Τα αποφθέγματα ενός έτους

Posted on Δεκέμβριος 26, 2010. Filed under: Μπουκάλας Παντελής | Ετικέτες: |

  • Yποθεσεις
  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Τι κρίμα. Αν η ελληνική γλώσσα δεν είχε χάσει για μία μόνο ψήφο την ευκαιρία να γίνει η επίσημη των νεοσύστατων Ηνωμένων Πολιτειών εις βάρος της αγγλικής (αυτόν τον μύθο εξακολουθούν να υποστηρίζουν όσοι αδιαφορούν για την ιστορική πραγματικότητα, που τίποτα σχετικό δεν έχει καταγράψει), τότε ο κ. Φρεντ Σαπίρο θα γνώριζε τα ελληνικά εκ γενετής. Κι αν τα γνώριζε, θα διάβαζε ελληνικές εφημερίδες και ιστοσελίδες και αναπόφευκτα θα συνυπολόγιζε την τρέχουσα ελληνική ιστορία στην εκπόνηση του ετήσιου καταλόγου του με τα «καλύτερα αποφθέγματα». Υποδιευθυντής της Νομικής Βιβλιοθήκης του Γέιλ είναι ο κ. Σαπίρο. Και τα τελευταία πέντε χρόνια απέκτησε τη συνήθεια να συλλέγει, να αξιολογεί και να δημοσιεύει τις «καλύτερες ατάκες» που πέφτουν στο μάτι και στο αυτί του. Η μανία, άλλωστε, με τους καταλόγους, τις βαθμολογήσεις, τις ιεραρχήσεις και τις πρωτιές είναι παλιά. Εκτός από το «πρόσωπο της χρονιάς» ή τους «εκατό πλουσιότερους του κόσμου και τους «πενήντα οικουμενικούς λίντερ», κάθε τόσο πληροφορούμαστε για το μεγαλύτερο σάντουιτς του κόσμου, τη μεγαλύτερη λαγάνα, το γηραιότερο μέλος του Facebook, το μεγαλύτερο παζλ ή ντόμινο, καθώς και για τον νικητή στο διαιτητικό άθλημα της χοτ-ντογκοφαγίας, τον νικητή στην κινητοβολία (το άθλημα αυτό λαμβάνει χώρα στη Φινλανδία, συναγωνίζονται δε στη ρίψη του κινητού τους όσοι το βαρέθηκαν και θέλουν ν’ αλλάξουν συσκευή) κτλ.

Αμερικανικός είναι ο ορίζοντας του φιλότιμου, ενδεχομένως και ματαιόσχολου ερευνητή, αμερικανικές και οι ατάκες που σταχυολόγησε και κατέταξε σε κλίμακα βαρύτητας, με κριτήριο, αν καταλαβαίνω σωστά, όχι την ποιότητα της σκέψης στην οποία θεμελιώθηκε η καθεμιά, αλλά την προκλητικότητα, τον απροσδόκητο χαρακτήρα της ή και τη ρηχότητά της. Ετσι εξηγείται, λ.χ., το γεγονός ότι συγκάτοικος στην πρώτη θέση βρέθηκε η κυνικογιαπίστικη δήλωση «θέλω πίσω τη ζωή μου» του εριτίμου κ. Τόνι Χέιγουορντ, μεγαλοστελέχους της ΒΡ, που είχε καταπονηθεί ψυχοπνευματικώς με τη διαρροή πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού και διεκδίκησε την επιστροφή του στις τερπνές συνήθειές του, τους ιστιοπλοϊκούς αγώνες του με σκάφη πολυτελείας και άλλα χαλαρά. Ετσι εξηγείται επίσης το ότι ψηλά στη λίστα βρέθηκε η εξής δήλωση της κ. Νάνσι Πελόσι, προέδρου της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων: «Πρέπει να ψηφίσουμε το νομοσχέδιο υγειονομικής περίθαλψης, αν θέλετε να μάθετε τι περιέχει». Ε, λοιπόν, αν ο συλλέκτης μας παρακολουθούσε τι συμβαίνει στην Ελλάδα, θα ήξερε ότι δηλώσεις σαν κι αυτή της κ. Πελόσι, εδώ δεν χρειάζεται καν να γίνουν, γιατί εμείς, πάντοτε πρωτοπόροι, έχουμε κάνει κατ’ επανάληψη πράξη το περιεχόμενό τους: Οι βουλευτές μας ψήφισαν το Μνημόνιο 1 δίχως να το καλοκοιτάξουν, πιθανόν για να μη βρεθούν σε μπελάδες με την ιδεολογική συνείδησή τους· κι όταν ήρθε η σειρά του Μνημονίου 2, διάβασαν αναδρομικώς τι είχαν υπερψηφίσει με το Μνημόνιο 1, οπότε δεν τους έμεινε χρόνος να διαβάσουν το ίδιο το Μνημόνιο 2, τα άρθρα του οποίου άρχισαν να τα μελετούν όταν είχαν ήδη ψηφίσει τις εντολές του Μνημονίου 3 – και πάει λέγοντας και μνημονεύοντας.

