόνο θέμα ήθους και διαφθοράς, αλλά και θέμα ικανοτήτων και διορατικότητας. Η σημερινή πολιτική ηγεσία μας είναι συλλογικά η πιο ανεπαρκής και η πιο κυνική που έχει γνωρίσει η χώρα εδώ και δεκαετίες.

  • Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης διδάσκει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Περιφρόνηση και εξευτελισμός

Posted on 14 Δεκεμβρίου, 2008. Filed under: Απεργίες, Αστυνομική βία, ΑΛΕΞΗΣ, Ανεργία, Βατοπέδι, Διαφθορά, Διαδηλώσεις, Διεθνής Οικονομική κρίση, Κόμματα, Κοινωνία, Παιδεία, Πολιτική | Ετικέτες: |

Γεράσιμος Βώκος | Το Βήμα, Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

O καθορισμός των ορίων δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα και γίνεται πολύ δυσκολότερο όταν το αντικείμενο είναι η βία. Είναι γνωστό σε όλους ότι μερικά από τα μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας αναμετρήθηκαν με το πρόβλημα και ο καθένας μπορεί να διαβάσει και να μελετήσει τις απαντήσεις τους, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες που άφησαν το όνομά τους στην Ιστορία είχαν ως καίριο μέλημα την τιθάσευση της βίας, ώστε οι άνθρωποι να συνυπάρξουμε σε αυτή τη δύσκολη υπόθεση που είναι η ζωή. Από τη σκοπιά αυτή, εμείς είμαστε άτυχοι γιατί η χώρα, σαν τρελό καράβι, αρμενίζει ακυβέρνητη.

Η πίκρα, που τώρα πια αγγίζει την απελπισία, είναι μεγάλη, γιατί δεν αξίζουμε τη μοίρα που η κυβέρνηση πασχίζει να μας επιβάλει. Η μοίρα αυτή, που δεν βρίσκεται στον ορίζοντα αλλά έχει πλησιάσει πολύ και μας απειλεί σε απόσταση αναπνοής, έχει όνομα: ονομάζεται εξευτελισμός και εξηγείται πρωτίστως, κατά τη γνώμη μου, από την περιφρόνηση με την οποία μας αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός, περιφρόνηση που καθιερώθηκε επισήμως σε σύστημα διακυβέρνησης ήδη από την περιβόητη πια συνέντευξη Τύπου στην Εκθεση της Θεσσαλονίκης. Απειλητικός, χτυπώντας το χέρι στο έδρανο, στράφηκε εναντίον όλων όσοι τόλμησαν να αμφισβητήσουν την ηθική ακεραιότητα των υπουργών του. Υπερόπτης, έκρινε ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να απαντήσει στις συγκεκριμένες και νόμιμες ερωτήσεις των δημοσιογράφων, που ήταν και απορίες  όλων μας. Με την ίδια ευκαιρία υποδύθηκε για πρώτη φορά δημοσίως, κάτι σαν επίσημη πρεμιέρα, τον ηγέτη. Ακριβέστερα, ενστερνίστηκε το ύφος που ο ίδιος νομίζει ότι ταιριάζει στους ηγέτες. Θέλησε να φανεί αποφασιστικός: ήταν μόνο αυτάρεσκος. Επεχείρησε να παρουσιαστεί ορμητικός: ήταν μόνο νευρικός. Προσπάθησε να εμφανιστεί αποτελεσματικός: ήταν μόνο κραυγαλέος. Ο ίδιος πρέπει να ζούσε κάτι σαν ξύπνιο όνειρο. Ολοι οι άλλοι όμως ζούσαμε κάτι που έμοιαζε πολύ με εφιάλτη.