Αλλά ας επανέλθουμε στην υπόθεσή μας. Αν, λοιπόν, ο φιλόπονος αποφθεγματοσυναγωγεύς μας είχε λάβει υπόψη του την ελληνική υπερπαραγωγή ατάκας και συμπεριελάμβανε τα θαυμαστά δημιουργήματα της πολιτικής μας ρητορείας στην ύλη του καταλόγου του, τότε και τα πρωτεία θα τα είχε αποδώσει σε Ελληνα και θα χρειαζόταν σελίδες επί σελίδων για να καταχωρίσει όλα τα σοφά πράγματα που έχουν ειπωθεί στον τόπο μας, από ημεδαπούς αλλά και από τους αλλοδαπούς που εσχάτως μας κυβερνούν. Ακόμα κι αν δεν αποφάσιζε να εντάξει αναδρομικώς στα αποθησαυρίσματά του τις προ του 2010 ρήσεις του είδους «Σεμνά και ταπεινά», «Το νόμιμο είναι και ηθικό» ή «Υπάρχουν λεφτά», σίγουρα δεν θα μπορούσε να παραβλέψει την «επανάσταση του αυτονόητου» και το «είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία», αποφθέγματα με τα οποία ο κ. Γ. Παπανδρέου εισάγεται επιτέλους στην Ιστορία ως καλύτερος μυθοπλάστης και από τον μυθιστοριογράφο αδερφό του Νίκο. Και δίπλα στις δηλώσεις αυτές, για λόγους λογοτεχνικής συνάφειας, δεν θα μπορούσε να μην καταγράψει τη διαβεβαίωση του επίσης αντιεξουσιαστή κ. Χρυσοχοΐδη ότι η κυβέρνηση διαθέτει ολόκληρο «αναπτυξιακό αφήγημα». Εδώ που τα λέμε, ο ίδιος ο τίτλος του υπουργείου στο οποίο αρχήγευε ο κ. Χρυσοχοΐδης πριν το παραδώσει στον άλλον προστάτη του λαού, τον κ. Παπουτσή, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δηλαδή, θα έπρεπε να καταταγεί στις κορυφαίες ατάκες, έτσι όπως συμπυκνώνει σε ελάχιστες λέξεις τη μεγάλη παράδοση της ειρωνείας.

Μια ολόκληρη υποκατηγορία, υπό τον τίτλο «Κροκοδείλων δάκρυα και φαρισαίων λόγια», θα μπορούσε να ενθέσει στον κατάλογό του ο φιλέρευνος Αμερικανός βιβλιοθηκάριος. Και να κατατάξει εκεί την υψηλής περιεκτικότητας σε ειλικρίνεια ρήση του κ. Ξυνίδη, ως γραμματέως του ΠΑΣΟΚ τότε, ότι «ο πρωθυπουργός δεν κοιμάται τα βράδια και κλαίει», από την αγωνία του για το μέλλον του τόπου, μια αγωνία που τον υποχρέωσε να εκχωρήσει τμήμα της κυριαρχίας της χώρας, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε με άλλη αξιομνημόνευτη δήλωσή του. Μαζί με την περί πρωθυπουργικής αγρύπνιας διαβεβαίωση, για να μη νιώθει μοναξιά, θα κατέτασσε τις αλλεπάλληλες δηλώσεις πολλών υπουργών (προεξάρχοντος του λίαν ευσυγκίνητου κ. Λοβέρδου), διά των οποίων επιχειρούν να πείσουν την κάμερα που τους καταγράφει ότι «πονούν μαζί με τον λαό», «έχουν χάσει τη ησυχία τους» και λοιπά δακρύβρεκτα. Και κάπου εκεί θα μπορούσε να σφηνώσει και τη δημόσια εξομολόγηση του επιτηρητή μας κ. Στρος-Καν, πως αν ήταν Ελληνας, ίσως κατέβαινε κι αυτός στους δρόμους, σαν θυμωμένος διαδηλωτής.

Ναι, τόμους ολόκληρους θα χρειαζόταν ο Αμερικανός καταγραφέας σπουδαίων ή σπουδαιοφανών ρήσεων για να στεγάσει την ελληνική παραγωγή, που αποκαλύπτεται τεράστια, αφού εδώ η πολιτική εννοείται ως εκτόξευση από το πεδίο βολής της τηλεόρασης της μιας ατάκας πάνω στην άλλη (με πρωταθλητή τον κ. Καρατζαφέρη, που δεν έχει κανένα πρόβλημα να χυδαιολογήσει, αρκεί αυτό να του δώσει ένα παραπάνω δίλεπτο στα κανάλια, που τόσο υπολήπτονται το «χιούμορ» του). Τι δηλαδή; Μπορεί να μείνει στ’ άγραφα το σαφέστατο «άλλο μείγμα» του κ. Σαμαρά, το άκρως υπεύθυνο «θα μιλήσω όταν το κρίνω εγώ» του κ. Καραμανλή, ο εν Δελφοίς χρησμός της κ. Διαμαντοπούλου σύμφωνα με τον οποίο «έχει πολύ μεγάλη σημασία η εθνική συναίνεση γιατί δεν χωράει να έχουν βάθος χρόνου και να γίνουν σεβαστά απ’ όλες τις κυβερνήσεις», τα συγχαρητήρια του κ. Βενιζέλου στο ΛΑΟΣ για την «υπεύθυνη στάση του στα εθνικά θέματα» ή η διαβεβαίωση του μητροπολίτη κ. Ανθιμου ότι «πνευματικός άνθρωπος χωρίς χριστιανισμό δεν υπάρχει»; Και, έλεος, είναι δυνατόν να μην απαθανατιστεί και να μην τιμηθεί με τα πρωτεία το πάγκαλον εκείνο απόφθεγμα «μαζί τα φάγαμε»; Θα φάει το μαύρο σκοτάδι μια τέτοια σοφή διάγνωση;

Advertisements
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Μεταξύ δημοσιότητας και δικαιοσύνης

Posted on Απρίλιος 18, 2010. Filed under: Μπουκάλας Παντελής, Τρομοκρατία | Ετικέτες: |

  • Yποθεσεις
  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Aπριλίου 2010

Πολλά από τα βιβλία που εμφανίζονταν επί ημέρες στη μικρή πλην μεγίστης ισχύος οθόνη μας σαν τεκμήρια συμμετοχής των συλληφθέντων έξι σε τρομοκρατική δράση, τα έχω κι εγώ στις φορτωμένες βιβλιοθήκες μου, όπως και κάμποσοι φίλοι μου και πάμπολλοι παντελώς άγνωστοί μου. Η αλήθεια πάντως είναι ότι δεν είχα υποθέσει ποτέ πως η λέξη «Σύγκρουση» στον τίτλο κάποιου τόμου θα μπορούσε να πυροδοτήσει τόσες πονηρές σκέψεις στις διωκτικές αρχές ή στους ρεπόρτερ και να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την εκτόξευση αιχμηρών υπονοουμένων, ιδίως όταν η λέξη αυτή συναπαρτίζει τον τίτλο «Η σύγκρουση των πολιτισμών». Αντίθετα, υπέθετα (λαθεμένα όπως αποδεικνύεται) ότι το τελευταίο για το οποίο θα έψεγε τον Σάμιουελ Χάντιγκτον ακόμα και ο υαλινότερος αναλυτής της γυάλινης οθόνης (υπό την προϋπόθεση ότι, μέσα στις τόσες βαριές υποχρεώσεις του, κάτι πρόλαβε να πάρει το αυτί του για ένα βιβλίο κατά κόρον αναφερθέν τα τελευταία χρόνια και για έναν συγγραφέα κατά κόρον κριθέντα) είναι οι αντιεξουσιαστικές του τάσεις ή οι κρυφοκομμουνιστικές ιδέες του. Αλλά, όπως και να το κάνεις, αυτή η «σύγκρουση» με τις ευανάγνωστες συνδηλώσεις της φωνάζει από μακριά για το ποιόν όποιου διαθέτει ένα βιβλίο με τη λέξη αυτή στον τίτλο του. Τι δουλειά έχουν με συγκρούσεις οι φιλήσυχοι πολίτες; Ε, πώς να μην πάει στο κακό ο νους των ξεσκολισμένων;