Τον ίδιο εφιάλτη που κατέστρεψε την Πάρνηθα. Τον ίδιο εφιάλτη που ρήμαξε την Πελοπόννησο. Τον ίδιο εφιάλτη που κλέβει τη δημόσια περιουσία. Τον ίδιο εφιάλτη που αποσυνθέτει μεθοδικά το δημόσιο Πανεπιστήμιο. Τον ίδιο εφιάλτη που εμπιστεύθηκε τον πολιτισμό στα χέρια που όλοι γνωρίζουμε. Τον ίδιο εφιάλτη που υπονομεύει τη Δικαιοσύνη. Τον ίδιο εφιάλτη που σκοτώνει τους ανθρώπους όταν δουλεύουν. Τον ίδιο εφιάλτη που καταδικάζει σε αργό θάνατο τους ανθρώπους που δεν έχουν πια δουλειά. Τον ίδιο εφιάλτη που συντρίβει τη δημόσια Υγεία. Τον ίδιο εφιάλτη που λεηλατεί με τρόπο κτηνώδη τις ζωές των νέων ανθρώπων. Τον ίδιο εφιάλτη που τους σκοτώνει.

Ο κ. Πρ. Παυλόπουλος αναχωρεί από την αίθουσα της Βουλής την περασμένη Πέμπτη. Από την κυβέρνηση, δεν αποχώρησε αν και υπέβαλε την παραίτησή του, αφού δεν έγινε αποδεκτή από τον Πρωθυπουργό

Όταν ο εφιάλτης απλώθηκε σε όλη τη χώρα και περιέπαιξε τα λόγια του φαφλατά υπουργού των Εσωτερικών κ. Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος μας έκανε χριστουγεννιάτικο δώρο την ευθιξία του, ο Πρωθυπουργός φάνηκε να δείχνει και αυτός κάποιο ενδιαφέρον για την όλη ιστορία. Μας μίλησε και αυτή τη φορά εμφανίστηκε λιτός, χωρίς τη στολή εκστρατείας που φορούσε στις πυρκαϊές. Ταυτοχρόνως κάλεσε τους αρχηγούς των κομμάτων, χωρίς όμως να κοινοποιήσει τους ακριβείς λόγους της πρόσκλησης και τις προθέσεις του. Ολοι πιστέψαμε ότι θα συζητούσε επιτέλους σοβαρά την κρίσιμη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, πως θα ζητούσε τη γνώμη και τη συμβουλή τους. Η πραγματικότητα έδειξε άλλα.

Αν κατάλαβα καλά το δεύτερο μήνυμά του, ο Πρωθυπουργός δεν κάλεσε τους αρχηγούς των κομμάτων για να συζητήσει μαζί τους: τους κάλεσε για να τους αποδώσει ευθύνες. Δεν ήθελε συνομιλητές. Συνενόχους αναζητούσε, κάτι σαν χορηγούς στη φρίκη- και φαίνεται ότι δύο κατάφερε να τους βρει. Αλλά ίσως να αναζητούσε μόνο ενόχους. Γιατί ο ίδιος δεν αναγνωρίζει κανενός είδους ευθύνη στον εαυτό του και στην κυβέρνησή του. Η καταστροφή, σύμφωνα με αυτό που πρέπει να είναι πεποίθησή του, γίνεται ή από μόνη της ή οφείλεται σε άλλους. Σε όλους τους άλλους εκτός από τον ίδιο. Μάλλον έτσι εξηγείται η επιστροφή, με περισσότερο αυταρχισμό αυτή τη φορά, του πέτρινου εγωισμού που εγκαινιάστηκε στη Θεσσαλονίκη. Εδωσε μαθήματα σε όλους. Στα κόμματα για το τι πρέπει να κάνουν και στους συνδικαλιστές για το τι δεν πρέπει να κάνουν. Ορισε μάλιστα και τη δημοκρατία. Των ομολόγων; Των Πακιστανών; Του Βατοπαιδίου; Του dvd; Προφανώς δεν έκρινε σκόπιμο να μπει σε λεπτομέρειες. Τις έχει αναθέσει στους συνεργάτες του. Ο ίδιος περιορίστηκε, όπως αρμόζει σε αρχηγό, στις γενικές κατευθύνσεις.

Μας βύθισε λίγο περισσότερο στην απελπισία. Ο καθένας κάνει αυτό που μπορεί. Δεν πρέπει πάντως να έχουν απομείνει πολλοί που εξακολουθούν να είναι αισιόδοξοι. Ας ελπίσουμε ότι θα γίνονται όλο και περισσότεροι αυτοί που θα σηκώσουν το κεφάλι και θα αποκρούσουν την περιφρόνηση και τον εξευτελισμό.

  • Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Το άσυλο βγήκε στους δρόμους

Posted on 14 Δεκεμβρίου, 2008. Filed under: Ασυλο, Διαδηλώσεις, Νεολαία | Ετικέτες: |

Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής | Το Βήμα, Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Η λέξη είναι τουρκική, αλλά το χούι είναι τρισχιλιόχρονο και η πατέντα κατοχυρωμένη από τους παίδες των Ελλήνων. Μιλάμε για ένα προχτεσινό άρθρο των βρετανικών «Τimes», του οποίου ο συντάκτης, με ένα ερμηνευτικό πραξικόπημα που κατατρόπωσε παλιούς και μεταμοντέρνους ιστορικούς, κρέμασε ολόκληρη την ελληνική ιστορία από μια και μόνη λέξη: τον τσαμπουκά. Η διάγνωση αφορά τον ομηρικό Αχιλλέα, τον Λεωνίδα, τους συγκαιρινούς Μακεδονομάχους, τον ειδικό πιστολέρο των Εξαρχείων και τα κουκουλοφόρα στίφη. Το άρθρο είναι μνημείο ασυναρτησίας και ασύντακτης περιπτωσιολογίας, και θα κάνει παρέα στο ίδιο αρχείο με εφάμιλλες αναφορές στον Μάη του ΄68 ή στον Ισπανικό Εμφύλιο που εμφανίστηκαν σε ξένα δημοσιεύματα και σχόλια. Αλλά η αντιστοιχία ανάμεσα στη θρυαλλίδα του σαββατόβραδου της 6/12 και την κοσμοχαλασιά που ακολούθησε είναι έτσι κι αλλιώς ακατανόητο ζήτημα για τους ξένους· και, ασφαλώς, όχι τόσο ευνόητο ή αυτονόητο και για πολλούς από εμάς.

Είναι πιθανό ότι αυτοί που πυρπολούσαν τράπεζες αναλογίζονταν την όχι και τόσο κόσμια διαγωγή των τραπεζιτών στη σοβούσα οικονομική στενωπό; Είναι. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι οι ομάδες κρούσης που πολύ θα ήθελαν να πατήσουν το ίδιο το Κοινοβούλιο είχαν κατά νου την ανίερη Ακολουθία του Βατοπεδίου και τους χριστεπώνυμους κοτζαμπάσηδες που για καιρό σιγομουρμούριζαν αυτάρεσκα «το μοναστήρι να ΄ναι καλά»; Εξαιρετικά πιθανό. Να υποθέσουμε ότι κάποιοι από αυτούς που στόχευσαν τις πολυεθνικές αλυσίδες ήξεραν ότι τα συγκεκριμένα εμπορικά συμφέροντα είναι τα μόνα που βλέπουν τον τζίρο τους αλώβητο όταν ο κλύδωνας σπρώχνει στα βράχια αύτανδρο τον στόλο των μικρομεσαίων; Μπορούμε να το υποθέσουμε. Να σκεφτούμε ότι οι λεγεώνες των αλλοδαπών που άδραξαν τη λαμπρή ευκαιρία για λαφυραγώγηση έπαιρναν τη δική τους εκδίκηση από το δικό τους περιθώριο; Δεν θα ήταν και πολύ άστοχο. Να εικάσουμε ότι οι νέοι και οι λιγότερο νέοι που εφωράθησαν χειροκροτούντες τον άναρχο και άνομο ορυμαγδό φαντάζονταν τον εαυτό τους ή τον δικό τους δεκαπεντάχρονο στη θέση του Αλέξη Γρηγορόπουλου; Ούτε αυτό αποκλείεται.