Δεν λέω πως η Ασφάλεια δεν διαθέτει και άλλα, βαρύτερα στοιχεία· άλλωστε, για να παρακολουθεί στενά επί δεκαπενταετία έναν άνθρωπο κι αυτός, παρά τον κλοιό, να καταφέρνει να δρα σαν αρχηγός δύο τρομοκρατικών οργανώσεων και σαν κηδεμόνας μιας τρίτης, αποδεικνύει αναμφισβήτητα ότι έκανε λαμπρά τη δουλειά της. Δεν είδα ωστόσο στα παρουσιασθέντα βιβλία-πειστήρια τον «Τσελεμεντέ του αναρχικού», ένα μπεστ σέλερ σε μια εποχή προ μπεστ σέλερ. Σε κάποια γωνιά, σε κάποια πίσω σειρά κάποιας βιβλιοθήκης μου θα μάχεται τώρα κι αυτός με το σαράκι, αφότου τον απέσυρα για να μην μπερδεύεται με τους υπόλοιπους τσελεμεντέδες, τους νομοταγείς. Αλλά ποιος να χρειάζεται τη σήμερον ημέραν ένα τέτοιον τσελεμεντέ όταν το Ιντερνετ σου δίνει συνταγές για τα πάντα, από μπακαλιαράκια σκορδαλιά μέχρι μολότοφ δίχως καύσιμο, δίχως μπουκάλι και δίχως στουπί (αυτό το τελευταίο, για να μην μπαίνετε στον κόπο του γκουγκλαρίσματος, το βρίσκει κανείς ετοιμοπαράδοτο στο σάιτ www. taparamythiatisxalimas. gr).

Ενα πάντως από τα βιβλία-αποδεικτικά στοιχεία δεν το έχω, δεν θέλησα ποτέ να το απoκτήσω. Μιλάω για τον τόμο με τις προκηρύξεις της «17 Ν». Δεν λέω, κι εγώ μια φορά κι έναν καιρό έμπαινα στον πειρασμό, όπως πολλοί, να διαβάζω τις προκηρύξεις τους, τότε που δημοσιεύονταν από τις εφημερίδες (πριν τεθεί ζήτημα απαγόρευσής τους), μήπως και ανακαλύψω κάποιον ειρμό, κάποια λογική. Αρκετά γρήγορα πήρα την απόφαση, όπως πολλοί, ότι το σαρανταπεντάρι είναι απλώς φονικό όπλο και όχι σύνεργο της γραφής, και ότι το αίμα, των δολοφονημένων το αίμα, δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μελάνι· με αίμα, αλλά το δικό τους αίμα, έγραφαν το τελευταίο τους μήνυμα πάνω στον τοίχο της φυλακής οι προς εκτέλεση κρατούμενοι των Γερμανών (καθώς και ελληνικών κυβερνήσεων ή ανελεύθερων καθεστώτων σε άλλες χώρες). Το κλεμμένο, το σκοτωμένο αίμα ενός τρίτου, κι ας τον βαραίνουν του κόσμου τα αμαρτήματα (ή κι ας λέμε εμείς, σαν ανέλεγκτοι υπερδικαστές, σχεδόν θεοί, ότι τον βαραίνουν), δεν δίνει άλλο νόημα σε όποιον το χρησιμοποιεί για να γράψει παρά το νόημα του φόνου. Ο, τι αξίζει να μάθουμε στη μικρή και ατελή ζωή μας, και να το διδάξουμε, είναι ότι ποτέ κανένας σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, όση πλανερή ρητορική κι αν δοκιμάζει να εξυψώσει το σκοπό αυτό με το ζόρι, επιχειρώντας μάταια να τον παραστήσει σαν ιδεώδες, να τον εξιδανικεύσει.

Eν πάση περιπτώσει, τα βιβλία ετούτα των φερομένων ως τρομοκρατών τα είδαμε στη μικρή οθόνη μας σε πανομοιότυπα ρεπορτάζ, στα μισά (τουλάχιστον) από τα οποία η λέξη «φερόμενοι» έπαψε γρήγορα να χρησιμοποιείται. Ιδια η απαίδευτη βουλιμία της κάμερας, ίδιες οι εικόνες, και σχεδόν ίδιες οι λέξεις των περιγραφέων, οι οποίοι προφανώς μπήκαν στις αποκαλούμενες γιάφκες με τη σειρά (αλφαβητικά, σύμφωνα με την τηλεθέαση κάθε καναλιού ή όποια άλλη διαδοχή προτεραιότητας κρίθηκε λογική), για να καταγράψουν το υλικό και να αναμεταδώσουν σαν βεβαιότητες πια και σαν ακραδάντως αποδεδειγμένη αλήθεια τις αστυνομικές υποψίες και υποθέσεις. Τα ίδια σερλοκχολμικά ακούσαμε για τις καλαμωτές («δεν ήθελαν να τους βλέπουν, χμ! χμ!», λες και ο βίος στη Ελλάδα δεν είναι πια κλειστός, κλειστότατος και καχύποπτος), τα ίδια α λα μανιέρ ντε Πουαρό για τα ύποπτα «φτηνά κινέζικα ρολόγια», τα ίδια, τύφλα να ’χει ο Γιώργος Μπέκας του Γιάννη Μαρή, για τα σκοτεινής χρήσεως κατσαρολικά. Τίποτα και κανείς δεν διδάχτηκε από την εποχή της εξάρθρωσης της «17Ν» και του ΕΛΑ, όταν μιας κάποιας τάξεως δημοσιογραφία και ο συναφής γυάλινος ή έντυπος σχολιασμός είχαν δώσει σε πολλούς τη δυνατότητα να υποθέσουν ότι, για ορισμένους τουλάχιστον δημοσιογραφούντες και δημοσιολογούντες, το «αστυνομικό ρεπορτάζ» δεν μπορεί παρά να είναι ταυτόσημο με το «ρεπορτάζ της Αστυνομίας», οι δε «ασφαλείς πληροφορίες» δεν μπορεί παρά να είναι οι ασφαλίτικες.

Ακούσαμε, ας πούμε, σχεδόν σε όλα τα κανάλια, τους ρεπόρτερ να λένε πως «έψαξαν στο αρχείο τους και βρήκαν ότι…» και διαπιστώναμε, όχι και τόσο έκπληκτοι είναι η αλήθεια, ότι είχαν βρει το ίδιο, μα απολύτως το ίδιο πραγματάκι, ίσως επειδή τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται, ίσως πάλι επειδή έχουν τον ίδιο προμηθευτή σεναριακού υλικού. Αλλά ακόμα και όταν ο εν λόγω προμηθευτής αναιρούσε όσα προηγουμένως είχε διοχετεύσει (όπως στην περίπτωση των «κυνικών» τηλεφωνημάτων από «τρομοκράτες-αυτόπτες μάρτυρες» του θανάτου του Αφγανόπουλου από τη βόμβα στα Πατήσια), οι «έγκυροι» καναλικοί επέμεναν στο στόρι τους, βασιλικότεροι του βασιλέως και αστυνομικότεροι των αστυνομικών.