Με κάποιον τρόπο, όλες ή κάποιες από αυτές τις πιθανότητες πέρασαν ή θα περάσουν από τον νου μας στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα συμβάντα. Αλλά επιτρέπω στον εαυτό μου να υποθέσει συμπληρωματικά ότι πολλά από αυτά που είδαμε δεν θα τα βλέπαμε, τουλάχιστον όχι σε αυτήν τη μορφή και έκταση, αν τις τελευταίες δεκαετίες είχαμε διαχειριστεί με ώριμη πολιτική συναίνεση και διορατικότητα μιαν από τις πιο δύσφημες και εμπρηστικές ιδιορρυθμίες της κοινωνίας μας- το πανεπιστημιακό άσυλο. Δεν με ενδιαφέρουν σήμερα οι κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες που το φετιχοποίησαν και που έκαναν ταμπού την κριτική του, με ενδιαφέρουν το χρονικό της πρακτικής και τεκμηριωμένης κατάχρησής του και η πλούσια παρακαταθήκη των τυπικών εικόνων του- μια κατά συρροήν, καθ΄ έξιν, τελετουργική ανομία εντυπωμένη και πολλαπλασιασμένη, «σε ζωντανή μετάδοση» ή με αρχειακή πατίνα, από την παντοκράτειρα τηλεοπτική οθόνη, κυρίως. Με ενδιαφέρει αυτό που χωρίς δυσκολία μπορεί να αντιληφθεί ο μέσος απροκατάληπτος πολίτης: ότι δηλαδή τα φυσικά δρώμενα και η «made in Greece» εικονογραφία του πανεπιστημιακού ασύλου αποτέλεσαν προπαιδεία και πεδίο άσκησης για όσους μετέτρεψαν σε οχλοκρατικό χάος παγκόσμιας θεαματικότητας αυτό που θα έπρεπε να παραμείνει μια συντεταγμένη διαμαρτυρία της κοινωνίας των πολιτών.

Γιατί η ηροστράτεια πυρπόληση, η αδιάκριτη δήωση, το χαμαίζηλο πλιάτσικο, ο αναρχικός φερετζές και η θρασύδειλη κουκούλα ήταν και είναι ο επιχειρησιακός και εμβληματικός μηχανισμός που «περιφρουρεί» και ανανεώνει την ιδέα του πανεπιστημιακού ασύλου· γιατί η εκμαυλιστική δύναμη της εικόνας μεταβολίζει εύκολα τον αντικονφορμιστικό ρομαντισμό των νέων ανθρώπων σε επιδεικτική βία· και γιατί η «αίγλη» του ακαδημαϊκού τεμένους γαλβανίζει τα ένστικτα και τις παρορμήσεις του μιμητισμού. Οι μαθητικές καταλήψεις, και τα παρελκόμενά τους, δεν είναι οργανικό προστάδιο αλλά αναδρομική φλεγμονή με αφετηρία το άσυλο της «Ανωτάτης» και υπόσχεση για συνέχιση της παράδοσης.

Βίοι παράλληλοι: το πανεπιστημιακό άσυλο εξελίσσεται ερήμην της ιστορικά και πολιτικά νομιμοποιημένης αιτίας του, όπως το προχτεσινό ολοκαύτωμα φούντωσε ασύδοτο και πέρα από την αφορμή του· οι πανεπιστημιακές αρχές εκπαιδεύτηκαν να μένουν αμήχανες απέναντι στην κατάχρηση, όπως οι πολιτικοί θα παραμείνουν εγγαστρίμυθοι και στρεψόδικοι απέναντι στα πρόσφατα γεγονότα· το στοργικό μελό για τα παιδιά που καίνε και ρημάζουν «μέσα» θα ακουστεί ίσως και για τα παιδιά που κάψαν και ρημάξαν «έξω»· ο ανερμάτιστος «προοδευτισμός» που τάχα προκρίνει το θεραπευτικό «ξέσπασμα» από την κρατική καταστολή θα βρεί ψιμύθια και για τη μέσα και για την έξω ασχήμια.

Οσοι καταπιάνονται με εμβριθείς πολιτικές και ιδεολογικές αναλύσεις του βάνδαλου παροξυσμού που ζήσαμε ας καταδεχτούν για μια στιγμή να συνυπολογίσουν και το αρνητικό παράδειγμα αυτού του στρεβλού «ασύλου», που αντί να το περιστείλουμε το βγάλαμε τελικά στους δρόμους και τις πλατείες, και- πικρή ειρωνεία που γυρίζει σα φτυσιά στο πρόσωπό μας- κάναμε την Ελλάδα σαν απέραντο «πανεπιστήμιο».

  • Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )


Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...