Σαν ν’ ακούω τη μομφή: Δηλαδή τι, συντάσσεσαι με τους καταληψίες της ΕΣΗΕΑ; Συντάσσομαι, προσπαθώ να συντάσσομαι, με την οιονεί ιδρυτική διακήρυξη του Μάγερ, «η δημοσίευσις είναι η ψυχή της Δικαιοσύνης», γραμμένη με μεγάλα κι ωστόσο δυσδιάκριτα γράμματα στην αίθουσα συνεδριάσεων της Ενωσης Συντακτών. Ο φόβος μήπως και, λέγοντας όσα πιστεύεις για τη συντεχνία σου, για την κοινωνία σου, για τον κόσμο εν γένει, βρεθείς καταγγελλόμενος πως «είσαι αντικειμενικά συνοδοιπόρος» των μεν ή των δε (από το «μη μιλάς για τους Αμερικάνους, τα λέει και η “17Ν”» ή «γίνεσαι συνοδοιπόρος του Σαντάμ» στο «μη μιλάς για τη δοτή ή ενδοτική δημοσιογραφία, τα λένε και οι καταληψίες»), μόνο να παραλύσει τη σκέψη και τη γλώσσα μπορεί, νομιμοποιώντας έτσι την κάθε λογής τρομοκρατία. Οι αυτοτρομοκρατούμενοι πολίτες καταντούν είτε αυτίτες και μονώτες κατά Αριστοτέλη είτε αχρείοι κατά Θουκυδίδη. Εχουν να διαλέξουν;

Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

«Επικοινωνήστε την αλήθεια»…

Posted on Σεπτεμβρίου 20, 2009. Filed under: Γλώσσα, Επικοινωνία | Ετικέτες: |

Τις λέξεις δεν τις έχουμε μόνο για να τις χρησιμοποιούμε στην παραδεδομένη σημασία τους και να συνεννογιόμαστε, αλλά και για να τις θίγουμε, να τις πειράζουμε, να τις δοκιμάζουμε σε νέες σχέσεις και συνάψεις. Είτε από ποιητική έφεση και με γερό αισθητήριο είτε ακόμα και από αγραμμάτιστη υπεροψία ή ασύντακτη πνευματική ελαφρότητα, δεν παύουμε να πειραματιζόμαστε στην ομιλία και στο γράψιμό μας. Κάποια από τα αποτελέσματα των πειραματισμών, αν φύγουν από τον κλειστό χώρο της παραγωγής τους (κάποια συντεχνία, ας πούμε, μια από από αυτές που υποκατέστησαν με τον καιρό τις απορρυθμισμένες πλέον κοινότητες στον τομέα της γλωσσοπαραγωγής) και μετακινηθούν στην κατηγορία των κοινολεκτουμένων, τα παραλαμβάνουν κάποια στιγμή τα λεξικά, όσα εξ αυτών παρακολουθούν με προσοχή τη γλωσσική εξέλιξη. Τα ενσωματώνουν λοιπόν, με κάποια επεξήγηση, στην ύλη τους, στον κόσμο των «παραδοσιακών», «κανονικών» λημμάτων και τα νομιμοποποιούν, τα επικυρώνουν – ή περίπου. Αλλα πάλι νεόπλαστα ασκούν τόση βία στη γλώσσα, που δεν αργούν να απαξιωθούν μέσα στη χλεύη και να αποσυρθούν, αφήνοντας πίσω τους τη θολή μνήμη μιας αχρείαστης ακρότητας.

Μια από τις κυριότερες γλωσσοπαραγωγικές ομάδες ή συντεχνίες των υπερμιντιακών ημερών μας την απαρτίζουν οι επικοινωνιολόγοι. Κι επειδή όλο και λιγότερο μιλούμε και νοιαζόμαστε για την κοινωνία κι όλο και περισσότερο αγωνιούμε για την επικοινωνία (γνωστός ο καημός των κομμάτων για το «επικοινωνιακό πρόβλημά» τους, που φρονούν πως είναι το μοναδικό που τα ταλαιπωρεί, αφού είναι απολύτως βέβαια ότι σε όλους τους υπόλοιπους τομείς διαπρέπουν), σαν επικοινωνιολόγοι σπεύδουν να εμφανιστούν οι πάντες, όσοι έχουν κάποιον δημόσιο λόγο (η εξίσωση «δημόσιος λόγος ίσον τηλεοπτικός λόγος» είναι δυστυχώς ισχυρότερη και από την πασίγνωστη εξίσωση του Αϊνστάιν). «Επικοινωνιολογούν» λοιπόν οι επιστήμονες του σχετικού χώρου, οι δημοσκόποι, οι διαφημιστές, οι υπεύθυνοι προπαγάνδας, οι παραθυρόβιοι σχολιαστές (με αρκετούς δημοσιογράφους να είναι όλο και πιο ανενδοίαστα κομματικοί κήρυκες, όπως συμβαίνει με πολλούς αθλητικολόγους και αθλητικογράφους, που εμφανίζονται δημοσίως πιο παθιασμένοι με την ομάδα τους κι από τους φανατικότερους οπαδούς). Ποιοι εξ όλων αυτών έκαναν την αρχή στη στρέβλωση ή την «αναβάπτιση» του ρήματος «επικοινωνώ», θα το βρει ίσως κάποιος Στέφανος Κουμανούδης του μέλλοντος, αν υπάρξει βέβαια άνθρωπος πρόθυμος για τέτοιο μόχθο και τόσο αφανή.

Από κάποια στιγμή κι έπειτα λοιπόν το ρήμα «επικοινωνώ», που μας παραδόθηκε αρχαιόθεν αμετάβατο και έτσι λεξικογραφείται ακόμα, μετατράπηκε στη δημόσια ρητορική σε μεταβατικό, μεταβατικότατο, ενδεχομένως επειδή κρίθηκαν «αντιεπικοινωνιακά», δηλαδή λιγότερο θορυβώδη, οικεία ρήματα σαν τα «διαδίδω», «μεταδίδω», «ανακοινώνω», «γνωστοποιώ» κ.ο.κ. «Πρέπει να επικοινωνήσουμε το μήνυμά μας», «δεν επικοινωνούμε όπως πρέπει το έργο μας», τέτοια ακούμε και ξανακούμε. Από στόμα σε στόμα κι από αντιγραφή σε αντιγραφή, το λαθεμένο έγινε μόδα και επιβλήθηκε σαν αυτονόητο. Ποιος ξέρει, ίσως το πρότυπο εδώ να είναι η διολίσθηση ή η εξαλλαγή ενός άλλου αρχαιόθεν αμετάβατου ρήματος σε μεταβατικό, του «λήγω» (και του «καταλήγω» επίσης). Με το «λήγω» η ιστορία πρέπει να ξεκίνησε στα γήπεδα, εκεί όπου το οπαδικό πλήθος, μέσα στην πολλή αγωνία του να βλέπει την ομάδα του να προηγείται με ένα μόνο γκολ διαφορά και να απειλείται με ισοφάριση, αρχίζει ήδη από το ογδοηκοστό λεπτό να φωνάζει προς τον διαιτητή «λήξ’ το ρε», για να μη γίνει καμιά στραβή όσο τελειώνει το παιχνίδι. Από το αυθόρμητο γηπεδικό ιδιόλεκτο το μεταβατικό πλέον «λήγω» πέρασε στη σιδερένια κομματικοσυνδικαλιστική αργκό, για ν’ ακούμε έτσι όλο και συχνότερα «να το λήξουμε το θέμα», «να το καταλήξουμε το ζήτημα» και άλλα καταληκτικά.

Προ ημερών λοιπόν ο κ. Κ. Καραμανλής, κουρασμένος ίσως και από τη μυριοστή επανάληψη των πνευματικώς ανέξοδων και πολιτικώς αδιέξοδων «ευθυνολογημάτων» του (συμβαίνει αυτό με τους πολιτικούς: μιλούν κι είναι σαν να ακούμε σε πλέι μπακ παλιά και πια ξεθυμασμένα σουξέ), εφοδίασε με πρωθυπουργικό κύρος το εν λόγω λαθάκι. Μιλώντας σε ειδική προεκλογική συγκέντρωση, παρότρυνε τις γυναίκες του κόμματός του «να επικοινωνήσουν την αλήθεια στον κόσμο» (αλήθεια, θα υπάρξει ποτέ κομματικός αρχηγός που θα καλέσει σε ειδική συγκέντρωση τους άντρες του κόμματός του; και γιατί πρέπει να θεωρείται φεμινιστική αυτή η «διάκριση υπέρ των γυναικών»;). Το πρόβλημα εδώ φυσικά δεν είναι της φιλολογίας. Της πολιτικής είναι. Κι έχει να κάνει με την απόλυτη βεβαιότητα του κ. Καραμανλή, αλλά και του κ. Παπανδρέου κι όποιου άλλου σωτηριολογεί και μεσσιανίζει, ότι η αλήθεια είναι μία και μόνη και ότι, δεύτερον, αυτός και μόνον είναι ο κάτοχος και κήρυκάς της, ένας πάπας της πολιτικής. Με την ίδια άνεση που ταυτίζουν την παράταξή τους με το έθνος, αν όχι και με το γένος (προηγείται βέβαια η ρουσφετολογική ταύτιση του κράτους με το κόμμα), ταυτίζουν και την αλήθεια με τον εαυτό τους, τη μοναδική «αυθεντία».

Ολοι υποχρεωνόμαστε κάποια στιγμή να πιστέψουμε ότι η ιδέα πως η αλήθεια έχει μόνο ενικό αριθμό και στερείται πληθυντικού κυκλοφορεί αποκλειστικά στο χώρο της πίστης (θεολογικού ή πρωτόγονα πολιτικού τύπου) και πουθενά αλλού. Αν πιστεύεις εις ένα Θεό ή εις ένα Ιωσήφ (Στάλιν), είσαι μακάριος γιατί καμιά αμφιβολία δεν ταλαιπωρεί το μυαλό σου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις αλήθειες, κι αυτό δεν το υπαγορεύει η μόδα του σχετικισμού: η αλήθεια που φτιάχνουμε εμείς για τον εαυτό μας ερήμην της γνώμης των άλλων, η αλήθεια που φτιάχνουν οι άλλοι για μας ερήμην μας, η αλήθεια που φτιάχνουμε για τον εαυτό μας συμμεριζόμενοι λίγο ή πολύ τη γνώμη των άλλων και η αλήθεια που φτιάχνουν οι άλλοι για μας μετρώντας κάπως και τη δική μας άποψη. Για παράδειγμα, όταν ο πρωθυπουργός κηρύσσει «επικοινωνήστε την αλήθεια στον κόσμο», εννοεί τη δική του αλήθεια, ότι δηλαδή ο ίδιος υπήρξε ο λαμπρότερος μεταπολιτευτικός κυβερνήτης (έστω, ο δεύτερος) και το κόμμα του η ηθική δύναμη που μεταρρύθμισε, επανίδρυσε, νοικοκύρεψε κ.τλ. Μια άλλη αλήθεια όμως επιμένει πως, ό,τι άλλο κι αν έπραξε ή θα πράξει, θα καταγραφεί ως ο πρωθυπουργός που σε κάθε θητεία του άφησε την Ελλάδα απανθρακωμένη, κυριολεκτικώς. Με τούτα και μ’ εκείνα ο κ. Καραμανλής κατόρθωσε το ακατόρθωτο: να ετοιμάζεται τώρα για τον θώκο του κυβερνήτη ο κ. Γ. Παπανδρέου. Για να μας περιλάβει έτσι το Βιβλίο Γκίνες (τρίτος πρωθυπουργός από το ίδιο δέντρο) και να αποθεωθεί ο δικομματικός ντετερμινισμός και η ονομαστικώς κληροδοτούμενη δημοκρατία. Προφανώς, αυτήν την εκδοχή αλήθειας δεν την ασπάζεται ο κ. Παπανδρέου, ενθουσιασμένος που βλέπει τους κόλακες να πληθαίνουν γύρω του εν όψει εξουσίας και λαφύρων, οπότε πρέπει να στραφούμε στον κ. Πάγκαλο ή τον κ. Βενιζέλο.

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 20/09/2009
Διαβάστε την δημοσίευση | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...